Legislator Case Law & Legislation
1663/2023 AI generated

1663/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1663/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1663 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Î...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1663 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Η. Μ. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι.-Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ." και το δ.τ. "Η. Μ.Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ά.-Μ. Α. του Δ., κατοίκου Α. Π. Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαργετίνας Στεφανάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1172/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 867/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 2.6.2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ'αριθ. 867/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 12.10.2020 έφεση της εναγομένης κατά της υπ'αριθ. 1172/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της εφεσιβλήτου, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και της επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας, ως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ένεκα προσβολής της προσωπικότητάς της. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014). Όμως, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1325/2020, 1000/2017, 244/2017, 132/2016). Εξ άλλου κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας και χωρίς να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.). Για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή και ηθικές ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του συνέπειες. Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη, και δη για την κρίση ως προς τον χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη σε σχέση με αυτήν που κατείχε προηγουμένως, είναι ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτόν και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται και ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, εφόσον αυτή είναι οριστική και μόνιμη κατά τον ως άνω χρόνο (ΑΠ 216/2017, 126/2011). Εξ άλλου o, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α'ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα [ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013]. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα της εκμετάλλευσης νοσηλευτικών μονάδων και ιατρικών διαγνωστικών κέντρων και στην παροχή συναφών υπηρεσιών. Η ενάγουσα τυγχάνει ιατρός, έχει την ειδικότητα της παθολογοανατόμου και στις 17.7.2000 προσελήφθη από το κοινωφελές ίδρυμα <<...Ε. Ν.>> με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου για να παρέχει την εργασία της με την ανωτέρω ειδικότητα και τις συναφείς με αυτήν εργασίες , χωρίς την καταβολή πρόσθετης αμοιβής επί πέντε [5] ημέρες κάθε εβδομάδα και τριάντα έξι [36] ώρες εβδομαδιαίως με μηνιαίες αποδοχές κατά τα οριζόμενα στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων της Χώρας. Σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης η ενάγουσα παρείχε την εργασία της με συνέπεια, ευσυνειδησία και υπευθυνότητα, Στις 3.2.2006 υπογράφηκε νέα σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εργοδότριας, με την οποία της ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρώτριας Διευθύντριας του Π. Τμήματος του νοσοκομείου με όλες τις εργασίες που συνεπάγεται η θέση αυτή, όπως αναφέρονται στη συμφωνία, καθώς και τις παρεμφερείς με αυτές, χωρίς πρόσθετη αμοιβή, αλλά με την αμοιβή που καθορίζονταν στο συμφωνητικό με ελάχιστο σύνολο μηνιαίων αποδοχών 3.521,64 ευρώ. Στις 15.6.2012 η ενάγουσα προήχθη με απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου σε Διευθύντρια του Π. Εργαστηρίου του Νοσοκομείου και συνέχισε να παρέχει την εργασία της με τους ίδιους όρους και συμφωνίες. Στις 17.4.2014 υπογράφηκε νέα σύμβαση, με την οποία της ανατέθηκαν καθήκοντα Επιστημονικής Διευθύντριας με όλες τις παρεμφερείς εργασίες χωρίς πρόσθετη αμοιβή, ενώ έκτοτε κατείχε και την ιδιότητα της Διευθύνουσας Υπαλλήλου. Ως Επιστημονική Διευθύντρια η ενάγουσα όφειλε να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις, που συνδέονταν με τα καθήκοντά της, ενώ μη συμμόρφωση προς αυτά αποτελούσε λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Κάθε παροχή που ελάμβανε επί πλέον του μισθού της ως Επιστημονική Διευθύντρια θα εθεωρείτο ως οικειοθελής παροχή. Με τη νέα συμφωνία ορίσθηκε ότι απαγορεύεται να απασχολείται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή να συνεργάζεται με άλλα Νοσηλευτικά Ιδρύματα και ότι κάθε τροποποίηση της σύμβασής της, που υπερισχύει και αντικαθιστά κάθε προηγούμενη, θα γίνεται εγγράφως. Περαιτέρω, δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι στις 24.9.2014 το νοσοκομείο <<Ε. Ν.>> αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με επίσπευση της Τράπεζας Πειραιώς και κατακυρώθηκε ως οικονομικό σύνολο στην εναγομένη, και ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως διάδοχος της προηγούμενης εργοδότριας, συνέχισε τη λειτουργία του στις ίδιες εγκαταστάσεις, με την ίδια υλικοτεχνική υποδομή και το ίδιο ανθρώπινο δυναμικό [ιατρούς, νοσηλευτές, βοηθητικό και διοικητικό προσωπικό]. Η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει την εργασία της με τους ίδιους όρους και συμφωνίες. Τον Μάιο του 2017 στα πλαίσια απόφασης της διοίκησης για την επικαιροποίηση των συμβάσεων των ιατρών, μεταξύ άλλων και του Π. Εργαστηρίου, η ενάγουσα κλήθηκε να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας με τις ίδιες αποδοχές. 'Όμως, αρνήθηκε την υπογραφή της νέας σύμβασης , γιατί κατά τους ισχυρισμούς της δεν γίνονταν αναφορά στα προηγούμενα έτη απασχόλησής της , περιείχε όρους που τροποποιούσαν δυσμενώς τη σύμβαση εργασίας της και έθιγαν θεμελιώδη εργασιακά της δικαιώματα. Ειδικότερα, κατά την προσβαλλομένη απόφαση, α] περιείχε όρο δυνάμει του οποίου μπορούσε να παρέχει την εργασία της σε διάφορους τόπους και εργασίες ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης , ακόμη και σε νέα επιχείρηση που τυχόν θα συνέστηνε η αναιρεσείουσα , χωρίς να θεωρείται βλαπτική η μεταβολή των όρων εργασίας της και χωρίς αξίωση για πρόσθετη αμοιβή, β] προέβλεπε λύση της συμβάσεως εργασίας της στην περίπτωση της εξ υπαιτιότητάς της παράβασης συμβατικών όρων χωρίς καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως, γ] προέβλεπε ότι η παραβίαση του προγράμματος εργασίας έστω και ανυπαίτια αποτελούσε σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της εργοδότριας, ακόμη δ] ότι δεν δικαιούνταν άλλη αμοιβή πέραν των μηνιαίων αποδοχών της, ποσού 3.521,64 ευρώ, ε] ότι όφειλε να προστατεύσει την εργοδότρια στην περίπτωση εγέρσεως σε βάρος της αγωγής ή άσκησης ποινικής δίωξης ή άλλης δικαστικής ή εξώδικης ενέργειας εξ αιτίας ή εξ αφορμής των υπηρεσιών της. Μετά πάροδο ενός μηνός από την άρνησή της, της εστάλη νέο σχέδιο συμβάσεως εργασίας αλλά αρνήθηκε και πάλι να το υπογράψει , γιατί περιείχε τους ίδιους ως άνω βλαπτικούς όρους και επί πλέον ότι α] είχε υποχρέωση με προθυμία και πειθαρχία να δέχεται οδηγίες και να εκτελεί με επιμέλεια τα καθήκοντά της , β] οι ώρες εργασίες της θα καθορίζονταν ανάλογα με τις ανάγκες του τομέα με ανάλογα μειωμένες αποδοχές. Η ενάγουσα αρνήθηκε και πάλι την υπογραφή της συμβάσεως δηλώνοντας ότι επιθυμεί τη θέση εργασίας της και τα δικαιώματα που απορρέουν από όλη την προηγούμενη 17ετή υπηρεσία της. Τον Ιούνιο του 2017 η εναγομένη ενημέρωσε την ενάγουσα για την απόφασή της να απασχολήσει ως εξωτερικό συνεργάτη την ιατρό Α., η οποία είχε διατελέσει διευθύντρια στο <<Μ.>>, χωρίς η τελευταία να φέρει αντιρρήσεις. Δύο μήνες αργότερα, στις 7.9.2017 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της και της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 56.022,96 ευρώ. Μετά από αυτά, δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ήταν απόρροια της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία επιχείρησε με μεθοδεύσεις να την εξαναγκάσει στην υπογραφή νέας σύμβασης με δυσμενέστερους όρους και ουσιαστικά να την εξαναγκάσει σε παραίτηση, έγινε δε λόγω της εναντίωσής της στις ως άνω μεθοδεύσεις, ως εκ τούτου είναι άκυρη και δικαιούται τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7.9.2017 έως 6.9.2019, ποσού 98.605.92 ευρώ. Επί πλέον, λόγω μείωσης της προσωπικότητάς της δικαιούται το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο της είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο έσφαλε δεχόμενο καταχρηστική συμπεριφορά της εναγομένης λόγω της άρνησης της ενάγουσας να συναινέσει στην υπογραφή των προαναφερομένων όρων της συμβάσεως εργασίας της, με την κρίση του δε αυτή υπήγαγε εσφαλμένως στον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ τα περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ως αληθινά. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού στις ως άνω παραδοχές δεν αναφέρονται περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα της καταγγελίας. 