1664/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1664/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1664 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1664/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Agrifert Α.Ε", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ηλιακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Α.Σ Αγρινίου", με έδρα το Αγρίνιο, νόμιμα εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Παπαχρήστο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Αυγούστου 2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 284/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της και των από 21 Αυγούστου 2011 προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 868/2008).
Εξάλλου οι λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται μ' αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο (Α.Π. 1104/2006).
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Κατόπιν της από 29.7.2004 αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή, εφεσίβλητης- αντεκκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "ΑGRIFERT Α.Ε.",(ήδη αναιρεσείουσας ) εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αρ. 60/1500/ΔΠ/60/2004 διαταγή πληρωμής του δικαστή τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων, εκκαλών αντεφεσίβλητος Αγροτικός Συνεταιρισμός Αγρινίου,(ήδη αναιρεσίβλητος" δυνάμει των αναφερομένων ενός τιμολογίου και εννέα δελτίων αποστολής, να καταβάλει στην καθ' ης, το ποσό των 100.449,18€ πλέον τόκων και εξόδων, για την αγορά λιπασμάτων.
Ο ανακόπτων συνεταιρισμός με το μοναδικό λόγο της ανακοπής του, ισχυρίζεται ότι παρανόμως εξεδόθη η διαταγή πληρωμής και δεν οφείλει το ποσό που επιτάσσεται με αυτήν να καταβάλει και το οποίο εμφαίνεται στο υπ' αριθ. 124/9.6.2003 τιμολόγιο πώλησης, καθόσον ουδεμία συναλλαγή είχε με την καθ' ης εταιρία, ουδέποτε παρήγγειλε και παρέλαβε τα επίμαχα εμπορεύματα, ουδέποτε παρέλαβε και υπέγραψε το τιμολόγιο και τα δελτία αποστολής, ούτε έχουν καταχωρηθεί τα έγγραφα αυτά στα λογιστικά του βιβλία και βεβαίως δεν έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα σε οποιονδήποτε για να υπογράψει τα ανωτέρω παραστατικά και να παραλάβει τα αντίστοιχα εμπορεύματα.
Πράγματι στο τιμολόγιο υπ' αρ.,124/9.5.2003, στο οποίο αναφέρονται οι φερόμενες ως πωληθείσες ποσότητες λιπασμάτων, η τιμή μονάδος και το συνολικό οφειλόμενο ποσό, καθώς και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, δεν υπάρχει υπογραφή οργάνου του ανακόπτοντος συνεταιρισμού, ούτε προσκομίστηκε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής κάποιο άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι το τιμολόγιο αυτό παρελήφθη και έγινε δεκτό από τον ανακόπτοντα Συνεταιρισμό.
Σημειώνεται δε ότι το τιμολόγιο εξεδόθη στις 9.6.2003 ήτοι τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση των αντίστοιχων Δελτίων Αποστολής, η οποία έγινε το διάστημα από 28.2.2003 έως 5.3.2003. Περαιτέρω στα τρία από τα εννέα συνολικά Δελτία Αποστολής τα οποία αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής, ήτοι τα υπ' αριθ. 4677/28.2.2003, 4678/28.2.2003 και 4691/3.3.2003, τα οποία αφορούν ποσότητες αξίας μετά του Φ Π Α, 27.032,94€, δεν υπάρχει υπογραφή κάτωθι της ένδειξης "Ο ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ".
Συνεπώς από τα τρία αυτά Δελτία Αποστολής δεν προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σ' αυτά ποσότητες παρελήφθησαν από τον ανακόπτοντα Συνεταιρισμό, αγοραστή, ώστε να προκύπτει ότι αποδέχθηκε αυτός την οφειλή και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενη νομική σκέψη, δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την έκδοση διαταγής .
