Legislator Case Law & Legislation
1664/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding bank loan repayment justification exceeding settlement amount.

Case Number 1664/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a bank loan repayment dispute. The appellants, heirs of a deceased woman, argued that the bank's acceptance of 40 million drachms for loan repayment lacked a legal cause and exceeded the settlement amount. The court found the appeal admissible only regarding the specific portion concerning the five business loans and remitted that part for retrial by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 §3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remit the case for retrial when the lower court's decision is flawed regarding the legal justification for a payment exceeding the agreed settlement amount.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal cause for payment partial remittal bank loan repayment settlement amount heirs of deceased business loans

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178 §1, 183, 189 §1, 191 §2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1664 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1664/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Η. του Ι., 2Π. Η. του Β., 3Ε. Η. του Β. και 4Ι. - Α. Η. του Β., ως νομίμων κληρονόμων της Ε. χας Ι. Η., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Θεοδωρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Aνώνυμος Eταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αποροφηθείσας απ' αυτή Τράπεζας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ- ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Χαρμπαλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8454/1999 προδικαστική, 4033/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4624/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 6 Ιουλίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 31 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί κατά ένα μέρος ο δεύτερος και ο τέταρτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι της αίτησης αυτής κατά της υπ' αριθ. 4624/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί αντίστοιχα η ως άνω απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η καταβολή των 40.000.000 δραχμών από την Ε. Η. στην ΙΟΝΙΚΗ - ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ σε σχέση ειδικότερα με το μερικότερο ποσό των 36.026.658 δραχμών, με το οποίο πιστώθηκαν οι λογαριασμοί των δανείων της προς τον πρωτοφειλέτη Β. Η., έγινε για νόμιμη αιτία και για πέρα των 13.516.330 δραχμών ποσό.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4624/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 27.6.2006 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 4033/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 8454/1999 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 27.1.1999 αγωγή τους κατά της ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, που απορροφήθηκε στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη, απέρριψε ακολούθως και η ίδια η εφετειακή απόφαση την ένδικη αγωγή τους εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Από τη βασική για το δημοκρατικό πολίτευμα αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που καθιερώνεται με τα άρθρ. 1, 26, 73επ., 81επ. και 87επ. του Συντάγματος, απορρέει η ειδικότερη αρχή, ότι η νομοθετική εξουσία, που έχει ως έργο της τη θέσπιση αφηρημένων κανόνων δικαίου, δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει στα έργα της δικαστικής εξουσίας και να επιβάλει λύση σε συγκεκριμένη διαφορά, την οποία μόνη η τελευταία δικαιούται να επιλύει.

Δεν δεσμεύεται όμως η νομοθετική εξουσία, με νέους κανόνες δικαίου, να ρυθμίσει με τρόπο διαφορετικό έννομες σχέσεις που έχουν γεννηθεί, καθώς και δικαιώματα που αποκτήθηκαν με βάση διατάξεις που ίσχυσαν στο παρελθόν, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα αυτά εκκρεμούν σε δικαστήριο ή έχουν αναγνωριστεί με τελεσίδικες ή και αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι οι νέοι κανόνες έχουν γενικό χαρακτήρα και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, διότι τότε παραβιάζεται με τη νέα ρύθμιση η καθιερούμενη από το άρθρ. 4§1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (ΟλΑΠ 13/2001? ΑΠ 752/2004? πρβλ.

και ΟλΑΠ 2/1995). Με την έννοια αυτή ναι μεν η νέα ρύθμιση δεν καταλύει το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, βασιζόμενη στην προηγούμενη ρύθμιση και μπορεί έτσι να επιχειρηθεί κατ' αρχήν η εκτέλεσή της, όμως η εκτέλεση αυτή ή ανάλογα η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε επίσης υπό το καθεστώς της παλαιάς ρύθμισης και απέκτησε στη συνέχεια κατά το άρθρ. 633§2 ΚΠολΔ δύναμη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 6/1996), θα συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, που αποτελεί ουσιαστικό ελάττωμα του τίτλου και συνεπώς θα μπορεί να προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 934§1(β) του ίδιου Κώδικα.

