1663/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1663 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1663 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κρατικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (πρώην "ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο "Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Κρατικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο "Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε. Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστιανίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10712/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6843/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 6843/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 10712/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Δυνάμει του άρθρου 1 του Ν. 3066/2002 συνεστήθη ανώνυμη εταιρία με την Επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" και τον ειδικό τίτλο "Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε ΑΕ" με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη διευκόλυνση των μικρών επιχειρήσεων και των πολύ μικρών επιχειρήσεων (ΠΜΕ) στην αγορά κεφαλαίων, μέσω παροχής εγγυήσεων στα πλαίσια χρηματοδοτικών διευκολύνσεων αυτών.
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του Ν. 3912/2011, ΦΕΚ A 17/17.2.2011, ορίσθηκε ότι:
1. Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την Επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο "ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε." (στο εξής η Εταιρεία), η οποία από της ισχύος του παρόντος υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της την ανώνυμη εταιρεία με την Επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" και τον ειδικό τίτλο "Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε Α.Ε.", που συστήθηκε με το ν. 3066/2002, όπως αυτός ισχύει σήμερα. Ήδη η "ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε." μετονομάστηκε σε "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία" με διακριτικό τίτλο "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα" κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 4608/ 2019.
Η "ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε." διέπεται από τον ν. 3066/2002 και τον κ.ν. 2190/1920, όπως αυτός ισχύει σήμερα, ενώ με το άρθρο τρίτο του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι:
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, η Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε Α.Ε. παύει να υφίσταται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος επ' ονόματι της εταιρείας αυτής, περιέρχονται στην Εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Εξάλλου η εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 του ν. 3066/2002, τελεί υπό τον κανόνα της ένστασης δίζησης εκτός αν δεν πρόκειται τούτη να τελεσφορήσει με βάση τα στοιχεία που διαθέτει η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., ως επίσης και τα στοιχεία που διατηρεί η πιστώτρια Τράπεζα διατηρώντας το αναγωγικό δικαίωμα, σε βάρος του Πιστούχου υπέρ του οποίου εγγυάται.
Κατ' εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα της ένστασης δίζησης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 28519/3298/23-12-2008 (ΦΕΚ Β 2679/31-12-2008) ΚΥΑ Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία εγκρίθηκε η πράξη "Εγγύηση και Επιδότηση Επιτοκίου Δανείων Κεφαλαίου Κίνησης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων", σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον οδηγό-παράρτημα της εν λόγω ΚΥΑ. Στην Κ.Υ.Α. αυτή ορίζονται ειδικότερα τα ακόλουθα: όρος 1.5: Η Πράξη απευθύνεται σε υφιστάμενες ΜΕ/ΠΜΕ που έχουν έδρα σε οποιαδήποτε περιφέρεια της Ελλάδος, έχουν κλείσει τουλάχιστον 3 διαχειριστικές χρήσεις, απασχολούν λιγότερο από 50 εργαζόμενους και εμφανίζουν ετήσιο κύκλο εργασιών έως 10 εκατ. €, Όρος 1.7.1: Ενδιάμεσοι Φορείς Διαχείρισης της Πράξης είναι η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, του Υπουργείου Ανάπτυξης για το σχεδιασμό και την έκδοση της προκήρυξης και το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ), το οποίο έχει την ευθύνη της διαχείρισης και της παρακολούθησης, υλοποίησης του προγράμματος, ενώ Φορέας Διαχείρισης της Πράξης "Β φάση - Εγγύηση Δανείων Κεφαλαίου Κίνησης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων", που υποβάλλονται προς έγκριση από τις Τράπεζες στο ΤΕΜΠΜΕ από τις 9.4.2009 είναι το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ), το οποίο έχει την ευθύνη της διαχείρισης και της παρακολούθησης υλοποίησης του προγράμματος. Περαιτέρω και