1663/20141663/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1663 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργι...
Απόφαση 1663 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λάμπρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Δεκεμβρίου 2007 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Β. συζ. Ι. Δ. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1394/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 979/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Ιουλίου 2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 979/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 23-4-2009 και 21-10-2009 εφέσεων του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, καθώς και επί του προσθέτου λόγου έφεσης (από 23-4-2009 έφεση) κατά της υπ' αριθμ. 1394/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 19-12-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Εξάλλου, η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Ο εναγόμενος, συνεπώς, γονέας, προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής, μπορεί να επικαλεστεί κατ' ένσταση, κατ' άρθρο 1489 § 2 A.K. και 262 ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα, σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε, με την απόδειξη της ένστασης αυτής, περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα. Η δαπάνη για την εξυπηρέτηση στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματα του υποχρέου, όπως π.χ. από τον μισθό του, αλλά λαμβάνεται υπόψη, ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας του, η οποία πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά το ποσό του δανείου, καθώς και ως στοιχείο προσδιοριστικό των συνθηκών διαβίωσής του (ΑΠ 120/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: Η Β. Α., που εκπροσώπησε την ενάγουσα Α. Δ. του Ι., ως ασκούσα εν τοις πράγμασι την επιμέλεια αυτής έως την ενηλικίωσή της και ο Ι. Δ., τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στο ... την 10- 7-1989, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα τέκνο, ήτοι την προαναφερόμενη Α. Δ. του Ι. και της Β., που γεννήθηκε την 4-5-1992 και ενηλικιώθηκε την 4-5-2010. Ο γάμος των ανωτέρω συζύγων δεν εξελίχθηκε ομαλά και από το έτος 2006 βρίσκονται σε διάσταση, οπότε η προαναφερόμενη ενάγουσα διαμένει με τη μητέρα της, που ασκούσε de facto την επιμέλεια αυτής έως την προαναφερόμενη ενηλικίωσή της, σε μισθωμένη κατοικία που βρίσκεται στην οδό ... αρ. 24, στο ..., έναντι μηναίου μισθώματος 1.000 ευρώ. Κατά την επίδοση της αγωγής την 18-2-2008 έως το χρόνο της ενηλικίωσής της την 4-5-2010, ήτοι για το επίδικο χρονικό διάστημα, εφόσον αντικείμενο της κρινόμενης αγωγής αποτελεί, σύμφωνα με την τελευταία, η αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου να συμβάλλει στη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του (βλ. αρχική παράγραφο της αγωγής κατά την οποία "Με την παρούσα αγωγή μου ζητώ να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εν διαστάσει σύζυγος μου να συμβάλλει στην διατροφή της ανήλικης κόρης μας Α. κατά ποσοστό 80% ..."), η ενάγουσα, που παρακολουθούσε, κατά το σχολικό έτος 2007-2008 (από το Σεπτέμβριο 2007 έως Ιούνιο 2008) τα μαθήματα της πρώτης τάξεως λυκείου, το επόμενο σχολικό έτος 2008-2009 τα μαθήματα της δεύτερης τάξεως λυκείου και τέλος κατά το σχολικό έτος 2009-2010 τα μαθήματα της τρίτης τάξεως λυκείου, στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια με την επωνυμία "Ελληνοαμερικανικόν Εκπαιδευτικόν Ίδρυμα Κολλέγιο Αθηνών - Κολλέγιο Ψυχικού", καταβάλλοντος μηνιαία δίδακτρα 700 ευρώ για το πρώτο έτος και 992 ευρώ για καθένα από τα δύο επόμενα έτη περίπου (ήτοι 