Σε κάθε περίπτωση η κατάχρηση δικαιώματος, ως συμπεριφορά απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, είναι παράνομη και συνιστά αδικοπραξία, για την οποία οφείλεται αποζημίωση με τις προϋποθέσεις των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ. Συνακόλουθα ο βλαπτόμενος από την καταχρηστική εναντίον του επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αξιώσει με αγωγή, ακόμη και αν δεν επιδίωξε για το λόγο αυτό την ακύρωση της εκτέλεσης, δηλαδή ανεξάρτητα από τη ρύθμιση του άρθρ. 940§3 ΚΠολΔ, την αναγνώριση ως καταχρηστικής και άκυρης της συμπεριφοράς του δανειστή του, που κατατείνει με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης στην ικανοποίηση απαίτησής του ουσιαστικά αποδυναμωμένης μετά τη νέα ρύθμισή της και επομένως να ζητήσει την αναγνώριση ή αναλόγως και την καταψήφιση υπέρ αυτού αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 49/2005? 16/2006? ΑΠ 1457/ 2009).

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιώτερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη που μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994), η οποία διαφορετικά θα συνέβαινε και τέτοια είναι προπάντων η περίπτωση αποφυγής δαπανών, στις οποίες ο υπόχρεος ήταν για πραγματικούς λόγους αναγκασμένος να προβεί ή όφειλε από το νόμο ή τη σύμβαση να έχει προβεί (ΑΠ 1057/2011).

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1627/2010).

Νόμιμη αιτία πλουτισμού υπάρχει και στην περίπτωση της απόκτησής του στο πλαίσιο εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, η οποία αποτελεί κατά τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324, 325επ., 330 και 331 ΚΠολΔ δεδικασμένο και συνεπώς νόμιμο λόγο διατήρησης του πλουτισμού, αφού δεν είναι πια δυνατή η επιδίωξη της επιστροφής του, αν δεν συντρέχει περίπτωση προσβολής της απόφασης λόγω δόλου κατά το άρθρ. 333 του ίδιου Κώδικα, ενώ το ίδιο ισχύει και προκειμένου για πλουτισμό που αποκτήθηκε μετά από εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση διαταγής πληρωμής εξοπλισμένης με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 1102/1985? 725/2004).

Σε κάθε περίπτωση στοιχεία της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη, είναι γενικώς η ύπαρξη περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιο πρόσωπο, η αιτία για την οποία αυτή επήλθε και η ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.

Περαιτέρω από το άρθρο 904 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο με βάση εκτελεστό τίτλο, από τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή, ο οποίος θα πρέπει να καλύπτει πλήρως την επιχειρούμενη εκτέλεση. Έτσι η διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώνεται ο καθ' ου να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο χρηματικό ποσό ως κεφάλαιο με τους επ' αυτού τόκους υπερημερίας, αποτελεί μεν τίτλο εκτελεστό για το ποσό του κεφαλαίου και τους επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας, καθώς και για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και τα έξοδα της επιταγής προς εκτέλεση, δεν αποτελεί όμως τέτοιο τίτλο και για τους τόκους επί των τόκων ή για συμβατικούς τόκους, που δεν επιδικάστηκαν με σχετική σ' αυτή διάταξη, είτε πρόκειται για ανατοκισμό υπό τους όρους των άρθρ. 296 ΑΚ και 110-112 ΕισΝΑΚ, είτε πρόκειται για ανατοκισμό υπό τους όρους της 289/1980 ΑΝΕ (ΑΠ 998/2008), που ίσχυσε από 8.12.1980 έως 15.4.1998 και όριζε ότι στις ρυθμιζόμενες μ' αυτή περιπτώσεις, παρέχεται, στα αναφερόμενα σ' αυτή πιστωτικά ιδρύματα, η ενδοτικού χαρακτήρα δυνατότητα ανατοκισμού των τόκων χωρίς τους περιορισμούς των παραπάνω άρθρ. 296 ΑΚ και 110-112 ΕισΝΑΚ, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτό έχει συμφωνηθεί από τα μέρη (ΟλΑΠ 8 και 9/1998? ΑΠ 915/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτή εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ε. Η., η οποία είχε εγγυηθεί τόσο την εξόφληση των πέντε βιοτεχνικών δανείων συνολικού ποσού 4.080.000 δραχμών, που είχε από τα ειδικά κεφάλαια της .../...8 ΑΝΕ χορηγήσει στον γιό της Β.