ειδικότερα με τον όρο 4.1. με τον τίτλο "ΕΠΙΛΕΞΙΜΕΣ Επιχειρήσεις", ορίζεται ότι επιλέξιμες προς χρηματοδότηση θεωρούνται οι υφιστάμενες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οιασδήποτε μορφής (όπως ατομικές, ελεύθεροι επαγγελματίες, ΟΕ, ΕΕ, ΕΠΕ, ΑΕ, κλπ.) που δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και για τις οποίες συντρέχουν αθροιστικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1] Έχουν κέντρο άσκησης της δραστηριότητάς τους μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας. 2] Απασχολούν κατά τη διάρκεια της τελευταίας κλεισμένης διαχειριστικής χρήσης πριν από τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, από 0 μέχρι 49 εργαζόμενους, υπολογιζόμενους σε Ετήσιες Μονάδες Εργασίας-Ε.Μ.Ε., με βάση το έντυπο Ε7 της τελευταίας χρήσης ή αντίστοιχης αποδεικτικής αξίας έγγραφο, οι οποίες θέσεις θα πρέπει να διατηρούνται μέχρι την εξόφληση του δανείου. Η σχετική παρακολούθηση θα γίνεται από την ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ. 3] Ο ετήσιος κύκλος εργασιών, της τελευταίας κλεισμένης διαχειριστικής χρήσης, δεν υπερβαίνει τα 10 εκατ. Ευρώ. 4] Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν κλείσει τουλάχιστον τρεις (3) διαχειριστικές χρήσεις. 5] Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να εμφανίζουν κατά τις τρεις τελευταίες κλεισμένες διαχειριστικές χρήσεις πριν από τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, κερδοφορία προ αποσβέσεων. 6] Δεν τους έχουν υποβληθεί κατά τον χρόνο υποβολής και εξέτασης της αίτησής τους κυρώσεις για παράβαση Κοινοτικών Κανονισμών ή Εθνικής Νομοθεσίας. Στον ίδιο ως άνω όρο 4.Ε περιέχεται σημείωση, σύμφωνα με την οποία, διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι "Ως τελευταία κλεισμένη διαχειριστική χρήση λαμβάνεται υπόψη εκείνη για την οποία η ΜΕ/ΠΜΕ έχει υποβάλει ή όφειλε να υποβάλει σχετική φορολογική δήλωση. Μετά την 31 Μαίου εκάστου ημερολογιακού έτους, ως τελευταία κλεισμένη διαχειριστική χρήση λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη εκείνη του αμέσως προηγουμένου ημερολογιακού έτους. Το ύψος του κύκλου εργασιών υπολογίζεται χωρίς το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και χωρίς άλλους φόρους. Τονίζεται ότι σε κάθε περίπτωση για τον προσδιορισμό τόσο του κύκλου εργασιών όσο και των αποτελεσμάτων προ αποσβέσεων, λαμβάνονται υπόψη τα λογιστικώς προσδιοριζόμενα αποτελέσματα. Περαιτέρω και ειδικότερα με τον όρο 5.1. με τον τίτλο "ΕΠΙΛΕΞΙΜΕΣ Μορφές Δανείων", ορίζεται ότι το πρόγραμμα αφορά στην εγγύηση και επιδότηση του επιτοκίου τραπεζικών δανείων κεφαλαίου κίνησης, τακτής λήξης. Συγκεκριμένα, παρέχεται εγγύηση και επιδοτείται ολόκληρο το επιτόκιο δανεισμού όλων των συμβάσεων τραπεζικών δανείων για τα οποία ισχύουν αθροιστικά τα εξής: 1] η μέγιστη διάρκεια του δανείου, της εγγύησης και της επιδότησης είναι τρία έτη (χωρίς περίοδο χάριτος), 2] είναι εγγυημένα από την ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. σε ποσοστό 80% με παραίτηση από το δικαίωμα της ένστασης δίζησης, 3] για το υπόλοιπο 20% του δανείου για το οποίο δεν εγγυάται η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ η Τράπεζα δεν αναζητά εξασφαλίσεις από τις ΜΕ/ΠΜΕ, 4] αφορούν δάνεια χρεολυτικής απόσβεσης με εξαμηνιαία συχνότητα πληρωμής δόσεων κεφαλαίου και εξαμηνιαίο ημερολογιακό εκτοκισμό, με ανώτατο επιτόκιο EURIBOR εξαμήνου + 210 μονάδες βάσης (2,10%). Δάνεια με επιτόκια υψηλότερα των παραπάνω δεν είναι επιλέξιμα. 5] αφορούν σε συγκεκριμένο, προσδιοριζόμενο στη δανειακή σύμβαση, ύψος δανείου, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων, ενώ στον όρο 5.3. με τον τίτλο "Ανώτατο και κατώτατο ποσό δανείου", ορίζεται ότι το κατώτατο επιλέξιμο ποσό δανείου προς εγγύηση και επιδότηση είναι 5.000,00 €. Το ανώτατο επιλέξιμο ποσό δανείου προς εγγύηση και επιδότηση είναι 350.000,00€. Το ύψος δανείου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων. Ειδικότερα, για την Πράξη "Β' Φάση - Εγγύηση Δανείων Κεφαλαίου Κίνησης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων" το ανώτατο επιλέξιμο ποσό δανείου προς εγγύηση είναι 125.000 € [όπως η τελευταία παράγραφος του όρου 5.3. προστέθηκε με την ΚΥΑ 8596/981 ΦΕΚ ΒΤ139/11-6-2009]. Επίσης, στο παράρτημα της άνω κοινής υπουργικής απόφασης παρατίθενται υποδείγματα τόσο της πράξης εγγύησης και επιδότησης [Υπόδειγμα 3] όσο και της καταγγελίας/κατάπτωσης σύμβασης δανείου [Υπόδειγμα 9]. Στο υπόδειγμα της πράξης εγγύησης και επιδότησης, στο πεδίο με τίτλο "ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΕΓΓΥΗΣΗΣ & ΕΠΙΔΟΤΗΣΗΣ", αναγράφεται ότι η εγγύηση και επιδότηση θα ισχύσει από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου καθώς και από την ημερομηνία κατάθεσης της προμήθειας σε λογαριασμό της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. και εφόσον προσκομιστούν στην Τράπεζα τα απαριθμούμενα σε αυτό έγγραφα, μεταξύ των οποίων αντίγραφα Ε3 της τριετίας που προηγείται της υποβολής της αίτησης. Ομοίως και στο υπόδειγμα καταγγελίας/κατάπτωσης σύμβασης δανείου, αντίγραφα Ε3 της τριετίας που προηγείται της υποβολής της αίτησης, συγκαταλέγονται μεταξύ των συνημμένων στην καταγγελία εγγράφων. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι προκειμένου να καταβληθεί το ποσό της εγγύησης, πρέπει να συντρέχουν οι παραπάνω ειδικοί όροι, ήτοι πρέπει να προκύπτει από τα αντίγραφα Ε3 της τριετίας που προηγείται της υποβολής της αίτησης, ότι το ύψος του δανείου δεν υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης. Σε διαφορετική περίπτωση, το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ) δεν μπορεί να καταβάλει στην Τράπεζα το ποσό της εγγύησης. Περαιτέρω με τον όρο 5.5.1 που ορίζει τα σχετικά με τις Διαδικασίες Παροχής Εγγύησης και Επιδότησης ορίζεται μεταξύ άλλων ότι η Τράπεζα δέχεται αιτήματα των ΜΕ/ΠΜΕ για εγγύηση και επιδότηση επιτοκίου δανείων κεφαλαίου κίνησης. Η Τράπεζα εξετάζει, αξιολογεί τα αιτήματα των ΜΕ/ΠΜΕ και δεσμεύεται, για την πιστοληπτική τους ικανότητα τη δεδομένη χρονική στιγμή, να εφαρμόσει τους ισχύοντες εσωτερικούς κανονισμούς της και τα κριτήρια πιστοδότησης που εκάστοτε εφαρμόζει, καθώς και εάν η ΜΕ/ΠΜΕ πληροί τις προϋποθέσεις ένταξής της στο πρόγραμμα. Σε περίπτωση που η Τράπεζα κρίνει ότι η ΜΕ/ΠΜΕ είναι οικονομικά βιώσιμη και καλύπτει τις προϋποθέσεις ένταξής της στο πρόγραμμα, τότε από την Κεντρική Υπηρεσία της (και όχι από τα υποκαταστήματα) αποστέλλει στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ ηλεκτρονικά την Αίτηση για Παροχή Εγγύησης και Επιδότησης Χρηματοδότησης Επιχείρησης, σύμφωνα, με το επισυναπτόμενο υπόδειγμα 1 (παράρτημα IV) σε μορφή XML. Η δομή των αρχείων XML θα περιγράφεται αυστηρά από ένα XML Schema, το οποίο θα δοθεί από την ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ στην Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή και βάσει του οποίου θα πρέπει να πιστοποιείται κάθε XML αρχείο για την εγκυρότητα της μορφοποίησης των δεδομένων που περιέχει. Κάθε αρχείο το οποίο δεν συμμορφώνεται με το δοθέν XML Schema, δεν θα γίνεται αποδεκτό από την ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ. Η αίτηση νομίμως υπογεγραμμένη από την Τράπεζα επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης σχετικά με την ορθή μεταφορά / παράθεση των δηλούμενων σε αυτήν στοιχείων της ΜΕ/ΠΜΕ. Παράλληλα με την ηλεκτρονική αποστολή της αίτησης θα αποστέλλεται στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ και φωτοαντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης νομίμως υπογεγραμμένης από την ΜΕ/ΠΜΕ σύμφωνα με το επισυναπτόμενο υπόδειγμα 2 (παράρτημα IV). Όλα δε τα απαραίτητα δικαιολογητικά (όπως ενδεικτικά Ε3, Ε7, έναρξη εργασιών της ΜΕ/ΠΜΕ κλπ) παραμένουν στην Τράπεζα, στον δανειακό φάκελο της ΜΕ/ΠΜΕ. Η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ δικαιούται να λαμβάνει αντίγραφα του δανειακού φακέλου οποτεδήποτε, είτε κατόπιν επιτόπιου ελέγχου, είτε ταχυδρομικώς, υποχρεούμενης ταυτοχρόνως της τράπεζας να τα παράσχει. Η Τράπεζα θα φροντίζει ώστε να αναφέρεται στη Σύμβαση Πίστωσης που υπογράφει η Τράπεζα με την ΜΕ/ΠΜΕ ότι η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, τα αρμόδια Εθνικά Όργανα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν δικαίωμα διεξαγωγής λογιστικού ελέγχου της ΜΕ/ΠΜΕ, για την οποία έχει εγγυηθεί και επιδοτήσει η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ ή ανάθεσης του εν λόγω έργου σε τρίτους. Η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ εξετάζει και ελέγχει την Αίτηση για Παροχή Εγγύησης και Επιδότησης Χρηματοδότησης Επιχείρησης και απαντά θετικά ή αρνητικά εντός 10 ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος. Σε περίπτωση θετικής απάντησης, η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ αποστέλλει υπογεγραμμένη εις τριπλούν στην Τράπεζα την Πράξη Εγγύησης και Επιδότησης, με τους όρους που αναφέρονται σε αυτήν. Ταυτόχρονα με την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης υπογράφεται από την Τράπεζα και την ΜΕ/ΠΜΕ η ανωτέρω Πράξη Εγγύησης και Επιδότησης εις τριπλούν. Μόλις γίνει η εφ' άπαξ εκταμίευση του ποσού του δανείου και κατατεθεί η προμήθεια υπέρ της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ από την ΜΕ/ΠΜΕ σε λογαριασμό της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, οπότε άρχεται η ισχύς της εγγύησης και επιδότησης, τότε αποστέλλεται από την Τράπεζα στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, κατάλληλα συμπληρωμένο, ένα από τα τρία υπογεγραμμένα αντίγραφα της Πράξης Εγγύησης και Επιδότησης, μαζί με τη σχετική απόδειξη κατάθεσης της προμήθειας. Στην Πράξη Εγγύησης και Επιδότησης, σύμφωνα με το επισυναπτόμενο υπόδειγμα 3 (παράρτημα IV), θα αναγράφονται από την Τράπεζα τα εξής:
Αριθμός σύμβασης Πίστωσης, αριθμός δανειακού λογαριασμού (ΙΒΑΝ), ημερομηνία υπογραφής σύμβασης πίστωσης, μονάδες επιδότησης, το αρχικό ποσό επιδότησης (με το επιτόκιο euribor εξαμήνου +210 μονάδες βάσης + 0,60 % εισφορά Ν. 128/75 που ισχύει κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου) και η ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου. Η σύμβαση πίστωσης και η Πράξη Εγγύησης και Επιδότησης αναγράφουν την ίδια ημερομηνία. Τέλος, στον όρο 12 της εν λόγω ΚΥΑ ορίζονται τα εξής: Το παρόν πρόγραμμα υλοποιείται στο πλαίσιο πρόσθετης εξαίρεσης του κανόνα άσκησης ένστασης δίζησης και προστίθεται στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις της ενότητας VI του Κανονισμού Παροχής Εγγυήσεων της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ υπ' αριθμ. 12882/ 867/25.07.03 (ΦΕΚ Β 1065/31.07.03), όπως ισχύει σήμερα και του Ν. 3728/2008. Ορίζεται διάστημα 180 ημερών συνεχούς ληξιπροθεσμίας από οποιαδήποτε αιτία (ήτοι κεφάλαιο, τόκοι υπερημερίας, έξοδα κλπ), μετά την παρέλευση του οποίου η Τράπεζα δύναται και οφείλει να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση. Σε περίπτωση αποδεδειγμένης και δηλωμένης πλήρους αδυναμίας (καταβολής οιουδήποτε ποσού) της ΜΕ/ΠΜΕ, η οποία συγχρόνως έχει διακόψει πλήρως τη λειτουργία της, δύναται η Τράπεζα να καταγγείλει τη δανειακή σύμβαση μετά τη συμπλήρωση 90 ημερών συνεχούς ληξιπροθεσμίας. Μετά το ως άνω διάστημα σε περίπτωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού εκ μέρους της επιχείρησης, το ποσό αυτό αφαιρείται από το ποσό του δανείου. Σε περίπτωση καθυστέρησης, η τράπεζα, με ποινή υπαναχώρησης, υποχρεούται να ενημερώνει την ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ για την καθυστέρηση, το αργότερο έως την 20η ημέρα του επομένου ημερολογιακού μήνα για τις καθυστερήσεις του αμέσως προηγούμενου μήνα. Η τράπεζα σε συνέχεια της προαναφερόμενης συνεχούς ληξιπροθεσμίας αποστέλλει στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ την καταγγελία/κατάπτωση, σύμφωνα με το επισυναπτόμενο υπόδειγμα 9 (Παράρτημα IV), στο οποίο θα αναγράφεται το τελικώς οφειλόμενο ποσό και θα συνυποβάλλονται ως συνημμένα τα ακόλουθα: α) αντίγραφο κίνησης δανειακού λογαριασμού, β) αντίγραφο σύμβασης δανείου και τυχόν τροποποιήσεων αυτής, γ) αντίγραφα αποδεικτικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας που καλύπτουν την ημερομηνία εκταμίευσης, δ) αντίγραφα Ε3 της τριετίας που προηγείται της υποβολής της αίτησης και Ε7 της τελευταίας κλεισμένης διαχειριστικής χρήσης που προηγείται της υποβολής της αίτησης, καθώς και Ε7 (εφόσον υφίσταται) της κλεισμένης διαχειριστικής χρήσης που προηγείται της καταγγελίας της αίτησης, ε) αντίγραφα στοιχείων σώρευσης (αποφάσεις ένταξης της ΜΕ/ΠΜΕ - εφόσον υφίσταται σώρευση), με σκοπό την εξέταση της σώρευσης ενισχύσεων de minimis ή/και τη σώρευση ενισχύσεων de minimis και άλλων κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτά δηλώνονται στην υπεύθυνη δήλωση της ΜΕ/ΠΜΕ, στ) αντίγραφα που υποδεικνύουν τα λοιπά στοιχεία της υπεύθυνης δήλωσης που υποβάλλεται, ζ) αντίγραφο βεβαίωσης έναρξης εργασιών της αρμόδιας ΔΟΥ και τυχόν μεταβολές αυτής, η) αντίγραφο καταγγελίας και έκθεσης επίδοσης στην ΜΕ/ΠΜΕ. Μετά την παραλαβή από την ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, συμπληρωμένου ορθά του εντύπου της καταγγελίας που θα συνοδεύεται με όλα τα ως άνω συνημμένα, η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ θα καταβάλλει στην τράπεζα το ποσό της εγγύησης εντός προθεσμίας δύο μηνών. Όταν καταβληθεί το ποσό της εγγύησης, ο σχετικός φάκελος και η σχετική απόφαση του αρμοδίου οργάνου της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, διαβιβάζεται στην αρμόδια ΔΟΥ που υπάγεται η επιχείρηση, προκειμένου να εισπραχθεί κατά Κ.Ε.Δ.