Περαιτέρω, στα υπόλοιπα έξι δελτία αποστολής της διαταγής πληρωμής, ήτοι τα υπ. αριθ. 4698/4-3-2003, 696/4.3.2003, 4700/5.3.2003, 4680/28.2.2003 και 4699/5.3.2003, κάτω από τη θέση "Ο ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ" υπάρχει υπογραφή του Ν. Τ., τότε Προέδρου του ανακόπτοντος και στο 4682/3.3.2003 υπογραφή του Θ. Β., τότε μέλους του Δ.Σ., χωρίς αναγραφή ότι υπογράφουν ως όργανα και για λογαριασμό του Συνεταιρισμού και χωρίς να συνοδεύεται η υπογραφή από τη σφραγίδα του τελευταίου.
Ο ανακόπτων Συνεταιρισμός υποστηρίζει με την ανακοπή του και με την υπό κρίση έφεση του, ότι ουδέποτε και με οποιοδήποτε τρόπο κατάρτισε με την καθ' ης η ανακοπή σύμβαση αγοράς των αναφερομένων στο τιμολόγιο και τα δελτία αποστολής ποσοτήτων λιπασμάτων, ήτοι 226.580 κιλά, διαφόρων τύπων, σε συσκευασίες των 50 κιλών προς 20,50 Ε ανά σάκο και συνολικής αξίας, μετά του ΦΠΑ, 100.449,50€.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται βάσιμος και αληθής, ενόψει των εξής αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών: Όχι μόνο δεν υπήρξε έγγραφη συμφωνία, όπως άλλωστε συνομολογεί η καθ' ης η ανακόπτουσα, αλλά δεν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να συνάγεται η κατάρτιση, έστω προφορική, της επικαλούμενης συμβάσεως.
Συγκεκριμένα ούτε απόφαση του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού υφίσταται περί αγοράς της ποσότητας αυτής, ούτε κάποιο έγγραφο παραγγελίας της ποσότητας αυτής, έστω και τηλεομοιοτύπημα (fax), το οποίο Θα έπρεπε λογικά να έχει αποσταλεί από τον ανακόπτοντα ή από όργανο ή υπάλληλο αυτού ενόψει, ιδίως, της ποσότητας των λιπασμάτων η οποία κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλη για αγροτικό συνεταιρισμό που αριθμεί περίπου230 μέλη, στερείται δικών του αποθηκευτικών χώρων και προμηθεύεται λιπάσματα από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αγρινίου, στην οποία τα μέλη του έχουν τη δυνατότητα πίστωσης του τιμήματος για ικανό χρονικό διάστημα, ακόμη και έτη, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το τίμημα ύψους 100.449,50€, έπρεπε, κατά τα επικαλούμενα από την καθ' ης η ανακοπή, να καταβληθεί σε δύο ισόποσες δόσεις, ήτοι τέλος Ιουνίου 2003 και τέλος Νοεμβρίου 2003.
Εξάλλου ,δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της καθ' ης η ανακοπή ότι απέστειλε το επίμαχο τιμολόγιο υπ' αρ. 124/9.6.2003 στον ανακόπτοντα και ο τελευταίος το παρέλαβε αδιαμαρτύρητα. Για πρώτη φορά η καθ' ης όχλησε τον ανακόπτοντα με εξώδικο που του κοινοποίησε , στις 12.2.2004 καλώντας τον να της καταβάλει το ποσό του τιμολογίου (100.449,18€), ο δε τελευταίος αντέδρασε άμεσα με την επιδοθείσα στις 19.2.2004εξώδικηαπάντησή του αρνούμενος τη συναλλαγή και την οφειλή.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι όλες οι ποσότητες των λιπασμάτων εναποτέθηκαν σε οικόπεδα των Ν. Τ., τότε Προέδρου του Συνεταιρισμού και Θ. Β. (μέλους του Δ.Σ.), οι οποίοι και έχουν υπογράψει όσες φορτωτικές φέρουν υπογραφές, χωρίς να συνοδεύεται η υπογραφή τους με τη μνεία ότι ενεργούν για λογαριασμό του Συνεταιρισμού και χωρίς τη σφραγίδα του τελευταίου.
