Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

1663/20181663/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 1663 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1663/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώ...

Απόφαση 1663 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1663/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Σ., 2) Β. Ζ. του Γ., 3) Α. Τ. του Β., 4) Α. Α. του Κ., 5) Α. Δ. του Ν., 6) Α. Σ. του Ι., 7) Θ. Ο. του Γ., 8) Ε. Χ. του Α., 9) Α. Δ. του Ε., 10) Τ. Μ. του Δ., 11) Μ. Ζ. του Δ., 12) Β. Κ. του Α., 13) Μ. Μ. του Ν., 14) Ι. Γ. του Δ., 15) Μ. Ρ. του Μ., 16) Β. Λ. του Α., 17) Π. Τ. του Ν., 18) Ι. Κ. του Π., 19) Β. Ο. του Δ., 20) Ι. Π. του Γ., 21) Ξ. Κ. του Ε., 22) Ε. Κ. του Χ., 23) Α. Μ. του Δ., 24) Β. Κ. του Χ., 25) Ε. Α. του Β., 26) Ν. Φ. του Γ., 27) Β. Σ. του Ι., 28) Μ. Μ. του Κ., 29) Κ. Ο. του Ι., 30) Ε. Μ. του Γ., 31) Ε. Τ. του Ι., 32) Π. Φ. του Γ., 33) Σ. Ρ. του Κ., 34) Ε. Μ. του Ι., 35) Σ. Τ. του Ά., 36) Α. Τ. του Ε., 37) Β. Σ. του Π., 38) Δ. Κ. του Σ., 39) Μ. Σ. του Π., 40) Γ. Ρ. του Β., 41) Ε. Μ. του Δ., 42) Δ. Σ. του Ι., 43) Ε. Δ. του Ι., 44) Γ. Κ. του Ν., 45) Π. Λ. του Σ., 46) Σ. Σ. του Ν., 47) Ι. Μ. του Δ., 48) Δ. Π. Φ., 49) Α. Τ. του Δ., 50) Ε. Τ. του Β., 51) Ν. Α. του Π., 52) Δ. Α. του Ε., 53) Α. Μ. του Θ., 54) Κ. Σ. του Ι., 55) Α. Σ. του Ι., 56) Δ. Σ. του Ι., 57) Θ. Α. του Σ., 58) Π. Π. του Α., 59) Π. Β. του Α., 60) Π. Α. του Θ., 61) Ε. Κ. του Ι., 62) Γ. Μ. του Δ., 63) Κ. Μ. του Δ., 64) Α. Κ. του Κ., 65) Μ. Κ., 66) Χ. Π. του Δ., 67) Κ. Χ. του Α., 68) Κ. Κ. του Σ., 69) Ν. Ν. του Ι., 70) Β. Δ. του Ν., 71) Χ. Λ. του Β., 72) Σ. Μ. του Α., 73) Χ. Κ. του Γ., 74) Γ. Δ. του Π., 75) Χ. Δ. του Κ., 76) Ε. Κ. του Β., 77) Β. Σ. του Θ., 78) Μ. Κ. του Ι., 79) Σ. Λ. του Χ., 80) Χ. Β. του Δ., 81) Δ. Μ. του Ι., 82) Α. Κ. του Κ., 83) Ν. Σ. του Γ., 84) Ι. Χ. του Ε., 85) Α. Δ. του Α., 86) Μ. Δ. του Σ., 87) Α. Θ. του Μ., 88) Α. Μ. του Π., 89) Ε. Μ. του Γ., 90) Γ. Γ. του Β., 91) Α. Χ. του Ζ., 92) Μ. Σ. του Ι., 93) Ε. Φ. του Α., 94) Γ. Μ. του Ι., 95) Β. Σ. του Α., 96) Α. Α. του Β., 97) Α. Π. του Ι., 98) Β. Μ. του Κ., 99) Π. Μ. του Χ. και 100) Κ. Α. του Σ. κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΔΑΦΝΙ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πολέμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε ότι διορθώνει: 1) τον με α/α αναιρεσειόντων 31ο Ε. Τ. το λανθασμένο, στο ορθό Ε. Τ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 91/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 761/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-11-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η από 18-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης ….078/14-12-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 761/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο έφεσης κατά της 91/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29-12-2009 (με αριθμό κατάθεσης 3467/2009) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2.Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύεται όχι μόνο η άνιση εφαρμογή του νόμου, άλλα και η άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων εννόμων σχέσεων από το νομοθέτη. Από την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορούν να επιχειρούν, αυθαιρέτως, δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι, για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και αποδοχών.

3.Περαιτέρω, στο άρθρο 35 του ν. 3329/2005 ορίζεται ότι "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης, που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200 €) για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής. Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών, που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των ΠεΣΥΠ, τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας. Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζομένους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας. Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ μηνιαίως, χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων τα οποία ανατέθηκαν σε αυτούς εξαιτίας των αναφερόμενων στην εισηγητική έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου. Με το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου και των Υγειονομικών Περιφερειών, για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει, και την επέκτεινε σε υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή φορέων μόνο με την προϋπόθεση ότι έχουν αποσπασθεί και παρέχουν εργασία στην ως άνω Κεντρική Υπηρεσία (πρβλ. ΑΠ 838/2018, 801/2015, ΑΠ 348/2014, ΑΠ 565/2011).

