Supreme Court partially allowed appeal on lease termination damages and penalty clause reduction under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a commercial lease dispute. The lower court had rejected the tenant's claim for four months' rent upon termination and dismissed the landlord's request to reduce the penalty clause. The court found the lower court violated specific articles of the Civil Code concerning penalty reduction and failed to provide adequate reasoning for rejecting the tenant's arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 43, 45 of PD 34/1995; Article 361 of the Civil Code; Article 409 of the Civil Code: The court must apply statutory provisions on penalty reduction when a penalty is disproportionately high, and failure to provide adequate reasoning for rejecting such a claim constitutes grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1664 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1664/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", δυνάμει της υπ' αριθ. Κ2-13106/29-92006 Απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση των εταιρειών "PROTON ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, καθώς επίσης της υπ' αριθ. Κ2-14055/4.10.2006 Απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση της επωνυμίας και της έδρας της εταιρείας "PROTON ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" σε "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με έδρα τον Δήμο Αθηναίων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμελά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ελένη Ζέππου και Θωμά Μπουμπούλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7020/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/11/2006 αίτησή της και τους από 18/1/2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 10/9/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 7020/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 43 και 45 του διέποντος τις εμπορικές μισθώσεις π.δ/τος 34/1995 και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει, ότι ο μισθωτής δικαιούται, μετά πάροδο διετίας από την έναρξη της μίσθωσης και προ της παρέλευσης του χρόνου διαρκείας αυτής, που συμφωνήθηκε με τη σύμβαση μίσθωσης, να καταγγείλει την τελευταία, σε περίπτωση δε λύσης της μίσθωσης, με τέτοια καταγγελία, ο εκμισθωτής δικαιούται να λάβει, ως αποζημίωση, το κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών.
Από των ως άνω δικαιωμάτων των μερών δεν επιτρέπεται παραίτηση, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, η περί της οποίας (παραίτησης) δικαιοπραξία, είναι άκυρη, κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικείμενη στην ως άνω απαγορευτική διάταξη. Μεταγενέστερη, όμως, συμφωνία είναι έγκυρη. Επίσης, έγκυρη είναι συμφωνία, δυναμένη κατά τις περιστάσεις, να έχει το χαρακτήρα γνήσιας ή και μη γνήσιας ποινικής ρήτρας, η οποία άγει σε διεύρυνση του κατά τα άνω δικαιώματος του εκμισθωτή, με αύξηση του ποσού της καταβλητέας προς αυτόν αποζημίωσης, για την περίπτωση λύσης της μίσθωσης, συνεπεία της ως άνω καταγγελίας της μίσθωσης, στηριζομένη στο άρθρο 361 ΑΚ και μη ευρισκομένη σε αντίθεση προς την απαγορευτική της παραίτησης από των δικαιωμάτων των μερών, διάταξη του άρθρου 45 του ως άνω π.δ/τος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Με το από 8-3-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό οι δύο πρώτοι από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, ήτοι ο ... και ο ... εκμίσθωσαν στην εναγόμενη ένα πολυώροφο κτίριο (πέντε ορόφων), συνολικού εμβαδού 870 τ. μ., που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού ...
του οποίου ήσαν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για δώδεκα (12) έτη, ήτοι από 8-3-2001 έως 7-3-2013 και το μηνιαίο μίσθωμα σε 12.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως και ήδη ανήλθε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε 14.311.44 ευρώ, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου.
Το μίσθωμα συμφωνήθηκε να καταβάλλεται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα στους εκμισθωτές ανάλογα με το παραπάνω ποσοστό συγκυριότητας στο ακίνητο... Ακόμη συμφωνήθηκαν με τον όρο 14β του ως άνω μισθωτηρίου τα ακόλουθα: "Σε οποιαδήποτε περίπτωση λύσης της μίσθωσης ύστερα από επιθυμία της μισθώτριας, ακόμη και πριν τη λήξη της και με νεώτερη και κοινή συμφωνία των μερών, όπως προβλέπει ο νόμος, η μισθώτρια υποχρεώνεται στην καταβολή όλων των υπολειπομένων μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της δωδεκαετίας, εκτός αν οι εκμισθωτές εκμισθώσουν εν τω μεταξύ σε άλλον το μίσθιο"...
Με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σταθάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο δεύτερος των ως άνω εκμισθωτών μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στις κόρες του ... και ... (τρίτη και τέταρτη των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων) την επικαρπία του δευτέρου ορόφου του ως άνω κτιρίου, επιφανείας 134 τ.μ., στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας 17/100, για δώδεκα έτη και έτσι κι αυτές υπεισήλθαν στην επίδικη μίσθωση, όπως συνομολογείται, και τα ποσοστά τους στο ακίνητο, τα οποία διαμορφώθηκαν σε 50% στο πρώτο, 33% στο δεύτερο, και από 8,5% σε κάθε μία από την τρίτη και τέταρτη των εναγόντων...