Μεγάλο μέρος των λιπασμάτων αυτών βρίσκεται ακόμη στα οικόπεδα αυτά, το πρώτο των οποίων επί της οδού ... (η οποία αναφέρεται και στα Δελτία Αποστολής ως τόπος εκφόρτωσης), πλησίον κατοικιών, όπως προκύπτει από σχετικά έγγραφα της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγιεινής Αιτωλοακαρνανίας, των ετών 2006 και 2008, στα οποία επισημαίνονται οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία από την καταστροφή των συσκευασιών του προϊόντος και τη διασπορά του στο έδαφος.
Μάλιστα στην από 26-6-2008 έκθεση αυτοψίας της Δ/σης Περιβάλλοντος Αιτωλοακαρνανίας, στο οικόπεδο του Ν. Τ., αναφέρεται ότι ο τελευταίος παριστάμενος κατ1 αυτήν (αυτοψία), δήλωσε ότι τα λιπάσματα είναι αγνώστου ιδιοκτήτη. Παρατηρείται επίσης ότι και ο μάρτυρας της καθ' ης η ανακοπή, Ε. Π., Οικονομικός Σύμβουλος αυτής, αναφέρεται στην έκδοση των παραστατικών, Δελτίων Αποστολής και Τιμολογίου, χωρίς να επιβεβαιώνει την κατάρτιση προφορικής σύμβασης για την πώληση των λιπασμάτων ή έστω την παραγγελία αυτών για λογαριασμό του ανακόπτοντος και πώς έγινε η παραγγελία αυτή.
Μόνο ο μεταφορέας Π. Σ. στην υπ' αρ. .../2006 ένορκη βεβαίωση αναφέρει ότι ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού Ν. Τ.ς μας πίεζε ασφυκτικά δια συνεχών τηλεφωνημάτων, από την κατάθεση αυτή δε και μόνο δεν προκύπτει ότι ο Ν. Τ. ενεργούσε πράγματι κατ' εντολή του Συνεταιρισμού. Αντιθέτως σαφής και αναλυτική είναι η κατάθεση της μάρτυρα του ανακόπτοντος και υπαλλήλου αυτού, Ι.
Τ. Τ., σύμφωνα με την οποία, ο Συνεταιρισμός ουδέποτε και με ουδένα τρόπο παρήγγειλε λιπάσματα, δεν ελήφθη σχετική απόφαση, δεν έχει αποθηκευτικούς χώρους, δεν παρέλαβε κανένα τιμολόγιο, οποιαδήποτε εφόδια όπως και λιπάσματα τα αγοράζει από την Ε.Α.Σ. Αγρινίου και τα πληρώνει μέσω Αγροτικής Τραπέζης. Η ίδια κατέθεσε επίσης ότι ο Ν., Τ., σε συνεδρίαση του Δ.Σ.
μετά την εξώδικη όχληση εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή, επικαλέστηκε ότι διευκόλυναν τον αντιπρόσωπο της εταιρίας και ότι εφόσον η ΕΑΣ Αγρινίου δεν αποδέχθηκε τα λιπάσματα και δεν συνέφερε να γυρίσουν πίσω αυτά, παραχώρησαν (ενν. αυτός και ο Θ. Β.) τα χωράφια τους για να τα βάλουν εκεί. Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε η επικαλούμενη από την καθ' ης η ανακοπή προφορική σύμβαση αγοραπωλησίας των επίμαχων ποσοτήτων λιπασμάτων, οι δε Ν.