4.Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), προκύπτουν τα εξής: Με την από 29-12-2009 αγωγή τους και με αριθμ καταθ 3467/2009, την οποία άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες , ισχυρίστηκαν ότι είναι εργαζόμενοι στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", το οποίο αποτελεί ΝΠΔΔ υπαγόμενο στον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ως υπάλληλοι, με τις ειδικότητες που αναφέρονται για έκαστο από αυτούς, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι οι αμοιβές τους διέπονται από το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο. Ότι το εναγόμενο αρνείται να τους καταβάλει το επίδομα "ειδικής απασχόλησης" του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, το οποίο καταβάλλεται στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εκ ποσού διακοσίων ευρώ μηνιαίως από 1-1-2005 και τριακοσίων ευρώ μηνιαίως από 1- 9-2007 και εφεξής, διότι δεν προβλέπεται η καταβολή του και στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε περιφερειακές υπηρεσίες του ιδίου Υπουργείου ή στα ΝΠΔΔ αρμοδιότητας και εποπτείας του Υπουργείου αυτού, μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο ΝΠΔΔ και ότι η πρόβλεψη αυτή συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε βάρος αυτών (εναγόντων). Ότι προς αποκατάσταση της ως άνω συνταγματικής αρχής, πρέπει και οι ίδιοι (ενάγοντες) να λάβουν το επίδικο επίδομα, η καταβολή του οποίου αποτελεί μέρος του μισθού των υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, διότι τούτο (επίδομα) προσαυξάνει εν γένει τις αποδοχές τους και δεν αποτελεί αμοιβή για πρόσθετη εργασία, δεδομένου ότι τα εργασιακά καθήκοντα των εναγόντων δεν υπολείπονται σε ποιότητα και σπουδαιότητα από τα αντίστοιχα του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του ως άνω Υπουργείου, καθόσον οι ενάγοντες, ως εργαζόμενοι σε Νοσοκομείο, απασχολούνται υπό δυσμενέστερες συνθήκες σε σχέση με το προσωπικό εκείνο του Υπουργείου, που λαμβάνει το επίδικο επίδομα. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν, με κύρια νομική βάση την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 σε συνδυασμό με την συνταγματική αρχή της ισότητας σχετική υποχρέωση του εναγομένου, να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει, σε έκαστο αυτών, το συνολικό ποσό των 11.850 ευρώ, ως οφειλόμενο επίδομα "ειδικής απασχόλησης" για το χρονικό διάστημα από 15- 9-2007 έως 31-12-2010, νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα, εντός του οποίου γεννήθηκε εκάστη επιμέρους απαίτηση, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επικουρικώς, δε, ζήτησαν να καταβληθεί σε έκαστο αυτών το ως άνω ποσό, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, εξαιτίας της παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου ΝΠΔΔ να συμπεριλάβουν την αιτούμενη παροχή στις μισθοδοσίες των εναγόντων, με συνέπεια την ισόποση ζημία εκάστου αυτών και επικουρικότερα, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενοι ότι το εναγόμενο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο κατά το ποσό αυτό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 90/2011 απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής, και, περαιτέρω, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε όλους τους ενάγοντες τα αιτηθέν ποσό ως οφειλόμενο επίδομα "ειδικής απασχόλησης" για το χρονικό διάστημα από 15-9-2007 έως 6-12-2010, ημερομηνία κατά την οποία συζητήθηκε η ένδικη αγωγή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το εναγόμενο άσκησε την από 21-6-2011 έφεσή του και ζήτησε, για τον αναφερόμενο σε αυτή μοναδικό λόγο, που ανάγεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου, στη συνέχεια, να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή. Επ'αυτής επ' αυτής εκδόθκε η προσβαλλόμενη 761/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, της οποίας ζητείται η αναίρεση με την από 18-11-2016 κρινόμενη αίτηση.