'Ολοι οι όροι που αναφέρονται ως άνω, ως περιεχόμενοι στις ένδικες συμβάσεις που επρόκειτο να συναφθούν μεταξύ των διαδίκων είναι γενικοί και αόριστοι, σχετίζονται με το δικαίωμα οργάνωσης και λειτουργίας της επιχείρησης της εργοδότριας, χωρίς να αποκλείεται ενδεχόμενη μελλοντική μεταβολή ως προς τις αποδοχές, τον τόπο, τον χρόνο εργασίας, καθώς και ως προς την ενδεχόμενη παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και δεν δύνανται να κριθούν για καταχρηστικότητα πριν από τον χρόνο επέλευσής τους αφού ελλείπουν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία θα κριθεί η υλική ή ηθική ζημία της εργαζομένης με όλες τις δυσμενείς για το κύρος και την προσωπικότητά της συνέπειες, ώστε να δικαιολογείται η δυσμενής μεταβολή. Επί πλέον η μη αναφορά του παρελθόντος χρόνου εργασίας της αναιρεσίβλητης στο σχέδιο σύμβασης του Μαΐου του 2017 δεν μπορεί να εκληφθεί ως δυσμενής τροποποίηση, αφού η λήψη η μη υπόψη του προηγούμενου χρόνου απασχόλησης στο ποσό της αποζημίωσης απολύσεως, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς της, ορίζεται εκ του νόμου, συναπτόμενη με τη συνέχιση ή μη των εργασιών της επιχείρησης από τον νέο εργοδότη. Κατ'ακολουθίαν, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν θεμελιώνεται η καταχρηστικότητα κατά την έννοια του αρθ.281 ΑΚ των όρων που επικαλείται η αναιρεσίβλητη, αφού ελλείπουν οι συνθήκες και τα δεδομένα της εκάστοτε υλοποίησης των όρων αυτών και δεν αρκεί η θεωρητική πρόβλεψη της δυνατότητας των μεταβολών κάποιων όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης, για τη θεμελίωση της κατάχρησης δικαιώματος. Ομοίως, η αόριστη πρόβλεψη περί καταγγελίας λόγω παράβασης συμβατικού όρου εξ υπαιτιότητάς της αναιρεσίβλητης ή λόγω παραβίασης του προγράμματος εργασίας εκ μέρους της δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική εκ των προτέρων και πριν την επέλευση της τυχόν παράβασης. Ακόμη, ο όρος για υποχρέωση επιμέλειας και προθυμίας στην εκτέλεση των καθηκόντων της εργαζομένης αφού ανάγεται στις υποχρεώσεις κάθε εργαζομένου. Επί πλέον, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ότι οι ως άνω όροι ως γενικοί δεν συνεπάγονται εκ των προτέρων υλική ή ηθική ζημία της αναιρεσίβλητης ούτε ότι νομίμως ανήκει στην επιχειρηματική ελευθερία του εργοδότη ο τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησής του. Για όλους αυτούς τους λόγους δεν μπορούν να θεωρηθούν καταχρηστικοί οι ως άνω όροι και η προσβαλλομένη που έκρινε το αντίθετο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ. Κατ'ακολουθίαν ο λόγος εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος κατ'ουσίαν και θα πρέπει κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως [ΚΠολΔ 580 παρ.3]. Μετά την αναίρεση για τον ως άνω λόγο, παρέλκει η εξέταση του λόγου εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί ελλειπούς αιτιολογίας. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας [ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις, που κατατέθηκαν την παραμονή της συζήτηση, υπέβαλε παραδεκτά - αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή του ποσού των 42.988,78 ευρώ που κατέβαλε σ' αυτήν, εκ των οποίων 1] 10.435 ευρώ [10.000 προσωρινώς εκτελεστό συν 60 ευρώ έξοδα αντιγράφου συν 375 ευρώ έξοδα σύνταξης επιταγής] την 18.9.2020 , για το οποίο επιτάχθηκε με το υπ'αριθ. ... πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ'αριθ. 1172/2020, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2] του ποσού των 32.553, 78 ευρώ την 30.6.2022, σε εξόφληση της υπ'αριθ. 1172/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το ποσό των 2000 ευρώ και της υπ'αριθ. 867/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα α] για συνολικές αποδοχές 19.032,13 ευρώ, β] για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 5.000 ευρώ γ] για τόκους [2879,29 συν 2467,46 συν 1174,90] 6521,65 και συνολικά 32.553,78 ευρώ. Από τις από 18.9.2020 και 30.6.2022 αποδείξεις είσπραξης, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι η τελευταία κατέβαλε στις 18.9.2020 και 30.6.2022 αντίστοιχα τα ως άνω ποσά σε συμμόρφωση των ως άνω αποφάσεων ήτοι συνολικά κατέβαλε 42.988,78 ευρώ, εκ των οποίων 435 ευρώ αφορούν έξοδα απογράφου και επιταγής. Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον η τελευταία αυτή απόφαση αναιρείται ως προς την αναιρεσείουσα, πρέπει η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί να επιστρέψει σ' αυτήν, κατά παραδοχή της άνω αιτήσεως της ως ουσιαστικά βάσιμης, το ποσό των 42.553,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής και μέχρις εξοφλήσεως, απορριπτομένου ως μη νομίμου του επί πλέον ποσού των 435 ευρώ, αφού τα έξοδα απογράφου και επιταγής δεν περιλαμβάνονται στα καταβληθέντα [ΑΠ 1075/2020].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 867/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Δέχεται την αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα τριών ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (42.553,78), με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της απόφασης αυτής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