Η. και ήδη πρωτοφειλέτη η απορροφηθείσα στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη ΙΟΝΙΚΗ-ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, όσο και την εξόφληση της υπ' αριθ. .../...9 πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό της ίδιας Τράπεζας προς τον αυτό πρωτοφειλέτη, συνολικού ποσού 700.000 δραχμών, αναγκάσθηκε να καταβάλει σ' αυτή (ΙΟΝΙΚΗ-ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ) το ποσό των 40.000.000 δραχμών στις 27.12.1990 για να αποφύγει τον πλειστηριασμό δυο ακινήτων της, που είχε κατάσχει η δανείστρια Τράπεζα προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της από τα παραπάνω δάνεια και την πιστωτική σύμβαση, για τις οποίες (απαιτήσεις) εκδόθηκε στη συνέχεια, με βάση τις υπ' αριθ. 9567/1981, 9614/1981, 9615/1981, 10750/1981 και 11771/1981 τελεσίδικες ως προς τα βιοτεχνικά δάνεια και 15227/1981 μη τελεσίδικη ως προς την πιστωτική σύμβαση διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το υπ' αριθ. .../21.11.1990 δεύτερο επαναληπτικό πρόγραμμα πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Ά.

Σ. για συνολικό ποσό 42.341.616 δραχμών, μολονότι η οφειλή της από τα παραπάνω δάνεια, τα οποία εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της .../1981 ΑΝΕ, ήταν μέχρι τις 31.12.1986 ποσού 6.533.437 δραχμών ή 9.599.512 δραχμών, αν υπολογισθούν και τόκοι υπερημερίας για το διάστημα από 1.1.1987 - 27.12.1990. Περαιτέρω εκτίθεται στην ίδια αγωγή ότι η δανείστρια Τράπεζα διέθεσε από το ως άνω ποσό των 40.000.000 δραχμών, που της κατέβαλε η Ε.

Η., 36.026.658 δραχμές για να πιστώσει τους λογαριασμούς των πέντε δανείων της, δηλαδή τους πίστωσε με 29.493.221 (36.026.658 - 6.533.437) δραχμές ή έστω 26.427.146 (36.026.658 - 9.599.512) δραχμές επιπλέον των όσων πράγματι της όφειλε η Ε. Η., όμως στη συνέχεια η Τράπεζα αυτή επέστρεψε στον πρωτοφειλέτη το ποσό των 20.893.150 δραχμών ως αχρεωστήτως καταβληθέν κεφάλαιο 15.000.000 δραχμών, πλέον τόκων 5.893.150 δραχμών για το διάστημα από 1.1.1991 - 11.4.1994, εκείνος δε ακολούθως το απέδωσε στις 11.4.1994 στην εγγυήτρια μητέρα του, περιορίζοντας έτσι το ύψος της αχρεώστητης καταβολής της σε 8.600.000 (29.493.221 - 20.893.150) δραχμές ή αναλόγως σε 5.553.996 (26.427.146 - 20.893.150) δραχμές.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι αναιρεσείοντες ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους να υποχρεωθεί η δανείστρια Τράπεζα να καταβάλει νομιμοτόκως σ' αυτούς, κατά την αναλογία της μερίδας τους στην κληρονομία της Ε. Η., τα ως άνω ποσά, καθώς και το ποσό των 24.230.898 δραχμών που αντιστοιχεί στους τόκους υπερημερίας επί του ποσού των 20.893.150 δραχμών για το διάστημα από 27.12.1990 - 12.4.1994, αλλιώς το ποσό των 21.331.044 δραχμών για τόκους υπερημερίας επί του αυτού ποσού 20.893.150 δραχμών για το διάστημα από 24.5.1991 - 12.4.1994.