Ε. Με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Ανάπτυξης, κατόπιν εισήγησης της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, εξαιρούνται από την παραπάνω διαδικασία περιπτώσεις ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμής από τη ΜΕ/ΠΜΕ. Με την ίδια απόφαση, καθορίζεται ο τρόπος αντιμετώπισης των περιπτώσεων αυτών. Κατά τα οριζόμενα στην προαναφερόμενη υπουργική απόφαση, συνεπώς, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των δανειακών υποχρεώσεων της δανειοδοτηθείσας επιχείρησης και καταγγελίας της δανειακής σύμβασης εκ μέρους της τράπεζας, η τελευταία αποστέλλει αίτημα κατάπτωσης της εγγύησης στην ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ. Τότε, το πρώτον, συναποστέλλονται τα κατά νόμον οριζόμενα δικαιολογητικά, ούτως ώστε, εντός δύο μηνών από την παραλαβή τους, η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ να προβεί η ίδια σε έλεγχο και εν συνεχεία να εκταμιεύσει το ποσόν, για το οποίο έχει εγγυηθεί. Επομένως, στις περιπτώσεις που η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ εγγυάται βάσει της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης, η εναντίον της αξίωση της τράπεζας καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από την πάροδο δύο μηνών από την παραλαβή πλήρους φακέλου δικαιολογητικών, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα. Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι εγγυήσεις που παρέχει η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ διέπονται κατ' αρχήν από την ειδική αυτή νομοθεσία. Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την παροχή εγγύησης (άρθρα 847 επ. ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ως άνω ειδικότερες διατάξεις. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη (ΑΠ 704/2023, ΑΠ 1500/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως αόριστη ή μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως ορισμένη και νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021). Εξάλλου για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιό επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 850/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/ 2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του και τον τρίτο λόγο κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 181, 361, 382, 383, 387, 389 επ., 608, 672, 847, 862 επ. ΑΚ και της ΚΥΑ με αριθμό 28519/3298/23-12-2008 (ΦΕΚ Β' 2679/31-12-2008) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, μετά του Οδηγού Προγράμματος, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του Ν. 3066/2002 (άρθρο 8), με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από την εγγυητική της ευθύνη, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα χορήγησε στην επιχείρηση "Δ. Σ." το επίδικο δάνειο, ύψους 100.000 ευρώ, το οποίο υπερέβαινε το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2009 σύμβασης δανείου, που καταρτίστηκε στη Λαμία στις 16-8-2009 μεταξύ της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε." και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και του Σ. Δ. του Ν. [μη διάδικο στην παρούσα δίκη], η ενάγουσα χορήγησε σε αυτόν δάνειο για κεφάλαιο κίνησης, ποσού 100.000 €, με τους ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αυτή, αποδοτέο εντός 36 μηνών, με έξι [6] συνεχείς ισόποσες εξάμηνες δόσεις, ποσού εκάστη 16.666,67 €, αρχής γενομένης έξι [6] μήνες μετά από την ημέρα εκταμίευσης και εξαμηνιαίο ημερολογιακό εκτοκισμό, με ανώτατο επιτόκιο EURIBOR, εξαμήνου + 210 μονάδες βάσης (2,10%), πλέον της εισφοράς του Ν. 128/1975, που ανερχόταν κατά την υπογραφή της σύμβασης σε 0,60%. Υπέρ του ως άνω οφειλέτη εγγυήθηκε η ανώνυμη εταιρεία "Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων Α.Ε. [ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.]" - την οποία καθολικά υποκατέστησε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της η ανώνυμη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." [Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε] και ήδη μετονομασθείσα σε "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία" με διακριτικό τίτλο "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα" [άρθρο 1 παρ.1 ν. 4608/2019] - με την υπογραφή της υπ' αριθ. ...-2009 πράξης εγγύησης και επιδότησης. Ειδικότερα, με την άνω πράξη εγγύησης, η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε υποσχέθηκε να καταβάλει κάθε οφειλή του πρωτοφειλέτη απορρέουσα από την άνω σύμβαση δανείου μέχρι ποσοστού 80% επί του ποσού του δανείου, κατ' εφαρμογή της υπ' αριθ. 28519/ 3298/23-12-2008 ΦΕΚ Β 2679/31-12-2008 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, το ν. 3066/2002 και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παραιτούμενη της ενστάσεως διζήσεως. Η διάρκεια της εγγύησης ορίστηκε για 36 μήνες, ήτοι για χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο διάρκειας του δανείου και η προμήθεια ορίστηκε στο ποσό των 200 €. Όπως