1663/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1663 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2017
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 1663 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) M. (Μ.) χας N. (Ν.) N. (Ν.) του P. (Π.), 2) D. (Ν.) N. (Ν.) του N. (Ν.), 3) N. (Ν.) N. (Ν.) του N. (Ν.), 4) A. (Α.) - T. N. (Ν.) του N. (Ν.), 5) S. (Σ.) N. N. (Ν.) του N. (Ν.), 6) P. (Π.) X. (Τ.) του J. (Γ.) και 7) M. (Μ.) ή M. (Μ.) συζ. P. (Π.) X. (Τ.), κατοίκων Αλβανίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Γκίνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-2-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4424/2009 μη οριστική και 1813/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 880/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-6-2016 (αρ. κατ. …/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 880/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1-3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/ 2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001). Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους". Κατά το άρθρ. 19 παρ 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν...", κατά δε την παρ. 3, "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας..., κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας..." (ΑΠ 1207/2004). Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση...". Τέλος, κατά το άρθρο 38 ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του". Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 140/2010, πρβλ. επίσης ΑΠ 49/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες-οικογένεια του θύματος αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό, δηλαδή του πεζού-θύματος, στενού συγγενούς τους και του 1ου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που επιδρούν στο ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας-συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα πεζού και οδηγού.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στις 2-9-2006 και ώρα 21:00 στην Λαμία, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Π. Ν., ηλικίας 23 ετών, γιος της 1ης αναιρεσείουσας, αδελφός των 2ου έως 5ου των αναιρεσειόντων και εγγονός του 6ου και της 7ης των αναιρεσειόντων, όλοι υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Αλβανίας. Οι συγγενείς του θύματος άσκησαν την από 30-7-2008 (αρ. κατ. .../2008) αγωγή, με την οποία αξίωναν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 4424/2009 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστεί γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου, για το Αλβανικό δίκαιο και ακολούθως εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 1813/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά στην οικογένεια του θύματος - ήδη αναιρεσείοντες. Κατά της απόφασης αυτής οι συγγενείς άσκησαν την από 27-12-2011 (αρ. κατ. .../2011) έφεση και οι υπόχρεοι - εναγόμενοι, δηλαδή ο οδηγός του αυτοκινήτου και η ασφαλιστική εταιρεία που κάλυπτε την αστική του ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων, την από 27-12-2011 (αρ. κατ. .../2011) έφεση. Οι δύο αντίθετες εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση της οικογένειας του θύματος, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχτηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και αφού ερεύνησε την αγωγή, δέχτηκε αυτήν κατ' ουσίαν περιορίζοντας τα ποσά, που είχαν επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο αιτιολογικό και διατακτικό της. Πιο συγκεκριμένα, ως προς τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό, πεζού και οδηγού, που συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του δυστυχήματος και τις συνέπειες αυτού και ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ζήτημα της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 2-9-2009 και περί ώρα 21.00 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατ' εκείνο το χρόνο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες και σωματικές βλάβες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." εκινείτο επί της οδού Στυλίδος στη Λαμία, με κατεύθυνση από Αγία Παρασκευή προς την Λαμία και ειδικότερα προς την είσοδο της πόλης. Η οδός Στυλίδος στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατεύθυνσης, καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, έχει πλάτος οδοστρώματος 6,00 μέτρα στο ρεύμα προς Λαμία και 6,40 μέτρα στο ρεύμα προς Στυλίδα, με μία (1) λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή άνευ οριογραμμής, είναι ευθεία και οριζόντια σε μεγάλη απόσπαση και το όριο της μέγιστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των επ' αυτής κινουμένων οχημάτων καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 σε 60 χιλιόμετρα