Περαιτέρω, μετά την ως άνω μεταβίβαση της επικαρπίας στη τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, με το από 17-9-2004 μεταγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιητικής μίσθωσης, οι τέσσερις ενάγοντες-εκμισθωτές, συμφώνησαν με την εναγόμενη, να καταβάλει η τελευταία το αναλογούν μίσθωμα στην τρίτη και τέταρτη των εναγόντων και στον όρο 4 αναφέρουν "Κατά τα λοιπά, τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι οι λοιποί όροι της συμβάσεως μίσθωσης, στο βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με όσα ορίζονται στην παρούσα τροποποιητική πράξη, εξακολουθούν να ισχύουν ως έχουν", ήτοι ότι εξακολουθεί να ισχύει ο επίδικος όρος 14β του αρχικού μισθωτηρίου περί πρόωρης λύσης της μίσθωσης.
Το μεταγενέστερο ως άνω συμφωνητικό κατατέθηκε στη ΔΟΥ ... στις 1-11-2004 και έτσι απέκτησε και βεβαία χρονολογία. Περαιτέρω η εναγόμενη με το από 1-11-2004 εξώδικο έγγραφό της προς τους ενάγοντες, που επιδόθηκε σ' αυτούς στις 9-11-2004, κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση μισθώσεως, κατ' άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, λόγω παρόδου διετίας από την έναρξη της συμβάσεως μισθώσεως και κατέβαλε την προβλεπόμενη από το παραπάνω άρθρο 43 αποζημίωση των τεσσάρων μισθωμάτων, ως επίσης και τα μισθώματα των εξ μηνών, μέχρι της επελεύσεως των αποτελεσμάτων του ίδιου άρθρου 43, ήτοι μέχρι 9-5-2005".
Υπό τις παραδοχές αυτές του Εφετείου , καθώς και την περαιτέρω παραδοχή του ότι ο ως άνω όρος 14 αφορούσε και στην περίπτωση λύσης της μίσθωσης δια καταγγελίας της ήδη αναιρεσείουσας μισθώτριας και ότι τούτο, κατά την κυρία ως προς τούτο στην αναιρεσιβαλλομένη αιτιολογία, προκύπτει ρητώς και χωρίς ενδοιασμό από το περιεχόμενο των όρων, των διαλαμβανομένων στα ως άνω έγγραφα, επικουρικώς δε (κατ' επικουρική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης) και δι' ερμηνείας των ως άνω συμβατικών όρων, η κατά τα άνω συμφωνία περί καταβολής από τη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα των ποσών των μέχρι της λήξης της μίσθωσης μισθωμάτων, η οποία (συμφωνία) έχει τον χαρακτήρα της ποινικής και δη μη γνησίας κατά τα ως άνω ποινικής ρήτρας, αποτελούσα περιεχόμενο μεταγενέστερης της κατάρτισης της μίσθωσης συμφωνίας είναι έγκυρη κατά το άρθρο 361 ΑΚ και επομένως οι εκμισθωτές δικαιούνται να λάβουν το ποσό των μέχρι τη λήξη της μίσθωσης (υπό την προϋπόθεση ότι το μίσθιο δεν έχει μισθωθεί σε έτερο μισθωτή) μισθωμάτων, ως ποινή και όχι ως ποσό μισθωμάτων, οφειλομένων εκ της μίσθωσης. Ειδικώτερον, δικαιούνται να λάβουν ως ποινή, τα μισθώματα από της, υπό τις ως άνω παραδοχές, λύσης της μίσθωσης (9.5.2005) έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο (27.9.2005).
Συνεπώς, το Εφετείο, καίτοι εσφαλμένα δέχθηκε, κατά την κυρία αυτού αιτιολογία, ότι επρόκειτο οφειλή μισθωμάτων και όχι ποινής, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε κατά το μέρος που δέχθηκε ότι ο επίμαχος ως άνω όρος μίσθωσης είναι έγκυρος και ότι κατ' εφαρμογή αυτού δικαιούνται να λάβουν οι ενάγοντες - νυν αναιρεσίβλητοι (εκμισθωτές) μέχρι 27.9.2005 τα ως άνω ποσά και πρέπει, αντικαθισταμένης της αιτιολογίας, (αρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ) όσον αφορά το μέρος τούτο της αναιρεσιβαλλομένης, να απορριφθούν, ως αβάσιμοι οι περί παραβίασης των άρθρων 43 και 45 του π.δ/τος 534/1995, 174, 180, 587 και 405 ΑΚ, πρώτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού και τρίτος κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγοι αναίρεσης, όπως διευκρινίσθηκαν με τους προσθέτους λόγους. Περαιτέρω, σε
περίπτωση, που το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο σύμβασης και δεχόμενο ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, καταλήγει, κατά κυρία αιτιολογία, χωρίς ερμηνεία της σύμβασης, σε ορισμένη παραδοχή, σε ότι αφορά το περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης αυτής, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης υπ' αυτού των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εν σχέσει προς την ως άνω κυρία αιτιολογία, εκ του ότι τούτο (το δικαστήριο) επικουρικώς προβαίνει και σε ερμηνεία, μετά την οποία καταλήγει στο ίδιο, όπως και με την κυρία αιτιολογία, συμπέρασμα.