αναφέρεται στην άνω πράξη εγγύησης, η εγγύηση θα ίσχυε από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου, καθώς και από την ημερομηνία κατάθεσης της προμήθειας σε λογαριασμό της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. και εφόσον προσκομίζονταν στην δανείστρια Τράπεζα "1. Ισχύον κατά την εκταμίευση αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας 2. Ισχύον κατά την εκταμίευση αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας 3. Τα έντυπα Ε3 της τριετίας που προηγείται της υποβολής της αίτησης 4. Το έντυπο Ε7 της τελευταίας κλεισμένης διαχειριστικής χρήσης που προηγείται της υποβολής της αίτησης 5. Αποφάσεις ένταξης σε επιχορηγούμενα προγράμματα κατά την τελευταία τριετία που προηγείται της υποβολής της αίτησης [εφόσον αυτά υφίστανται] και 6. Βεβαίωση έναρξης δραστηριότητας με τις μέχρι τότε μεταβολές". Μετά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, στις 19-8-2009, εκταμιεύτηκε το ποσό του δανείου - προς εξυπηρέτηση του οποίου ανοίχθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός - και χορηγήθηκε στον πρωτοφειλέτη, Σ. Δ., αφού πρώτα αυτός κατέβαλε το ποσό των 200 € της προμήθειας στην εναγομένη και προσκόμισε στην Τράπεζα όλα τα ανωτέρω έγγραφα, καθώς και υπεύθυνη δήλωση ότι δεν είχε ενταχθεί σε κανένα πρόγραμμα κρατικής ενίσχυσης την τριετία πριν από την εκταμίευση. Τη διαδικασία χορήγησης του εν λόγω δανείου και εγγύησης αυτού προς εξασφάλιση της ενάγουσας τράπεζας ενέκρινε η εναγομένη, αφού εξέτασε και ήλεγξε την Αίτηση για Παροχή Εγγύησης και Επιδότησης Χρηματοδότησης Επιχείρησης, η οποία απεστάλη σε αυτήν από την ενάγουσα τραπεζική εταιρεία, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία που προβλέπεται, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, στον όρο 5.5.1. περί "Διαδικασιών Παροχής Εγγύησης και Επιδότησης" του Οδηγού Προγράμματος της άνω υπ' αριθ. 28519/3298/23-12-2008 ΦΕΚ Β 2679/31-12-2008 ΚΥΑ. Ωστόσο, ο πρωτοφειλέτης, Σ. Δ., δεν τήρησε τους όρους της δανειακής σύμβασης ήδη από την πρώτη οφειλόμενη δόση, καθώς δεν κατέβαλε την δόση της 19ης-2-2010, ποσού 16.666,67 €, πλέον μέρος των τόκων του Β' εξαμήνου 2009, ποσού 832,26 € και των τόκων του Α' εξαμήνου 2010, ποσού 1.638,99 €, καθώς και τους δεδουλευμένους τόκους μεταφοράς από 2-7-2010 έως 23-7-2010, ποσού 629,74 €. Ένεκα τούτου, η ενάγουσα προέβη στις 23-7-2010, με το υπ' αριθ. πρωτ. 07.10.1338.2176 έγγραφό της, στην καταγγελία της δανειακής σύμβασης που κοινοποιήθηκε στον πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα το συνολικά οφειλόμενο ποσό, το οποίο ανερχόταν κατά την άνω ημερομηνία στο ποσό των 103.100,99 €, να καταστεί ληξιπρόθεσμο, εκκαθαρισμένο και απαιτητό κατά κεφάλαιο, τόκους λοιπές επιβαρύνσεις και έξοδα. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 452/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της οποίας κοινοποιήθηκε στον Σ. Δ. [βλ. την υπ' αριθ. ...-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας, Α. Φ.], πλην όμως ουδέν κατέβαλε ο ανωτέρω δανειολήπτης. Ακολούθως η ενάγουσα, εντός της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας, με το αριθ. πρωτ. ...-2010 έγγραφό της [καταγγελία-κατάπτωση σύμβασης δανείου], γνωστοποίησε στην εναγομένη την καταγγελία της δανειακής σύμβασης και ζήτησε την ενεργοποίηση της εγγύησης, ώστε να καλυφθεί η τελική ζημία από την εναγομένη κατά το ποσοστό εγγύησής της, ήτοι κατά το ποσό των 80.000 €, εφόσον επί του οφειλόμενου ποσού κεφαλαίου, 100.000 €, δεν εισπράχθηκε κανένα ποσό. Επισυνάφθηκαν δε στο ανωτέρω έγγραφο και τα απαιτούμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων, αντίγραφο της δανειακής σύμβασης και της κίνησης του δανειακού λογαριασμού, καθώς και τα έντυπα Ε3 της τριετίας που προηγείτο της υποβολής της αίτησης. Η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2011 απαντητικό της έγγραφο, γνωστοποίησε στην ενάγουσα τη μη αποδοχή του αιτήματος κατάπτωσης της εγγύησης της επιχείρησης του Σ. Δ. και τη μη καταβολή του αιτούμενου ποσού, διότι το ύψος του χορηγηθέντος από την ενάγουσα δανείου υπερέβαινε το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης του άνω πιστούχου, κατά παράβαση των όρων 5.1 και 5.3 του Οδηγού Εφαρμογής της υπ' αριθ. 28519/3298/23-12-2008 ΦΕΚ Β 2679/31-12-2008 ΚΥΑ. Από τα προσκομιζόμενα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων Επιχειρήσεων και Επιτηδευματιών [Ε3] των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης του Σ. Δ., πριν τη χορήγηση του δανείου, βάσει του λογιστικού προσδιορισμού καθαρών κερδών επιχειρήσεων με βιβλία Β' Κατηγορίας, στον Πίνακα ΣΤ' περ. η), στο πεδίο "Σύνολο