ωριαίως, πέραν δε του οδοστρώματος υφίσταται εκατέρωθεν πεζοδρόμιο πλάτους 1,30 μέτρων, στο δε ρεύμα πορείας προς Λαμία πέραν του πεζοδρομίου υφίσταται κατά μήκος της οδού συστάδα δένδρων, όπως εμφαίνεται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες. Ήταν νύχτα, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων περιοριζόταν λόγω του σκότους και του μη επαρκούς τεχνικού φωτισμού, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή (ξηρά), επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών αραιή, ενώ στο σημείο δεν υφίσταται διάβαση πεζών ούτε φωτεινοί σηματοδότες. Διάβαση πεζών υφίσταται μόνο σε απόσταση 500 μέτρων από το πιο πάνω σημείο όπως κατέθεσε ο μάρτυς των εναγόντων Ι. Κ., μηχανολόγος-πραγματογνώμων, όπως διαπίστωσε κατά την επί τόπου μετάβασή του. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο P. N., φορώντας σκούρα ρούχα, όπως κατέθεσε ο αδελφός του A. N. εξετασθείς στις 26.6.2012 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, εμφανίστηκε πεζός στο πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας προς Λαμία μέσα από την συστάδα των δένδρων, έχοντας την πρόθεση να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα, κατ' αρχήν μέχρι τη νοητή γραμμή που χώριζε τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και από εκεί το αντίθετο ρεύμα προς Στυλίδα προκειμένου να μεταβεί αντίπερα όπου σε μικρή απόσταση ήταν το σούπερ μάρκετ …. Έτσι, ο πεζός εισήλθε στο οδόστρωμα και άρχισε να το διασχίζει με κατεύθυνση προς τη νοητή γραμμή, κινούμενος από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Και ενώ αυτός είχε διασχίσει κατά πλάτος τα 4,20 μέτρα από τα έξι μέτρα του πλάτους του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς Λαμία, αφού απέμενε απόσταση περί τα 1,80 μέτρα για να φθάσει στο κέντρο του οδοστρώματος επί της διαχωριστικής γραμμής, τότε ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που εκινείτο με ανεπτυγμένη ταχύτητα στο μέσο του ρεύματος προς Λαμία, επέπεσε με σφοδρότητα στην αριστερή πλευρά του πεζού με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματός του, με αποτέλεσμα το σώμα του να κτυπήσει αρχικά στο καπώ, στη συνέχεια να εκτιναχθεί στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, και από εκεί εκτίναξε το σώμα του με διαγώνια κλίση προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του σε απόσταση 8 μέτρων και ακολούθως τον παρέσυρε σε ευθεία επί του οδοστρώματος και πλησίον του πεζοδρομίου σε απόσταση 26 μέτρων, όπου και εν τέλει βρέθηκε το σώμα του πεζού και ακινητοποιήθηκε το όχημα. Από τη σφοδρή πρόσκρουση του αυτοκινήτου στον πεζό, την παράσυρση και την πτώση του στην άσφαλτο ο πεζός P. N. τραυματίσθηκε θανάσιμα υποστάς βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση κεφαλής, κάκωση ΑΜΣΣ, συντριπτικά κατάγματα κνήμης περόνης (ΔΕ), πολλαπλές εκδορές, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από 2-9-2006 ιατροδικαστική έκθεση του Π. Η., ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Λαμίας, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ακαριαία ο θάνατος. Υπό αυτά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος και προκύπτουν από το σύνολο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, το ένδικο τροχαίο "οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια (συνυπαιτιότητα) τόσο του πεζού όσο και του εναγομένου οδηγού, οι οποίοι δεν προείδαν το ατύχημα, διότι αμφότεροι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, μπορούσαν, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων τους, και όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις κάθε λογικός και ευσυνείδητος άνθρωπος, πεζός και οδηγός αντίστοιχα, και την οποία αν επεδείκνυαν θα μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν το ατύχημα (άρθρο 330 εδ. β' του Α.Κ.). Ειδικότερα, ο μεν εναγόμενος οδηγός διότι δεν οδηγούσε με την αναγκαία σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μην εκθέτει σε κίνδυνο πρόσωπα ή να δημιουργεί με τη συμπεριφορά του εμπόδια στην κυκλοφορία, δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του πριν από κάθε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν σε ορατό για αυτόν σημείο της οδού. Συγκεκριμένα, ενώ οδηγούσε το παραπάνω όχημα εντός κατοικημένης περιοχής, ήταν νύκτα, η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού, η παρουσία δε των πεζών που έστω και εσφαλμένως διασχίζουν το οδόστρωμα στο πιο πάνω σημείο είναι σφόδρα πιθανή λόγω ύπαρξης στο συγκεκριμένο σημείο καταστήματος super market, και η προσοχή του έπρεπε να είναι ιδιαίτερα τεταμένη, ούτε ήλεγχε συνεχώς το όχημά του και το χώρο γύρω και μπροστά από αυτό και δη μπροστά και δεξιά του, ούτε ρύθμισε αναλόγως των ως άνω επικρατουσών συνθηκών την ταχύτητά του, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χιλιομέτρων την ώρα, όπως καταδεικνύεται από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, τα βλαβέντα μέρη του οχήματος και την μεγάλη απόσταση παράσυρσης του πεζού (34 μέτρα) και ακινητοποίησης του οχήματος (38 μέτρα), αλλά και δεν ήταν η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω περιστάσεις, ώστε να ασκεί επί του οχήματος που οδηγούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά στο εμπόδιο που παρουσιάσθηκε, όπως όφειλε και μπορούσε, δεδομένου ότι η ορατότητά του περιοριζόταν. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του, ήταν να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον άτυχο πεζό, τόσο πριν αυτός κατέλθει από το πεζοδρόμιο και εισέλθει στο οδόστρωμα, όσο και όταν άρχισε να το διασχίζει κινούμενος από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, αλλά αυτός τον αντιλήφθηκε όταν ο πεζός βρισκόταν στο μέσο περίπου του ρεύματος κυκλοφορίας προς Λαμία προσπαθώντας να διασχίσει κάθετα το ρεύμα αυτό κυκλοφορίας της οδού με συνέπεια να προσκρούσει επί του σώματος του πεζού, ενώ αν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε και μπορούσε με βάση τις προπεριγραφείσες περιστάσεις, θα είχε την δυνατότητα πραγματοποίησης έγκαιρου και αποτελεσματικού ελιγμού ή πεδήσεως. Ο δε πεζός διότι, αν και επιχείρησε να διασχίσει την ως άνω οδό και υπό τις άνω επικρατούσες κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες, σε σημείο που γνώριζε, ως κάτοικος της περιοχής, ότι δεν υπήρχε διάβαση πεζών, εντελώς αμελώς, απρόσεκτα και απερίσκεπτα, και ενώ φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα με συνέπεια να μην δύναται να γίνει αντιληπτός από τους οδηγούς των διερχομένων οχημάτων λόγω του σκότους και του ελλειπούς φωτισμού, εξήλθε από την συστάδα των δένδρων και εισήλθε στο οδόστρωμα και επεχείρησε να το διασχίσει, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, όπως όφειλε και μπορούσε, και να βεβαιωθεί ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων επί του οδοστρώματος που διέσχιζε καθέτως, ώστε να αντιληφθεί εγκαίρως το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός και να αναμείνει τη διέλευσή του. Η συμπεριφορά του αυτή, όντως ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν αυτό συνέβη και από υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού, και έτσι συνδέεται αιτιωδώς προς την αμέλεια αυτή του παθόντος (άρθρα 12 παρ. 1 και 38 του ν. 2696/1999 "Περί κυρώσεως του Κ.Ο.Κ."). Άλλωστε, η παράβαση εκ μέρους του πεζού των πιο πάνω διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραβάσεως αυτής και του ατυχήματος δεν αναιρεί την υπαιτιότητα στην πρόκληση και την έκταση αυτού του οδηγού του αυτοκινήτου, καθόσον μάλιστα μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο παραπάνω Κώδικας στους οδηγούς αυτοκινήτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν ιδίως οι περιστάσεις το επιβάλλουν προς αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των εξ αυτού επιζήμιων συνεπειών. Αντιθέτως, υποχρέωση κάθε οδηγού, όπως και του προαναφερθέντος οδηγού, είναι να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή στους πεζούς και να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος που οδηγεί όταν ιδίως βρίσκονται, έστω και παρανόμως, πεζοί στην τροχιά του, επιτρέποντας στους τελευταίους να απομακρυνθούν. Άλλωστε, εκ της κοινής πείρας είναι γνωστό ότι κατά την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στην οδό παρουσιάζονται πάντοτε απρόοπτες καταστάσεις, που επιβάλλουν την επιχείρηση άμεσης τροχοπεδήσεως ή και άλλων αποφευκτικών ελιγμών, χωρίς να είναι απαραίτητη η επέλευση τροχαίου ατυχήματος, αν και εφόσον ο οδηγός κινείται με την αναγκαία σύνεση και προσοχή και με την επιβαλλόμενη κατά τις περιστάσεις ταχύτητα. Εξ άλλου, με την υπ' η αριθμ. 144/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία δεν αποτελεί δεδικασμένο αλλά συνεκτιμάται μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ως δικαστικό τεκμήριο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κρίθηκε ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του προαναφερθέντος πεζού και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Ενόψει τούτων, εκτιμώντας το Δικαστήριο, κατά τα άνω εκτεθέντα, τη βαρύτητα υπαιτιότητας καθενός των εμπλακέντων, οδηγείται στην κρίση ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια κατά ποσοστό 30% του πεζού και κατά ποσοστό 70% του εναγομένου οδηγού, κατά τη νόμιμη και εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν ένσταση εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του Α.Κ. περί συνυπαιτιότητας του πεζού στην επέλευση του ατυχήματος, την οποία παραδεκτώς προέβαλαν οι εναγόμενοι με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με το σχετικό λόγο της εφέσεώς τους". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 ΑΚ και αυτές σε συνδ. με τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1, 38 παρ. 4α' και ε' Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τους οποίους εφάρμοσε και τα οποία δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις. Σημειώνεται, ότι αν και οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις δικαίου δεν μνημονεύονται αριθμητικά στον ερευνώμενο 1ο αναιρετικό λόγο, όπως θα έπρεπε (ΑΠ 224/2015, ΑΠ 681/2014), εντούτοις ο λόγος αυτός κρίνεται αρκούντως ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, εφόσον το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου περιγράφεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο, που δεν επιδέχεται αμφιβολία. Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πεζός συνετέλεσε και αυτός στην πρόκληση του δυστυχήματος, διότι κατήλθε στο οδόστρωμα, αν και ως κάτοικος της περιοχής γνώριζε ότι στο σημείο εκείνο δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, οι οποίες απείχαν περί τα 500 μέτρα και αφού προηγουμένως εξήλθε από συστάδα δένδρων, που υπάρχει κατά μήκος της οδού, στο ρεύμα πορείας προς Λαμία, αν και ήταν ενδεδυμένος με σκουρόχρωμα ενδύματα, που δεν τον καθιστούσαν ευχερώς αντιληπτό στους οδηγούς λόγω του σκότους και του ελλιπούς τεχνητού φωτισμού, που επικρατούσε στο σημείο εκείνο, στοιχεία που ως μέσος επιμελής πεζός όφειλε να προβλέψει. Αντίθετα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο πεζός παραβλέποντας από αμέλεια όλα τα παραπάνω, κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, εάν μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως, ότι δεν θα παρακωλύσει την κυκλοφορία των οχημάτων και άρχισε να το διασχίζει κάθετα ως προς την πορεία των αυτοκινήτων. Επίσης, το Εφετείο με πλήρη και χωρίς αντίφαση αιτιολογία δέχτηκε ότι και ο 1ος αναιρεσίβλητος-οδηγός του αυτοκινήτου, αν και εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και όφειλε να προβλέψει την παρουσία πεζών στο οδόστρωμα, που κινούνται απρόσεκτα, ώστε να εντείνει την προσοχή του, λόγω και του παρακείμενου στο ρεύμα πορείας του προς Αθήνα, καταστήματος super market, εντούτοις, οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητας λόγω κατοικημένης περιοχής των 60 χλμ/ώρα και καθοριζόταν με ειδική πινακίδα σήμανσης Ρ32, και ειδικά αιτιολογεί την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας με σαφείς παραδοχές, τις οποίες στηρίζει στη σφοδρότητα της σύγκρουσης, στην εκτίναξη του σώματος του πεζού σε απόσταση 34 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης και στην ακινητοποίηση του αυτοκινήτου μετά από 38 μέτρα από το σημείο εκείνο. Επίσης, το Εφετείο με σαφείς παραδοχές ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς του οδηγού διευκρινίζει, ότι, εάν αυτός είχε επιδείξει την προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, θα μπορούσε έγκαιρα να αντιληφθεί τον αμελή πεζό, διότι η οδός ήταν οριζόντια και ευθεία σε μεγάλη απόσταση και ο πεζός κατήλθε στο οδόστρωμα και πρόφθασε να διανύσει το πλάτος του πεζοδρομίου, 1,30 μέτρα, πλέον 4,20 μέτρα εντός του οδοστρώματος και απέμεναν 1,80 μέτρα, για να προσεγγίσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή. Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν στερείται νόμιμης βάσης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή όχι υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσδιορίσει την απόσταση από την οποία ο οδηγός αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό, ζήτημα ουσιώδες για την διερεύνηση της δυνατότητας του οδηγού να τροχοπεδήσει ή να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι η ανωτέρω παράλειψη της απόφασης καλύπτεται από τις παραδοχές για την απόσταση που διήνυσε ο πεζός κατά τα προεκτεθέντα. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο απαντά ευθέως, ότι το αυτοκίνητο δεν τροχοπέδησε, ούτε εκτέλεσε αποφευκτικό ελιγμό. Άλλως, οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και ο σχετικός 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 Συντάγματος και του άρθρου 932 ΑΚ, αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την Συνταγματική Αρχή της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες - οικογένεια του θύματος, το ποσό των 20.000 ευρώ στη μητέρα, 7.000 ευρώ σε καθένα από τους τέσσερις αδελφούς του θύματος και 5.000 ευρώ στον παππού και στη γιαγιά αυτού σε καθένα τούτων.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε για το ανωτέρω ζήτημα ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας, P N., ο οποίος γεννήθηκε σης 25.2.1983 στην Αλβανία, αλβανικής υπηκοότητας, που κατοικούσε τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα, ήταν υγιής και αρτιμελής, και διατηρούσε στενούς συγγενικούς δεσμούς αγάπης τόσο με τη μητέρα του, πρώτη ενάγουσα, και τα αδέλφια του, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων (γεν. 29.12.1994, 25.2.1983, 28.12.1984, 30.4.1987, αντίστοιχα), όσο και με τον πάππο του και τη μάμμη του, έκτο και έβδομη των εναγόντων (γεν. 6.7.1936 και 18.12. 