Με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κρίθηκε ότι κατά τη σχετική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αξίωση των αναιρεσειόντων, που αφορά μόνο τα βιοτεχνικά δάνεια, η ένδικη αγωγή τους είναι μη νόμιμη και για το λόγο αυτό απορρίφθηκε, αφού προηγουμένως, κατά παραδοχή της έφεσής τους, εξαφανίσθηκε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που είχε κρίνει νόμιμη μεν την ίδια αξίωσή τους, την είχε όμως τελικά απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη την ύπαρξη εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ της Ε.

Η. και της δανείστριας Τράπεζας, που απέκλειε την αξίωση αυτή. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι "η ένδικη αγωγή κατά τη σωρευόμενη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της (σε σχέση με τα βιοτεχνικά δάνεια) είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η καταβολή του ποσού των 40.000.000 δραχμών από την εγγυήτρια στην εναγομένη (ΙΟΝΙΚΗ-ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ) έγινε προκειμένου να μην επιχειρηθεί αναγκαστική εκτέλεση επί της ακίνητης περιουσίας της, με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες (ως προς τα βιοτεχνικά δάνεια) είχαν καταστεί τελεσίδικες και συνεπώς παραγόταν από αυτές ισχύς δεδικασμένου, υπάρχει νόμιμος λόγος πλουτισμού".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η ως άνω αιτιολογία της απόφασης είναι ασαφής και ανεπαρκής, εφόσον δεν διευκρινίζεται αν όλο το ποσό των 40.000.000 δραχμών καλύπτεται από νόμιμη αιτία, δηλαδή και κατά το μέρος με το οποίο η δανείστρια Τράπεζα πίστωσε τους λογαριασμούς των δανείων της καθ' υπέρβαση των όσων οφείλονταν με βάση τις σχετικές συμβάσεις στο πλαίσιο της υπ' αριθ. .../1981 ΑΝΕ ή αναλόγως των όσων επιτάχθηκαν με τις αντίστοιχες διαταγές πληρωμής.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και αυτό ανεξάρτητα από το ότι σαφώς το Εφετείο έκρινε ότι η καταβολή των 40.000.000 δραχμών έγινε στο σύνολό της για νόμιμη αιτία, αφού λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μπορεί να ιδρυθεί μόνον αν η προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν έκρινε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απορριπτέα την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τη σχετική αξίωση των αναιρεσειόντων (ΟλΑΠ 44/1990? 3/1997, ΝοΒ 1998.23? ΑΠ 159/2004, ΕλλΔνη 2004.1605? 637/2012).

Εξ άλλου το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλους τους περιεχόμενους στην ένδικη αγωγή ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, οπότε αναφορικά με τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αδιάφορο αν η απόφαση συντάχθηκε ή όχι με τους ισχυρισμούς αυτούς.

Έτσι, μεταξύ άλλων, η απόφαση έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό, που αφορά ήδη ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ότι με βάση τους όρους των δανειστικών συμβάσεων, που δεν περιέχουν συμφωνία ανατοκισμού, ενώ και με τις αντίστοιχες διαταγές πληρωμής δεν επιτάσσεται η καταβολή τόκων για τους επιδικαζόμενους τόκους, οι τόκοι και των πέντε δανείων της ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, για τα οποία εγγυήθηκε η Ε.

Η., ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της .../1981 ΑΝΕ, ήταν, με χρόνο αναφοράς την 27.12.1990, ποσού 9.547.810 δραχμών, αν δε στους τόκους αυτούς προστεθεί και το κεφάλαιο των δανείων, η συνολική οφειλή κατά τον ίδιο χρόνο ήταν 13.516.330 δραχμές, οπότε κατά το υπερβάλλον η καταβολή του ποσού των 40.000.000 δραχμών από την Ε.