Ακαθαρίστων Εσόδων", με κωδικό 551, προκύπτουν τα εξής: 1] Κατά το οικονομικό έτος 2007 [διαχειριστική χρήση 2006], ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης [σύνολο ακαθαρίστων εσόδων] ήταν 304.93,25 € 2] Κατά το οικονομικό έτος 2008 [διαχειριστική χρήση 2007], ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης [σύνολο ακαθαρίστων εσόδων] ήταν 598.664,95 € και 3] Κατά το οικονομικό έτος 2009 [διαχειριστική χρήση 2008], ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης [σύνολο ακαθαρίστων εσόδων] ήταν 31.242,56 €. Επομένως, ο μέσος όρος των ανωτέρω κύκλων εργασιών ανέρχεται στο ποσό των [304.937,25 € + 598.664,95 € + 31.242,56 € = 934.844,76 € : 3 =] 311.614,93 €. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το ύψος του δανείου, σύμφωνα με τον όρο 5.1 και 5.3 του Οδηγού Προγράμματος, δεν έπρεπε να ξεπερνά το 30% του άνω ποσού, το ανώτατο ποσό του χορηγηθέντος δανείου δεν θα έπρεπε να ξεπερνά το ποσό των [311.614,93 € X 30% =] 93.484,48 €. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το χορηγηθέν από την ενάγουσα δάνειο ανήλθε στο ποσό των 100.000 €, ήτοι το ύψος του δανείου υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης του άνω πιστούχου, μη πληρουμένων εντεύθεν των προϋποθέσεων παροχής εγγύησης που θέτει η άνω υπ' αριθ. 28519/3298/23-12-2008 ΚΥΑ στους όρους 5.1 και 5.3 του Οδηγού Εφαρμογής της.
Συνεπώς, η ενάγουσα, λανθασμένα υπολόγισε το μέσο όρο του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης του πιστούχου, βάσει των εξωλογιστικών εσόδων, όπως αυτά εμφαίνονται στα προσκομιζόμενα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων Επιχειρήσεων και Επιτηδευματιών [Ε3] στον Πίνακα ΣΤ' περ. στ), στον κωδικό 344, και συνακόλουθα εσφαλμένα υπολόγισε τον κύκλο εργασιών [ακαθάριστα έσοδα] της επιχείρησης του πιστούχου για το οικονομικό έτος 2007 [διαχειριστική χρήση 2006] στο ποσό των 614.225,92 €, αντί του ορθού των 304.937,25 €, για το οικονομικό έτος 2008 [διαχειριστική χρήση 2007] στο ποσό των 659.876,50 €, αντί του ορθού των 598.664,95 € και για το οικονομικό έτος 2009 [διαχειριστική χρήση 2008] στο ποσό των 31.242,56 € που είναι και ο ορθός. Άλλωστε, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, ρητά αναφέρεται στη σημείωση που εμπεριέχεται στον όρο 4.1 του οδηγού της εν λόγω ΚΥΑ, ότι, σε κάθε περίπτωση, για τον προσδιορισμό τόσο του κύκλου εργασιών όσο και των αποτελεσμάτων προ αποσβέσεων των επιχειρήσεων, λαμβάνονται υπόψη τα λογιστικώς προσδιορισμένα αποτελέσματα. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας, δεχόμενη ως βάση υπολογισμού του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης του άνω πιστούχου, τα εξωλογιστικώς προσδιορισμένα έσοδα της επιχείρησης, για την χορήγηση του επίδικου δανείου, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης -εναγόμενης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 847, 862 επ. ΑΚ, καθώς και της ΚΥΑ με αριθμό 28519/3298/23-12-2008 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του Ν. 3066/2002 (άρθρο 8), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 181, 382, 383, 387, 389 επ., 608, 672 ΑΚ, καθόσον αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω και ορθά δεν εφαρμόστηκαν. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, η αναιρεσείουσα χορήγησε στον Σ. Δ. δάνειο, ποσού 100.000 ευρώ, υπέρ του οποίου εγγυήθηκε η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη, αφού εξέτασε και έλεγξε την αίτηση για παροχή εγγυήσεως και επιδοτήσεως χρηματοδοτήσεως επιχειρήσεως που της είχε αποστείλει η αναιρεσείουσα, ενώ όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά (Ε3, Ε7, έναρξη εργασιών της επιχειρήσεως) παρέμειναν στον δανειακό φάκελο του Σ. Δ. στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, μετά δε την καταγγελία της δανειακής συμβάσεως λόγω μη τηρήσεως των όρων της από τον οφειλέτη, η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη την καταγγελία και της ζήτησε την ενεργοποίηση της εγγυήσεως, θέτοντας υπόψη της εκτός των άλλων και τα έντυπα Ε3 της τριετίας που προηγείτο της υποβολής της αιτήσεως, πλην όμως η τελευταία δεν αποδέχθηκε το αίτημα καταπτώσεως της εγγυήσεως ήτοι την καταβολή του αιτουμένου ποσού, διότι το ύψος του χορηγηθέντος από την αναιρεσείουσα δανείου υπερέβαινε το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχειρήσεως του πιστούχου, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα υπολόγισε τον μέσο όρο του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων διαχειριστικών χρήσεων της επιχειρήσεως του πιστούχου με βάση τα εξωλογιστικά έσοδα, κατά παράβαση των όρων 5.1 και 5.3 της ως άνω ΚΥΑ, η οποία ορίζει ότι για τον προσδιορισμό τόσο του κύκλου εργασιών όσο και των αποτελεσμάτων προ αποσβέσεων λαμβάνονται υπόψη τα λογιστικώς προσδιορισμένα αποτελέσματα, με συνέπεια να μην συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η ως άνω απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάπτωση της εγγυήσεως.