8.400 ευρώ ετησίως για το πρώτο έτος και 11.904 ευρώ ετησίως για το καθένα από τα δύο επόμενα έτη, βλ. από 4-6-2008 βεβαίωση των άνω εκπαιδευτηρίων και από 26-6-2007 "σύμβαση παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών αντί καταβολής διδάκτρων"), δεν είχε εισοδήματα και λόγω της ηλικίας της (16-18 ετών) και των αναγκών της εκπαίδευσής της ήταν αδύνατο να εργασθεί ώστε να αποκτήσει τα αναγκαία έσοδα για τη διατροφή της, με αποτέλεσμα, ενόψει και του παραδεκτά προβληθέντος πρωτοδίκως ισχυρισμού (ένστασης) του εκκαλούντος (βλ. πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) ότι και η μητέρα της ήταν σε θέση να συνεισφέρει για τη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 262 ΚΠολΔ, 1489 παρ. 2 Α.Κ.), να οφείλουν και οι δύο γονείς του ανηλίκου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και μη έχοντος εισοδήματα τέκνου τους, ανάλογη διατροφή. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι στεγαστικές ανάγκες της ανήλικης ενάγουσας καλύφθηκαν από τη μητέρα της, με την οποία διέμενε στην προαναφερόμενη μισθωμένη κατοικία. Οι λοιπές ανάγκες διαβίωσης της ανήλικης (εκπαίδευσης, τροφής, ένδυσης, υπόδησης, ψυχαγωγίας, αγοράς σχολικών ειδών, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κλπ), απαιτούσαν δαπάνες όμοιες με αυτές που απαιτούνται για συνομηλίκους της, με την παρατήρηση ότι ειδικά για τις ανάγκες παρακολούθησης ιδιαιτέρων φροντιστηριακών μαθημάτων αρχαίων ελληνικών και μαθηματικών και για την κατάλληλη προετοιμασία της για τις πανελλήνιες εξετάσεις έπρεπε να καταβάλλει περίπου 600 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο περίπου, χωρίς να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής την 29-9-2009 έως την ενηλικίωσή της την 4-5-2010 υποχρεώθηκε να καταβάλει πλέον των άνω διδάκτρων για τα προαναφερόμενα φροντιστηριακά μαθήματα και το ποσό των 2.460 ευρώ μηνιαίως, ως δίδακτρα για επί πλέον φροντιστηριακά μαθήματα προκειμένου να είναι κατάλληλα προετοιμασμένη για τις πανελλήνιες εξετάσεις του σχολικού έτους 2009-2010. Επομένως, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας και το συνδεόμενο με αυτόν αίτημα περί μεταρρύθμισης της εκκαλουμένης, λόγω μεταβολής των συνθηκών, συνισταμένων στην αύξηση των διδάκτρων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν, ανεξάρτητα από τους κανόνες της κοινής πείρας, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι επικαλούμενες και προαναφερόμενες πρόσθετες δαπάνες, ακόμη και αν πραγματοποιήθηκαν δεν αποτελούν μεταβολή συνθηκών κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρθηκαν στην ανωτέρω υπό στοιχεία 2 Α νομική σκέψη, ώστε να δικαιολογούν την ευδοκίμηση της αξίωσης μεταρρύθμισης της εκκαλουμένης απόφασης, αφού θα μπορούσαν να εκτεθούν και να ζητηθούν και με την υπό κρίση αγωγή. Ο εναγόμενος, από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, συνιστάμενη: α) στη συμμετοχή του με ποσοστό 60% στο μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. Α.Ε.", το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 996.630 ευρώ, με αποτέλεσμα η συμμετοχή του να ανέρχεται στο ποσό των 597.630 ευρώ. Από τα κέρδη και τη λειτουργία της ανωτέρω επιχείρησης ο εναγόμενος εισέπραξε κατά τα έτη 2007 έως 2009 το συνολικό ποσό των 319.097 ευρώ (ήτοι κατά το έτος 2007 το συνολικό ποσό των 95.850 ευρώ, δηλαδή 35.850 ευρώ από μερίσματα και 60.000 ευρώ για επί πλέον αμοιβές και έξοδα παράστασης αυτού ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, κατά το έτος 2008 το συνολικό ποσό των 92.834 ευρώ, δηλαδή 32.834 ευρώ για μερίσματα και το ποσό των 60.000 ευρώ για επί πλέον αμοιβές κλπ και κατά το έτος 2009 το συνολικό ποσό των 40.43 