1935, αντίστοιχα), οι οποίοι είναι αλβανικής υπηκοότητας και διαμένουν μόνιμα στην Αλβανία. Ειδικότερα όλοι οι ενάγοντες συνδέονταν μαζί του με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό. Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες μητέρα, αδέλφια, πάππο και μάμμη βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, που έχασαν τον υιό, αδελφό και εγγονό τους, αντίστοιχα, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, οι οποίοι στερήθηκαν τη συντροφιά, τις συμβουλές και την αγάπη που τους χάριζε. Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε σε όλους τους πιο πάνω ενάγοντες και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση. Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψιν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, αλλά και του συντρέξαντος πταίσματος του ίδιου του θανατωθέντος στην επέλευση του ατυχήματος, η ηλικία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (23 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με το θανατωθέντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (οικοκυρά η πρώτη και η έβδομη, συνταξιούχος του δημοσίου την Αλβανία ο έκτος και εργάτες οι λοιποί των εναγόντων, ο εναγόμενος Κ. Γ. ελεύθερος επαγγελματίας, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, χωρίς ωστόσο όλοι να έχουν ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού ούτε σχετική επίκληση γίνεται από τους διαδίκους), ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι μόνον εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί, πέραν του ποσού των 45 ευρώ για καθέναν των πρώτης, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των εναγόντων το οποίο επιφυλάχθηκαν με την αγωγή να ασκήσουν την αξίωσή τους παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, στα ακόλουθα ποσά: σε είκοσι (20.000) χιλιάδες ευρώ για την πρώτη ενάγουσα (μητέρα του θανόντος), επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ για καθένα από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων (αδέλφια του θανόντος) και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για καθένα από τους έκτο και έβδομη ενάγοντες (πάππο και μάμμη του θανόντος). Τα ανωτέρω ποσά είναι εύλογα (άρθρο 932 του Α.Κ.), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφαση καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης στο ποσό των 60.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα (μητέρα), στο ποσό των 25.000 ευρώ για καθένα των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου των εναγόντων (αδέλφια) και στο ποσό των 20.000 ευρώ για καθένα από τους έκτο και έβδομη των εναγόντων (πάππος και μάμμη) και ακολούθως τα επιδίκασε σε αυτούς για την προαναφερθείσα αιτία, αντί των ως άνω ορθών ποσών των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για την πρώτη ενάγουσα (μητέρα του θανόντος), επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ για καθένα από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων (αδέλφια του θανόντος) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για καθένα από τους έκτο και έβδομη ενάγοντες (πάππο και μάμμη του θανόντος), τα οποία πρέπει να τους επιδικασθούν, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων". Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την Αρχή της Αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν μειονεκτούν και μάλιστα καταφανώς εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης για τους υπηκόους και μονίμους κάτοικους της Αλβανίας, όπου το κόστος διαβίωσης είναι μικρότερο της χώρας μας, στοιχείο που συνεκτίμησε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προσδιοριστικό παράγοντα της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των δικαιούχων εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως είναι αβάσιμος ο 2ος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου επιδίκασε στους αναιρεσείοντες, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία όμως είναι κατά τους αναιρεσείοντες δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος. Κατόπιν τούτου ο 2ος αναιρετικός λόγος για ευθεία παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β, δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεσή της (10-6-2016). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις ξεχωριστά καθένας, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-6-2016 (αρ. κατ. …/2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 880/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για καθένα τούτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