Η. ήταν χωρίς νόμιμη αιτία.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός, με τον οποίο κατά τα λοιπά οι αναιρεσείοντες επιχειρηματολογούν ως προς την ουσία της υπόθεσης, ενώ κατά την ίδια έννοια απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι τόσο ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έκρινε σε διαφορετική από την περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή τους νομική βάση την αξίωσή τους για απόδοση σ' αυτούς των ποσών που αχρεώστητα κατέβαλε η Ε.

Η. στη δανείστρια Τράπεζα, όσο και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού στην ένδικη αγωγή και στις σελίδες της ειδικότερα 41, 62 και 73, γίνεται ρητή αναφορά στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και στη βάση αποκλειστικά αυτή και όχι στο άρθρ. 340 ΑΚ, που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, μπορεί, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, να στηριχθεί η σχετική αξίωσή τους.

Ωστόσο στη βάση αυτή η επιδίκαση με τις ως άνω υπ' αριθ. 9567/1981, 9614/1981, 9615/1981, 10750/1981 και 11771/1981 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ποσών αντίθετα προς τους όρους της .../1981 ΑΝΕ, στην οποία κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή εμπίπτουν τα εγγυημένα από την Ε. Η. βιοτεχνικά δάνεια της ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ προς τον Β.

Η., δεν καθιστά χωρίς νόμιμη αιτία την επιδίωξη είσπραξης των ποσών αυτών με την από 23.8.1989 επιταγή προς εκτέλεση που επέδωσε η δανείστρια Τράπεζα στην Ε. Η., ζητώντας ειδικότερα ως οφειλόμενο συνολικό ποσό από τα παραπάνω δάνεια αυτό των 13.054.896 δραχμών, από το οποίο το μερικότερο ποσό των 3.968.520 δραχμών αφορά το κεφάλαιο των δανείων, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορά, κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε στην ένδικη αγωγή (σ. 23-24), έξοδα και μη ανατοκιζόμενους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) του χρονικού διαστήματος από 1.1.1980 έως 23.8.1989, αφού ανεξάρτητα από την ευνοϊκότερη για την Ε.

Η. μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που επήλθε με την .../1981 ΑΝΕ σε συνδυασμό με την 915/1983 απόφαση της Υποεπιτροπής Βιομηχανικών Πιστώσεων Πειραιώς (ΥΒΠΠ) και την 104/1983 απόφαση της Διεύθυνσης Νομισματικής Πολιτικής και Τραπεζικών Εργασιών της Τράπεζας της Ελλάδος, τα επιδικασθέντα με τις ως άνω διαταγές πληρωμής ποσά καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτές.

Συνεπώς η καταβολή στις 27.12.1990 του ποσού των 40.000.000 δραχμών από την Ε. Η. στη δανείστρια Τράπεζα προκειμένου να αποφευχθεί ο αναγκαστικός πλειστηριασμός των κατασχεμένων απ' αυτή δυο ακινήτων της, που επισπευδόταν με την έκδοση του υπ' αριθ. .../21.11.1990 δεύτερου επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Ά.

Σ., έγινε, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και σε σχέση ειδικότερα με το ποσό των 36.026.658 δραχμών, με το οποίο πιστώθηκαν οι λογαριασμοί των δανείων, για νόμιμη αιτία αναφορικά μόνο με το κεφάλαιο των 3.968.520 δραχμών και για τα έξοδα και τους μη ανατοκιζόμενους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) του χρονικού διαστήματος 1.1.1980 - 27.12.1990, που ανέρχονται σε 9.547.810 δραχμές (βλ.