ευρώ, δηλαδή 52.000 ευρώ από μερίσματα και 87.600 ευρώ από αμοιβές κλπ (βλ. ισολογισμούς της άνω εταιρείας για τα παραπάνω έτη σε συνδυασμό προς τα από 19-7-2007, 30-6-2008, 30-6-2009, 7-7-2010 πρακτικά συνεδριάσεως της γενικής συνέλευσης των μετόχων της άνω ανώνυμης εταιρείας), β) στη συμμετοχή του με τα ακόλουθα ποσοστά στα μετοχικά κεφάλαια των εξής ανωνύμων εταιρειών που εδρεύουν στο Βέλγιο, ήτοι: 1) με ποσοστό 25% και αξίας 74.368 ευρώ στο από 297.472 ευρώ μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία BUILDING DEVELOPMENT & ΜΑΝΑΤΖΕΜΕΝΤ S.A., 2) με ποσοστό 23,77% στο από 6.973 μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία EUREMA S.A. Στο ανωτέρω μετοχικό κεφάλαιο μετέχει και η ανωτέρω πρώτη βελγική ανώνυμη εταιρεία με ποσοστό 54,05% και 3) τουλάχιστον έως την 9-10-2007 (βλ. από 9-10-2007 μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα έγγραφη αναλυτική αναφορά της αλλοδαπής ελεγκτικής επιχείρησης με την επωνυμία Dum & Branstreet Inc), ποσοστό 18,75% στο από 400.000 ευρώ μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία EURIC S.A., λόγω της συμμετοχής με ποσοστό 75% της πρώτης από τις ανωτέρω επιχειρήσεις στο μετοχικό κεφάλαιο της τελευταίας (ήτοι 25% το ποσοστό συμμετοχής του εναγομένου στην πρώτη επιχείρηση επί του ποσοστού 75%, με το οποίο συμμετέχει η πρώτη επιχείρηση στο μετοχικό κεφάλαιο της τρίτης επιχείρησης), από το δικαίωμα κυριότητας που έχει στα εξής ακίνητα, ήτοι: 1) ενός αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου επιφανείας 656,40 τ.μ, που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 12, στην οποία έχει ανεγερθεί κατοικία επιφανείας άνω των 170 τ.μ., στην οποία κατοικεί μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, συνολικής αξίας (του οικοπέδου και της επ' αυτού κατοικίας) μεγαλύτερης του 1.500.000 ευρώ (ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η αξία του οικοπέδου μόνο ανέρχεται στο ποσό του 1.000.000 βλ. 4η σελίδα των από 29-9-2011 προτάσεών του επί της έφεσης αυτού και σελ. 2 των από 2-6-2008 προτάσεών του που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο). Πριν την εγκατάστασή του ο εναγόμενος κατοικούσε σε μισθωμένη κατοικία στη ... οδός ... αρ. 39 αντί μηναίου μισθώματος 1.200 ευρώ για το πρώτο έτος με αναπροσαρμογή - επαύξηση αυτού ίση με το ποσοστό του τιμαρίθμου του κόστους ζωής των προηγουμένων 2 μηνών, όπως καθορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος (Βλ. από 6-3-2009 ιδιωτικό μισθωτήριο έγγραφο), 2) ενός αγροτεμαχίου έκτασης 4.315 τ.μ., που βρίσκεται στην ... του Πηλίου του νομού Μαγνησίας, αξίας τουλάχιστον 300.000 ευρώ, 3) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας κατοικίας επιφανείας 40 τ.μ επί οικοπέδου 4.35 τ.μ, που βρίσκεται στην περιοχή ... ...υ, αξίας (του άνω μεριδίου) 478.125 ευρώ και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός κτιρίου γραφείων, που βρίσκεται στην οδό ... αρ. 7 στον ..., συνολικής επιφανείας 650 τ.μ, συνολικής αξίας (του άνω μεριδίου) 1.096.875 ευρώ, με τη σημείωση ότι πριν τον κατά την 28-8-2007 θάνατο της μητέρας του εναγομένου, δηλαδή της Α. χήρας Α. Δ. (βλ. το από 29-8-2007 απόσπασμα της υπ' αριθμό 99 έτους 2007 και τόμος Γ' ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ...) το ποσοστό συμμετοχής του εναγομένου στην κυριότητα των τελευταίων δύο ακινήτων ανερχόταν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και η αξία αυτών (μεριδίων) ανερχόταν στο ποσό των 38.750 ευρώ και 73.250 ευρώ αντίστοιχα (βλ. σελ. 2 των από 2-6-2008 προαναφερομένων προτάσεων του εναγομένου). Ωστόσο, το τελευταίο περιστατικό του θανάτου της μητέρας του εναγομένου και της συνδεόμενης με αυτόν αύξησης του