5.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσείοντες είναι υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Από την προαναφερόμενη διάταξη, δηλ. αυτή του άρθρου 35 του ν. 3329/2005 σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση , προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ το μήνα χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων που τους ανατέθηκαν εξαιτίας των αναφερόμενων στην εισηγητική έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (η οποία έχει και το βάρος της υλοποίησης των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στο χώρος υγείας) και όχι με την προϋπόθεση απλώς να κατέχουν οργανική θέση στο εν λόγω υπουργείο. Ετσι, το ειδικό επίδομα "ειδικής απασχόλησης" δεν μπορεί να χορηγηθεί σε όλους γενικά τους υπαλλήλους των δημόσιων νοσοκομείων και των ΝΠΔΔ που ανήκουν στις Περιφέρειες των ΠεΣΥΠ., κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της αρχής αυτής ούτε για τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν ανήκουν στην κατηγορία των υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας τον Υπουργείου Υγείας, καθώς και των υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας των περιφερειών των ΠεΣΥΠ., στους οποίους χορηγήθηκε η επίδικη παροχή, αφού αυτοί παρέχουν διαφορετικές υπηρεσίες από αυτούς και κάτω από άλλες συνθήκες, ενόψει του διαφορετικού είδους εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχόλησης και απολαβών.
6.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω Συνταγματικές διατάξεις, καθόσον με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η κατηγορία των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. των νοσοκομείων, είναι διαφορετική από εκείνη των εργαζομένων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης η δε διαφορετικότητα αυτή συνίσταται στις συνθήκες εργασίας, οι οποίες, ενώ για τους τελευταίους έχουν επιβαρυνθεί με την ανάθεση σ` αυτούς πρόσθετων καθηκόντων αναγομένων στην υλοποίηση των εκτιθέμενων στην εισηγητική έκθεση του ν. 3329/2005 διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο χώρο της υγείας, για τους αναιρεσείοντες παρέμειναν αμετάβλητες, αφού από τις εκτιθέμενες παραδοχές, δεν προκύπτει ότι ανατέθηκαν και στους εργαζόμενους στα νοσοκομεία πρόσθετα καθήκοντα σχετικά με την υλοποίηση των ως άνω αλλαγών. Έτσι, η χορήγηση στους ανωτέρω υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης του επίδικου επιδόματος με το άρθρο 35 του ν. 3329 και η παράλειψη χορηγήσεως αυτού και στους εργαζόμενους στα νοσοκομεία, είναι δικαιολογημένη και κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος .
7.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 527 και 262 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προταθείσα η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια. Ακολούθως κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 8 του ΚΠολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όχι μόνο όταν τα πράγματα, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσείοντα, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν αλλά απαραδέκτως ( ΑΠ 1378/2007). Με τον 2ο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 560 αριθ 5 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Πολ Πρωτ Αθην δεν έλαβε υπόψιν του καθόλου τον με αυτοτελή λόγο έφεσης προβληθέντα ισχυρισμό τους, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, περί υπάρξεως δεδικασμένου για τις ένδικες αξιώσεις τους. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η πλειοφηφία των εναγόντων συμμετείχανε σε αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών με τις οποίες ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το επίδομα του άρθρου 35 ν. 3329/2005 για το χρονικό διάστημα 2005-2007. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 48/2008, 49/2008, 50/2008 και 1558/2009 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε αμετάκλητα ότι οι αγωγές τους είναι νόμιμες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος και του αρ. 35 ν. 3329/2005, επιδικάζοντας σ'αυτούς τα αναφερόμενα σε αυτές ποσά. Συγκεκριμένα η υπ' αριθ. 48/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αφορούσε τους υπ' αριθ. 2,4,9,11,12,14,25,43,51,52,57,59,60,70,74,75,78,80,85,86,87 και 90 από αυτούς, η υπ' αριθ. 49/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αφορούσε τους υπ' αριθ. 7, 10, 13, 16, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 28, 29, 30, 38, 41, 44, 45, 48, 53, 62, 63, 6468, 69, 71, 72, 73, 76, 79, 81, 88, 89, 94, 98 και 99 από αυτούς, η υπ' αριθ. 50/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αφορούσε τους υπ' αριθ. 1, 3, 6, 8, 15, 17, 26, 33, 35, 37, 39, 40, 46, 49, 50, 54, 56, 58, 66, 67, 83, 84, 91, 92 και 97 από αυτούς και η υπ' αριθ. 1558/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αφορούσε τους υπ' αριθ. 32,34,55,77,82,93,96 και 100 από αυτούς. Με αυτά τα δεδομένα παράγεται από τις ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεδικασμένο για το δικαίωμά τους να λάβουνε το ανωτέρω επίδομα. Ο ισχυρισμός αυτός απαραδέκτως προτάθηκε ενώπιον του εφετείου, λόγω της αοριστίας του. Συγκεκριμένα: 1) δεν αναφέρονται τα ονόματα των εναγόντων, παρά μόνο αυτοί προσδιορίζονται αριθμητικά μόνον, 2) δεν αναφέρονται τα στοιχεία των αγωγών (ημερομηνία, αριθμός κατάθεσης) επί των οποίων εκδόθηκαν οι παραπάνω αποφάσεις, 3) δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των αγωγών και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζονται οι ένδικες αξιώσεις,4) δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο αποτέλεσμα για κάθε ενάγοντα χωριστά και το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που αφορούσε το επιδικασθέν σε κάθε ενάγοντα ποσό. Έτσι καθίσταται αδύνατον να διαπιστωθεί, αν πρόκειται για το ίδιο με την παρούσα υπόθεση αντικείμενο, με την ίδια η ιστορική και νομική αιτία (αρθ 324 ΚΠολΔ).

Συνεπώς ο 2ος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν ο αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-11-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της 761/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