Εν προκειμένω ως προς τον ως άνω κρίσιμον όρο, το Εφετείο διέλαβε αφενός μεν κυρία αιτιολογία χωρίς ερμηνεία της σύμβασης, με βάση το υπ' αυτού δεκτό γενόμενο ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, αφετέρου δε επικουρική αιτιολογία, καταλήξαν στο ίδιο συμπέρασμα, περί των ως άνω όρων της σύμβασης και δι' ερμηνείας αυτών, στην οποία επικουρικώς προέβη. Κατά συνέπεια, ο πρώτος, κατά το άλλο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, όπως αυτός διευκρινίσθηκε με τους προσθέτους λόγους, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση, για παραβίαση από το Εφετείο των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων, σε σχέση με την ως άνω, κυρία αυτού αιτιολογία, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με αυτόν προβάλλεται αιτίαση για παραβίαση από το Εφετείο των ίδιων ως άνω κανόνων εν σχέσει προς την επικουρική αιτιολογία, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η μη αποτελεσματικώς πληττομένη σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό κυρία ως άνω αιτιολογία, αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση απέδωσε, στο κείμενο του εγγράφου, περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που έχει και όχι όταν, μετά από ορθή ανάγνωση του κειμένου, προέβη σε εσφαλμένη αυτού εκτίμηση. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται το κείμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το αποδοθέν από το δικαστήριο στο κείμενο του εγγράφου περιεχόμενο.
Συνεπώς, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση από το δικάσαν Εφετείο των σ' αυτόν αναφερομένων εγγράφων, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, αφού, όπως από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, τούτο κατέληξε ως προς το δεκτό υπ' αυτού γενόμενο της ύπαρξης όρων, επιβεβαιωτικών του κρισίμου ως άνω όρου 14, της μισθωτικής σύμβασης μετά από εκτίμηση του εγγράφου αυτού, στο κείμενο του οποίου δεν απέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό, από εκείνο το οποίο είχε.
Σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην πρώτη αιτιολογία, το δικάσαν Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η καταχθείσα σε δίκη αξίωση δεν ήταν ποινή πηγάζουσα, εκ της συνομολογηθείσας μη γνησίας ποινικής ρήτρας, αλλά μισθώματα και απορρίψαν, μετά ταύτα, αφενός μεν την ένσταση συμψηφισμού προς την ένδικη αξίωση της απαίτησης της αναιρεσείουσας μισθώτριας, για το ποσό της κατατεθείσας από αυτή εγγύησης, μετά τη, συνεπεία της ως άνω καταγγελία, επελθούσα λήξη της μίσθωσης, για το λόγο ότι διαλαμβανόταν σε όρο της τελευταίας, ότι το ποσό της απαίτησης από την εγγύηση δεν μπορούσε να συμψηφισθεί με την απαίτηση για την καταβολή των μισθωμάτων, αφετέρου δε, κατά την κυρία αυτού αιτιολογία, την ένσταση περί μείωσης της ποινής, ως δυσαναλόγως μεγάλη, κατά το άρθρο 409 ΑΚ, το οποίο, επίσης, έχει εφαρμογή και επί μη γνησίας ποινικής ρήτρας, παρεβίασε, με το να μη τις εφαρμόσει, υπό τα υπ' αυτού δεκτά γενόμενα, όπως έπρεπε, τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 409, 440, 441 και 587 ΑΚ, καθώς και το άρθρο 587 ΑΚ και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά τον βάσιμο, ως προς αυτό, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, τρίτο και κατά το δεύτερο και τέταρτο μέρος, λόγο αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να απορρίψει, κατά την επικουρική του αιτιολογία, την ένσταση μείωσης της ποινής, ως δυσαναλόγως μεγάλης, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι η ένδικος αξίωση ήθελε θεωρηθεί ως ποινή, στέρησε, την απόφασή του, κατά τούτο νόμιμης βάσης, διαλαμβάνον, ως προς το ζήτημα αυτό, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν αναφέρονται στις αιτιολογίες αυτής περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η μη συνδρομή των όρων του άρθρου 409 ΑΚ για τη μείωση της ποινής με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής διάταξης.
Επομένως, είναι βάσιμος, ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως αυτός διευκρινίσθηκε με τους προσθέτους λόγους.
IV. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο ως προς τη διάταξη της, με την οποία αναγνωρίζεται υποχρέωση της αναιρεσείουσας για καταβολή μισθωμάτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7020/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