μεριδίου του τελευταίου, από την κληρονομιά της μητέρας του, ήταν προφανώς γνωστά στην ενάγουσα και στην εκπροσωπούσα αυτήν μέχρι το χρόνο της ενηλικίωσής της μητέρα της, από τον προαναφερόμενο χρόνο του θανάτου της άνω κληρονομουμένης, δηλαδή πριν ακόμη και τη σύνταξη της κρινόμενης αγωγής (8-2-2007), με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός αυτής ως εκκαλούσας ότι επιβάλλεται η μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης λόγω μεταβολής των συνθηκών, συνισταμένης στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, που πραγματοποιήθηκε μετά την έκδοση της τελευταίας, να παρίσταται ως αβάσιμος και να κρίνεται για το λόγο αυτόν απορριπτέος, δεδομένου ότι μπορούσε να προβληθεί με την αγωγή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά το επίδικο διάστημα χρησιμοποιούσε τέσσερα επιβατικά αυτοκίνητα, που φέρεται να ανήκουν στην ιδιοκτησία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Α. Δ. Α.Ε., η οποία ανήκε κυρίως στον ίδιο (ήτοι ένα αυτοκίνητο εργοστασίου BMW κυλινδρισμού 4.398 cc, ένα αυτοκίνητο εργοστασίου Fuji heavy κυλινδρισμού 1994 cc, ένα αυτοκίνητο εργοστασίου SMART κυλινδρισμού 698 cc και ένα αυτοκίνητο εργοστασίου Daihatssu κυλινδρισμού 1296) και πραγματοποίησε τουλάχιστον δύο ταξίδια στο εξωτερικό (Νέα Υόρκη και Ντουμπάι) συνοδευόμενος μάλιστα από την ενάγουσα θυγατέρα του (βλ. κατάθεση μάρτυρος απόδειξης στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου). Τέλος, ο εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να επενδύει μέρος των εισοδημάτων του για την απόκτηση τίτλων και μετοχών, όπως π. χ. ομόλογο του ελληνικού δημοσίου αξίας 76.153 ευρώ κατά το έτος 2002 από την τράπεζα ALPHA BANK, ομόλογο προθεσμιακής κατάθεσης σε συνάλλαγμα αξίας 48.000 δολλαρίων ΗΠΑ, με συνδικαιούχο την ενάγουσα θυγατέρα του Α. και χαρτοφυλάκιο μετοχών, το οποίο κατά την 28-4-2006 εμφάνιζε συνολική καθαρή θέση 256.870 ευρώ, χωρίς να προκύπτει ότι διέθεσε τα παραπάνω ποσά. Η μητέρα της ήδη ενήλικης ενάγουσας είναι πολιτικός μηχανικός και απασχολείται από ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Eurobank υπηρεσίες ακινήτων Α.Ε." με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και λαμβάνει μηνιαίως ως αμοιβή 1.100 ευρώ (13.200 ευρώ ετησίως) για τις υπηρεσίες της, που συνίστανται στην εξυπηρέτηση των πελατών της άνω εργοδότριας, πλέον ποσοστού 15% επί των αμοιβών που τιμολογεί η τελευταία και έχει εισπράξει από τους πελάτες της, τους οποίους εξυπηρέτησε προηγουμένως η μητέρα της ενάγουσας (βλ. από 2-1-2007 σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών). Περαιτέρω, από τη συμμετοχή της στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ά. Δ. Α.Ε." στην οποία συμμετέχει με ποσοστό 40% όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στο οποίο (ποσοστό) 23.900 ευρώ για το έτος 2007, αντιστοιχεί μετοχικό κεφάλαιο 398.652 ευρώ, λαμβάνει μερίσματα ανερχόμενα στο ποσό των 23.900 ευρώ για το έτος 2007, στο ποσό των 21.889 ευρώ για το έτος 2008 και στο ποσό των 29.927 ευρώ για το έτος 2009. Είναι ιδιοκτήτρια ενός επιβατικού αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Mersedes και των εξής ακινήτων: 1) των υπό στοιχεία Β1 και Γ1 διαμερισμάτων εμβαδού 142,40 τ.μ. το καθένα, συνολικής αξίας 250.000 ευρώ, που βρίσκονται σε πολυκατοικία κείμενη στο ... Μαγνησίας οδός ... αρ. 50, 2) του υπό στοιχεία Α1 διαμερίσματος επιφανείας 99,80 τ.μ, πολυκατοικίας κειμένης στο ... Μαγνησίας οδός ... αρ. 8 και ... αξίας 100.000 ευρώ, 3) διαμέρισμα με στοιχεία A3 επιφανείας 69 τ.μ., που βρίσκεται σε πολυκατοικία κείμενη στην Αθήνα, περιοχή ... οδός ... αρ. 8 και ..., αξίας 200.000 ευρώ, 4) των υπό στοιχεία Β 52 και Δ 15, επιφανείας 44 τ.