σ. 27 της αγωγής και 11 του αναιρετηρίου), δηλαδή η παραπάνω καταβολή κατά το μέρος αυτής των 36.026.658 δραχμών δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό μέχρι του ποσού των 13.516.330 δραχμών ούτε εξ άλλου, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, αναζητείται το ποσό αυτό ως αποζημίωση κατά το άρθρ. 914 ΑΚ. Είναι έτσι αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον δεύτερο και με μέρος του τέταρτου των λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν σχετικά στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη κατά βάση εφαρμογή του άρθρ. 904 ΑΚ, ενώ υπό τα εκτιθέμενα στον δεύτερο ειδικότερα των ως άνω λόγων δεν θεμελιώνεται κατά τα λοιπά ούτε πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την οποία αβάσιμα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Όμως οι ίδιοι λόγοι είναι βάσιμοι κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτούς στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι με εσφαλμένη και πάλι εφαρμογή του άρθρ. 904 ΑΚ έκρινε ότι η καταβολή των 40.000.000 δραχμών κατά το μέρος αυτής των 36.026.658 δραχμών έγινε για νόμιμη αιτία και για το πέραν των 13.516.330 δραχμών ποσό, αφού, όπως σαφώς αναφέρεται στην ένδικη αγωγή (σ. 10, 23, 53, 55 κλπ), οι κρίσιμες διαταγές πληρωμής δεν επιδίκασαν ανατοκιζόμενους τόκους και συνεπώς η επίσπευση για τέτοιους τόκους, που δεν καλύπτονται από δεδικασμένο, αναγκαστικής εκτέλεσης δεν ήταν νόμιμη, ώστε να αποτελεί αντίστοιχα νόμιμη αιτία πλουτισμού για την δανείστρια Τράπεζα.

Παρέπεται έτσι ότι εφόσον η καταβολή των 40.000.000 δραχμών είναι ως προς το μέρος των 36.026.658 δραχμών χωρίς νόμιμη αιτία (αχρεώστητη) κατά το ποσό των 22.510.328 (36.026.658 - 13.516.330) δραχμών, από το ποσό αυτό πρέπει πλέον να αφαιρεθεί το ποσό των 20.893.150 δραχμών, που επέστρεψε, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η δανείστρια Τράπεζα στον πρωτοφειλέτη και αυτός απέδωσε ακολούθως στην εγγυήτρια.

3. Διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να εκτίθενται ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2032/2009? 201/2010).

Με την ένδικη αγωγή οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι περαιτέρω ότι η επίσπευση από τη δανείστρια Τράπεζα με βάση τις ως άνω διαταγές πληρωμής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της Ε. Η. για την είσπραξη απαίτησης κατ' αυτής, που όμως προσδιορίσθηκε κατά παράβαση των όρων της .../1981 ΑΝΕ, συνιστά αδικοπραξία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να αναγκασθεί η Ε.

Η. να εκποιήσει εσπευσμένα και ύστερα από άδεια που της δόθηκε από τη δανείστρια Τράπεζα το ένα από τα δυο κατασχεμένα ακίνητά της, αξίας 71.830.000 δραχμών, σε τιμή μόνον 25.632.000 δραχμών και να ζημιωθεί έτσι κατά το ποσό της διαφοράς των 46.198.000 δραχμών, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αντίδικός τους να τους καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση τη διαφορά αυτή κατά την αναλογία της μερίδας τους στην κληρονομία της Ε.

Η., η οποία με το τίμημα που εισέπραξε κάλυψε τελικά ένα μέρος της προβαλλόμενης εναντίον της απαίτησης της δανείστριας Τράπεζας. Το Εφετείο, αφού αντίθετα με την πρωτόδικη οριστική απόφαση έκρινε ότι η Ε. Η. δεν δεσμευόταν από τον εξώδικο συμβιβασμό, που καταρτίσθηκε στις 11.4.1994 μεταξύ της δανείστριας Τράπεζας και του Β.

Η. ως πρωτοφειλέτη και συνεπώς δεν αποκλείεται από το συμβιβασμό αυτό η παραπάνω αξίωση αποζημίωσης των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε μεν την πρωτόδικη οριστική απόφαση και ως προς το κεφάλαιό της το σχετικό με την αξίωση αυτή των αναιρεσειόντων, όμως απέρριψε ακολούθως, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, την ένδικη αγωγή κατά τη σχετική αξίωσή τους, κρίνοντας ότι η Ε.