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 361, 847, 862 επ. ΑΚ και της ΚΥΑ με αριθμό 28519/3298/23-12-2008 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του Ν. 3066/2002 (άρθρο 8), οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του και ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/ 2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εγκρίσεως άλλως συγκαταθέσεως του ΤΕΜΠΜΕ στην δανειοδότηση του Σ. Δ., υπό τους περιεχόμενους στη σύμβαση δανείου και στην εγγύηση όρους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε με την παραδοχή των αντιθέτων.
ΙΙΙ. Από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχεται, πλην άλλων και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 343/2023, ΑΠ 71/2023, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 480/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον ισχυρισμό της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής αυτής από την εγγυητική της ευθύνη, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, ως αόριστος και η αναιρεσίβλητη απαραδέκτως τον επανέφερε με λόγο έφεσης, εισφέροντας νέα πραγματικά περιστατικά για τη βελτίωση του περιεχομένου του. Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη στις από 6-12-2018 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε τον εξής ισχυρισμό "Στην ως άνω ΚΥΑ-Οδηγό Προγράμματος ορίζονται ειδικότερα τα ακόλουθα: στον όρο 5.1 που τιτλοφορείται "Επιλέξιμες Μορφές Δανείων" ρητά προβλέπεται ότι παρέχεται εγγύηση όλων των συμβάσεων τραπεζικών δανείων για τα οποία ισχύουν αθροιστικά τα εξής: ...αφορούν σε συγκεκριμένο, προσδιοριζόμενο στη δανειακή σύμβαση, ύψος δανείου, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων. Στον όρο 5.3 που τιτλοφορείται "Ανώτατο και Κατώτατο Ποσό Δανείου", επίσης ρητά προβλέπεται ότι το ύψος δανείου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα αποστελλόμενα στην ΕΤΕΑΝ και συνοδεύοντα την καταγγελία έγγραφα προέκυψε ότι η Τράπεζα είχε χορηγήσει δάνειο ανώτερο από το 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τριών τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχείρησης "Δ. Σ." και ως εκ τούτου λόγω της "παράβασης" των προρρηθέντων όρων της ως άνω ΚΥΑ η επιχείρηση αυτή δεν ήταν επιλέξιμη (για το ληφθέν ποσό δανείου) για ένταξη στην ως άνω Δράση και η κρατική εταιρεία ΤΕΜΠΜΕ (νυν ΕΤΕΑΝ), ήταν υποχρεωμένη να υπαναχωρήσει από τη δοθείσα εγγύησή της". Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω προβληθείς ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης είναι επαρκώς ορισμένος, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτόν τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία που προβλέπονται στους όρους 5.1 και 5.3 της ΚΥΑ με αριθμό 28519/3298/23-12-2008 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο του ισχυρισμού η επίκληση από την αναιρεσίβλητη του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεως των τριών τελευταίων διαχειριστικών χρήσεων πριν την χορήγηση του δανείου. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως για εσφαλμένη απόρριψη ισχυρισμού (ενστάσεως) της αναιρεσίβλητης που δεν προτάθηκε απ' αυτήν. Από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι είχε προτείνει ως λόγο εφέσεως ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό της ότι δεν τηρήθηκε από την αναιρεσείουσα τράπεζα ο ειδικότερος όρος που προβλέπεται με τους όρους 5.1 και 5.3 του οδηγού προγράμματος της ΚΥΑ 28519/3298/2008, ότι το ύψος του δανείου δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό του 30% του μέσου όρου του κύκλου εργασιών των τελευταίων κλεισμένων διαχειριστικών χρήσεων της επιχειρήσεως.
Συνεπώς ο, ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη λόγο έφεσης που δεν είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος.
VΙ. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη, ο οποίος έχει πρόδηλη και ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 22 παρ. 1, 3 Ν. 3693/ 1957 (σε συνδυασμό με άρθρο έβδομο παρ. 1 του Ν. 3912/2011), που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι, εν προκειμένω, η νομική υπηρεσία της αναιρεσίβλητης δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6843/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