μ. και 65 τ.μ, το δεύτερο με θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, που βρίσκονται στις ... Βελγίου, επί των οδών ... αρ. 31 και ... αρ. 28 αντίστοιχα, συνολικής αξίας 150.000 ευρώ περίπου. Από την εκμίσθωση όλων των άνω ακινήτων μπορεί να αποκομίζει το ποσό των 20.000 ευρώ τουλάχιστον ετησίως. Η μητέρα της δικαιούχου της ένδικης διατροφής βαρύνεται με το συνολικό ποσό των 1.066 ευρώ κατά μήνα για την αποπληρωμή δανείων, με την παρατήρηση ότι η δαπάνη για την εξυπηρέτηση δανείων που έχουν αναλάβει οι υπόχρεοι γονείς για τη διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, δεν αφαιρείται από τα εισοδήματα τους, αλλά εκτιμάται ως στοιχείο προσδιοριστικό της περιουσίας τους, που θεωρείται ότι μειώνεται ανάλογα και ως στοιχείο προσδιοριστικό των αναγκών τους (βλ. Α.Π 680/2010 ΤΝΠ Νόμος, Α.Π. 471/2005 Ελλ. Δνη 2005/1425). Τέλος, η μητέρα της δικαιούχου βαρύνεται με την καταβολή του μισθώματος των 1.000 ευρώ μηνιαίως, όπως προαναφέρθηκε. Άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτουν οι υπόχρεοι για τη διατροφή του ανήλικου τέκνου τους δύο γονείς, οι οποίοι δεν υποχρεούνται να διατρέφουν άλλα πρόσωπα, ενώ βαρύνονται με την καταβολή των δαπανών για την πληρωμή των λογαριασμών παροχών κοινής ωφελείας. Περαιτέρω, με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των υποχρέων για τη διατροφή της ανήλικης εφεσίβλητης γονέων αυτής και τις εν γένει περιστάσεις, το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι η κατά μήνα σε χρήμα ανάλογη διατροφή του ανηλίκου τέκνου για το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 3.000 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι ανάλογο με τις ανάγκες της ανήλικης όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της και είναι σε θέση να καλύψει με επάρκεια τις απαραίτητες δαπάνες για τη διατροφή, συντήρηση, ψυχαγωγία και εν γένει εκπαίδευσή της. Τέλος, το απαιτούμενο για το επίδικο χρονικό διάστημα για τη μηνιαία σε χρήμα διατροφή της ανήλικης ποσό των 3.000 ευρώ πρέπει να καλυφθεί από τους γονείς της, ανάλογα με τις προαναφερόμενες οικονομικές τους δυνατότητες, εφόσον ο εκκαλών προέβαλε παραδεκτά (βλ. εκκαλουμένη) την προβλεπόμενη από το άρθρο 1489 ΑΚ ένσταση για τη συνεισφορά της μητέρας της στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου. Έτσι, ο εκκαλών ήταν σε θέση να διαθέσει το ποσό των 2.100 ευρώ κατά μήνα, χωρίς να διακινδυνεύει η δική του διατροφή, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως καλυπτόταν εν μέρει από τις αποτιμητές σε χρήμα προσωπικές υπηρεσίες της μητέρας της ανήλικης και της παροχής στέγης στην τελευταία και εν μέρει από τα εισοδήματά της (της μητέρας). Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε τις ασκηθείσες εφέσεις και κατά παραδοχή του πρόσθετου λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά το σκέλος αυτής που αφορούσε την επιδίκαση διατροφής για τον μετά την ενηλικίωση της θυγατέρας του αναιρεσείοντος χρόνο. Ενόψει των συγκεκριμένων παραδοχών του, το Εφετείο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο και ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 1493 ΑΚ, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, καθόσον έλαβε υπόψη παραδεκτά τις ανάγκες της δικαιούχου ανήλικης αλλά και τις οικονομικές δυνάμεις και τις οικονομικές δυνατότητες του αναιρεσείοντος και της συζύγου του, προκειμένου να καθορίσει το ύψος της διατροφής της δικαιούχου ανήλικης και τη συνεισφορά σ' αυτή των αντιδίκων γονέων.