Η. δεν εισέπραξε από την πώληση του ακινήτου της μόνον 25.632.000 δραχμές, αλλά το ποσό της πραγματικής αξίας του. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού μεταξύ των αιτιολογιών της, που αφορούν την απορριφθείσα ως ουσιαστικά αβάσιμη αξίωσή τους αποζημίωσης κατά της αντιδίκου τους, διαλαμβάνεται παρεμπιπτόντως ότι η Ε.

Η. είχε και η ίδια πρόθεση να συμβιβαστεί και μάλιστα ήταν σε πλήρη γνώση των όρων του εξώδικου από 11.4.1994 συμβιβασμού μεταξύ της δανείστριας Τράπεζας και του Β. Η., με αποτέλεσμα έτσι να δημιουργείται από την παραδοχή αυτή δυσμενές σε βάρος τους δεδικασμένο. Με το περιεχόμενο αυτό ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης δεν συνδέεται με πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ούτε βέβαια δημιουργείται από σχετική παραδοχή του Εφετείου, που είναι σε κάθε περίπτωση αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού αφορά εκτίμηση περί τα πράγματα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), δυσμενές δεδικασμένο για τους αναιρεσείοντες, όπως εσφαλμένα αυτοί υποστηρίζουν.

Συνεπώς ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ενώ απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο έβδομος λόγος της ίδιας αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις σχετικές με το κύρος του ως άνω συμβιβασμού ενστάσεις τους, αφού η ενασχόληση του Εφετείου με τις ενστάσεις αυτές περίττευε, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, έκρινε, ότι η δικαιοπάροχός τους Ε.

Η. δεν δεσμευόταν από τον συμβιβασμό αυτό. Τέλος απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με πρόσχημα πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, επιχειρηματολογούν απλώς κατά της ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ύψος του τιμήματος, που η απόφαση δέχθηκε ότι εισέπραξε η Ε.

Η. από την πώληση του κατασχεμένου ως άνω ακινήτου της, ισχυριζόμενοι αβάσιμα, μεταξύ άλλων, ότι συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας, που αγνόησε το Εφετείο, το ότι η εσπευσμένη πώληση ακινήτου γίνεται πάντοτε σε τιμή μικρότερη της πραγματικής αξίας του. Συνακόλουθα πρέπει κατά μερική παραδοχή του δεύτερου και του τέταρτου μόνον των λόγων της αίτησης αναίρεσης να γίνει αντίστοιχα εν μέρει δεκτή η αίτηση αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η καταβολή των 40.000.000 δραχμών από την Ε.

Η. στην ΙΟΝΙΚΗ-ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ σε σχέση ειδικότερα με το μερικότερο ποσό των 36.026.658 δραχμών, με το οποίο πιστώθηκαν οι λογαριασμοί των πέντε (5) βιοτεχνικών δανείων, που χορήγησε κατά τους όρους της .../...8 ΑΝΕ η ως άνω Τράπεζα στον πρωτοφειλέτη Β. Η., έγινε για νόμιμη αιτία και για το πέραν των 13.516.330 δραχμών ποσό.

Ως προς το μέρος αυτό πρέπει ακολούθως η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την εν μέρει αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013). Τέλος η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε εν μέρει, πρέπει να καταδικασθεί σε αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημά τους, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4624/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που έκρινε ότι η καταβολή των 40.000.000 δραχμών από την Ε. Η. στην ΙΟΝΙΚΗ-ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ σε σχέση ειδικότερα με το μερικότερο ποσό των 36.026.658 δραχμών, με το οποίο πιστώθηκαν οι λογαριασμοί των πέντε (5) βιοτεχνικών δανείων, που χορήγησε κατά τους όρους της .../...8 ΑΝΕ η ως άνω Τράπεζα στον πρωτοφειλέτη Β. Η., έγινε για νόμιμη αιτία και για το πέραν των 13.516.330 δραχμών ποσό.

Παραπέμπει ως προς το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την εν μέρει αναιρεθείσα απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνη των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε δυο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