Τ. και Θ. Β., τότε Πρόεδρος και μέλος του Δ.Σ. αντίστοιχα, του ανακόπτοντος που παρέλαβαν τις ποσότητες που αναφέρονται στα έξι σχετικά Δελτία Αποστολής που προαναφέρθηκαν, δεν ενήργησαν για λογαριασμό του ανακόπτοντος Συνεταιρισμού, συνεπώς, από τα έξι αυτά Δελτία Αποστολής δεν προκύπτει πραγματική οφειλή του ανακόπτοντος, ώστε να επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής δυνάμει των εγγράφων αυτών και μόνον.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής μόνο όσον αφορά το ποσό των 12.398,4 €, δεχθείσα ότι η συναλλαγή που αφορά το Δελτίο Αποστολής υπ' αρ. 4696/2003 ποσού 11.480€ πλέον ΦΠΑ 8% δεν είχε λάβει χώρα, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την ανακοπή, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ αν είχε εφαρμόσει ορθά το νόμο και εκτιμήσει σωστά τις αποδείξεις όφειλε να δεχθεί εξ ολοκλήρου την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής στο σύνολο της, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω.
Επομένως ο σχετικός μόνος λόγος της έφεσης είναι βάσιμος και κατόπιν αυτού πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτήν διαταγή πληρωμής, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αντέφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.) Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντέφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η ανακοπή και είχε ακυρωθεί κατά το ποσό των 12.398,40 (που αφορούσε το υπ.
αριθ. 4696/2003 δελτίο αποστολής) η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, δέχθηκε την έφεση του ανακόπτοντος συνεταιρισμού και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της ίδιας απόφασης που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε απορρίψει κατά ένα μέρος την ανακοπή, εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος τούτο και αφού δίκασε την υπόθεση δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε στο σύνολο της την προσβληθείσα με την ανακοπή διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς να απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες .Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της σύμβασης πώλησης των λιπασμάτων που αναφέρονται στα δελτία αποστολής (συμπεριλαμβανομένου και του υπ.
αριθ.4696/2003) και το εκδοθέν από την καθής η ανακοπή υπ. αριθ. 124/9-6-2003 τιμολόγιο, καθώς και ότι οι Ν.Τ., τότε Πρόεδρος του ανακόπτοντος, και Θ. Β., τότε μέλος του Δ.Σ. του ανακόπτοντος, έθεσαν την υπογραφή τους στα ως άνω αναφερόμενα δελτία αποστολής υπό την ένδειξη "Ο ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ" και σε όσες φορτωτικές φέρουν την υπογραφή τους, ενεργούντες ως όργανα και για λογαριασμό του ανακόπτοντος, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής αφού δεν αποδεικνυόταν εγγράφως η απαίτηση.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης ο τρίτος πρόσθετος (κατά το σχετικό του μέρος) και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 είναι απαράδεκτος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο έκρινε απαράδεκτη την αίτηση της αναιρεσείουσας για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής κάτι όμως που δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων των λόγων από τους αριθ. 14 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσβάλλεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (αμφισβητείται η ορθότητα της παραδοχής ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι προαναφερθέντες Ν.
Τ. και Θ. Β. έθεσαν τις υπογραφές τους στ' ανωτέρω έγγραφα ενεργούντες ως όργανα του συνεταιρισμού) που όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων των λόγων από τους αριθ. 1 και 19 προσβάλλεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (αμφισβητείται η ορθότητα της παραδοχής, σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της σύμβασης πώλησης των λιπασμάτων που αναφέρονται στα δελτία αποστολής και το εκδοθέν από την καθής η ανακοπή υπ' αριθ. 124/9-6-2003 τιμολόγιο) και η αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο (άρθρο561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Α.Π. 329/2007, 297/2007).
Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης καθώς και ο τρίτος πρόσθετος ( κατά το σχετικό του μέρος), από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την από 8-10-2009 έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ.
Αλεξανδρούπολης, καθώς και την υπ. αριθμ. .../2-3-2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Π. Σ. που δόθηκε στη συμβολαιογράφο Κορυδαλλού Καλλιόπη Σουγλή η οποία ειδικά αναφέρεται στην απόφαση. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση με τους πρόσθετους αυτούς λόγους και να καταδικασθεί η ανιρε3σείουσα στα δικαστήρια έξοδα του αναιρεσίβλητου. (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση και τους από 21-8-2011 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Agrifert Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 284/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