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε κατά την υπαγωγή του στη διάταξη του αρθ. 14β’ παρ 2 ΑΚ. Ειδικότερα, τον προσδιορισμό του ύψους της διατροφής στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό δικαιολογούσαν για την εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης μόνο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: 1) ο αναιρεσείων από τη συμμετοχή του, κατά ποσοστό 60%, στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ." εισέπραξε κατά τα έτη 2007 έως 2009 το συνολικό ποσό των 319.097 ευρώ, 2) συμμετείχε κατά τα ποσοστά 25%, 23,77% και 18,75% στις εδρεύουσες στο Βέλγιο εταιρείες "BUILDING DEVELOPMENT & MANAGEMENT S.A.", "EUREMA S.A." και "DUM & BRANSTREET Inc", 3) ήταν κύριος α) οικοπέδου στη ..., επιφανείας 656,40 τ.μ., αξίας, κατά τους ισχυρισμούς του ιδίου 1.000.000 ευρώ. Η περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι στο ίδιο οικόπεδο υπάρχει και εκτισμένη κατοικία δεν στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης β) ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 4.135 τ.μ., ευρισκομένου στην ... του Πηλίου του νομού Μαγνησίας, αξίας τουλάχιστον 300.000 ευρώ και γ) ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας οικίας ευρισκομένης στην περιοχή ... ... επιφανείας 40 τ.μ., η οποία είναι κτισμένη σε οικόπεδο 435 τ.μ., αξίας 478.125 ευρώ και δ) ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός κτιρίου γραφείων, ευρισκομένου στην οδό ... αριθμ. 7, στον ..., αξίας 1.096.875 ευρώ, 4) ήταν ιδιοκτήτης τεσσάρων επιβατικών αυτοκινήτων, ένα εκ των οποίων, εργοστασίου κατασκευής BMW, ήταν μεγάλου κυβισμού (4.398 cc), 5) η μητέρα της ενήλικης πλέον αναιρεσίβλητης βαρυνόταν με το συνολικό ποσό των 1.066 ευρώ μηνιαίως για την αποπληρωμή δανείων, καθώς και με το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως για την πληρωμή του μισθώματος, στο οποίο διέμενε με τη θυγατέρα της τον επίδικο χρόνο, ενώ παράλληλα κατέβαλε τα δίδακτρα στα εκπαιδευτήρια "Ελληνοαμερικανικόν Εκπαιδευτικόν Ίδρυμα Κολλέγιο Αθηνών - Κολλέγιο Ψυχικού", στο οποίο φοιτούσε η τελευταία και τα οποία ανήλθαν στο ποσό των 8.400 ευρώ το πρώτο σχολικό έτος (2007 - 2008) και σε 11.904 ευρώ για καθένα από τα επόμενα δύο σχολικά έτη (2008-2009 και 2009-2010) και 6) η μητέρα της αναιρεσίβλητης μπορούσε να εισπράττει από την εκμίσθωση των ακινήτων της ποσό τουλάχιστον 20.000 ευρώ ετησίως. Επομένως, ο στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, του δικαστηρίου ή των διαδίκων, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδείξεων, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1530/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι είναι κύριος ενός άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου αξίας 1.000.000 ευρώ επί του οποίου έχει ανεγερθεί κατοικία επιφανείας άνω των 170 τ.μ., συνολικής αξίας (του οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικίας) 1.500.000 ευρώ, δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη, αφού κανένας από τους διαδίκους δεν ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έκτισε οικία επί του ανωτέρω οικοπέδου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον το γενόμενο δεκτό ως άνω περιστατικό για την ύπαρξη κατοικίας στο πιο πάνω οικόπεδο αξίας (εκτός του οικοπέδου) 500.000 ευρώ πέρα από το γεγονός ότι για την υπαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης συνεκτιμήθηκε μόνο η συνομολογηθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος αξία του οικοπέδου 1.000.000 ευρώ είναι διευκρινιστικό του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων πατέρας της μετακόμισε σε πολυτελέστατη οικία στην ... άνω των 170 τ.μ. και αξίας μεγαλύτερης των 700.000 ευρώ, υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183 και 191§2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