1663/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1663 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2013
Legislator headnote
AI generated1663/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1663 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2013
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1663 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Ιωάννου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2.Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Καλκανάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουνίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2870/2000 μη οριστική, 5947/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, 1884/2009 προδικαστική και 4863/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 .10.2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4863/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1884/2009 προδικαστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου, απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 20.5.2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 5947/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή και τη συμπροσβαλλόμενη με την ως άνω έφεση εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε στο σύνολό της η ένδικη από 2.6.1998 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, όπως παραδεκτά την περιόρισε, ζήτησε να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι αναιρεσίβλητοι, από τους οποίους ο δεύτερος εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης υπέρ της πρώτης, να του καταβάλουν ποσοστό 10% από το συνολικό ποσό των 244.441.123 δραχμών, αλλιώς των 239.244.456 δραχμών, που κατά τα λοιπά ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρο οι αναιρεσίβλητοι και ειδικότερα ποσό μεν 199.519.130 δραχμών οφείλεται ως αποζημίωση για την ελλιπή από μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης εκτέλεση της μεταξύ τους από 16.11.1993 σύμβασης έργου, από την οποία αυτός στις 4.5.1998 αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει, ποσό δε 44.921.993 δραχμών, αλλιώς 39.725.326 δραχμών, οφείλεται ως αχρεωστήτως καταβληθείσα απ' αυτόν αμοιβή στην πρώτη αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της από 16.12.1989 προηγούμενης μεταξύ τους σύμβασης έργου, όπως η σχετική οφειλή της συμβιβαστικά μεταξύ τους προσδιορίστηκε και αναγνωρίσθηκε από την αντίδικό του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Από τη διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία. Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρ. 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως όταν είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, με την έννοια ότι τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ' αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρ. 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 ΑΚ είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 1432/2005? 304/2010). Κατά κανόνα όμως με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρ. 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 237/2009? 962/2012). Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη μ' αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρ. 437 ΑΚ). Αιτία αναγνώρισης υπάρχοντος χρέους μπορεί να είναι και ο συμβιβασμός (ΑΠ 1912/2008), προϋπόθεση του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρ. 871 ΑΚ, η ύπαρξη έριδας ή αβεβαιότητας γύρω από κάποια έννομη σχέση και η διάλυσή της με αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων. Έριδα κατά την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την ύπαρξη απαίτησης του άλλου, έστω και αν η βασιμότητα αυτής είναι βέβαιη, η δε αμφισβήτηση μπορεί να οφείλεται και σε απλή κακοβουλία. Αμοιβαίες υποχωρήσεις αποτελούν κάθε είδους αμοιβαίες θυσίες, όπως όταν συμφωνείται ο οφειλέτης να εξοφλήσει το χρέος του τμηματικά, με δόσεις, σε μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται όμως συγχρόνως ότι οφείλει τόκους τόκων, τους οποίους αυτός αμφισβητεί. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύνεται με υποχώρηση μόνον του ενός από τα μέρη, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης, η άφεση χρέους, η παραίτηση, η δωρεά κλπ. (ΑΠ 42/2006? 1044/2007). Η σύμβαση του συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της σύναψης του συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε μ' αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Κατά την έννοια αυτή ο συμβιβασμός ενδέχεται να έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα της υφιστάμενης ήδη παλαιάς ενοχής, οπότε αυτή διατηρεί τη φύση και τις ασφάλειές της, ενδέχεται όμως να έχει δημιουργικό ή ανανεωτικό χαρακτήρα, εφόσον πάντως από το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης συνάγεται σαφώς σκοπός ανανέωσης, δηλαδή κατάργηση της υφισταμένης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη με το συμβιβασμό νέα ενοχή (ΑΠ 990/2007). Εξ άλλου οι δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε σύμβαση συμβιβασμού υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρ. 871 ΑΚ (ΟλΑΠ 578/1980? ΑΠ 990/2007). Περαιτέρω παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999? ΑΠ 1627/2010). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας του σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), εργολάβου οικοδομών, και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (πρώτης αναιρεσίβλητης), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) και η οποία έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία παραγώγων ξύλου (ξύλινα κουφώματα, ντουλάπια, παράθυρα κλπ), υπήρχε επαγγελματική συνεργασία από το έτος 1989. Στις 16.11.1993 υπεγράφη μεταξύ τους το υπό ιδία ημερομηνία "ιδιωτικό συμφωνητικό-συμβιβασμός", όπως επιγράφεται, με το οποίο ο πρώτος, καλούμενος εργοδότης και η δεύτερη, καλούμενη εργολήπτρια, συμφώνησαν ότι 1) η εργολήπτρια θα αποστέλλει δαπάναις της στον εργοδότη τα είδη του εργοστασίου της, παραδοτέα στο χώρο των πολυκατοικιών του …(την ανέγερση των οποίων είχε αναλάβει ο πρώτος) και ειδικότερα πόρτες εισόδου ξύλινες, πόρτες απλές, ντουλάπες, πρεβάζια, σετ συρταριών και αρμοκάλυπτα, με τις αναγραφόμενες κατ' είδος και μονάδα τιμές, 2) οι συμφωνηθείσες, μη αναπροσαρμόσιμες τιμές, θα ισχύουν για τις παραγγελίες που θα γίνουν έως τις 16.9.1994, που υπολογίσθηκε ότι θα περατωθεί το έργο των πολυκατοικιών του…, 3) γίνεται μνεία ότι από προηγούμενη συνεργασία των συμβαλλομένων (σχετικό το από 16.12.1989 συμφωνητικό) η εργολήπτρια έλαβε αχρεωστήτως επιπλέον της τότε συμφωνίας διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία δεν εδικαιούτο να λάβει, προς κάλυψη δε της ανωτέρω οφειλής και κατόπιν συμβιβασμού συμφωνείται ότι από τις αναφερόμενες στο συμφωνητικό τιμές θα γίνεται έκπτωση 25% και τουλάχιστον μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών, που θα υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης μετά την έκπτωση, 4) ο πιο πάνω συμβιβασμός θα ισχύει, εφόσον η εργολήπτρια εκτελέσει πλήρως και στο σύνολό της την παρούσα σύμβαση, αλλιώς αυτός δεν θα έχει καμία ισχύ και θα οφείλονται τα επιπλέον ληφθέντα ως άνω χρήματα, 5) ο εργοδότης θα βαρύνεται με το 1/2 του Φ.Π.Α. του αναλογούντος στο χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλει, κατά τα άνω, μετά την έκπτωση, το δε υπόλοιπο του Φ.Π.Α. συμπεριλαμβάνεται στις ανωτέρω τιμές και 6) ο εκπρόσωπος της εργολήπτριας (δεύτερος αναιρεσίβλητος) αναλαμβάνει και αυτός ατομικώς τις υποχρεώσεις της εργολήπτριας που απορρέουν από το συμφωνητικό, στις οποίες περιλαμβάνεται και το προηγούμενο χρέος, για το οποίο η πιο πάνω έκπτωση, ευθυνόμενος εις ολόκληρο ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος του δικαιώματος διζήσεως. Με βάση το περιεχόμενο της συμβάσεως αυτής προκύπτει ότι η συμβληθείσα εναγόμενη εταιρεία, παρέχοντας έκπτωση επί των συμφωνηθεισών τιμών των εμπορευμάτων κατά ποσοστό 25% και κατά ποσοστό 1/2 επί του αναλογούντος Φ.Π.Α., προέβη πράγματι σε κάποια "υποχώρηση" ή "θυσία" σε σχέση με τα δικαιώματά της για απόληψη του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, όμως δεν προκύπτει α) ποιά είναι η αντίστοιχη "αμοιβαία" υποχώρηση στην οποία προέβη ο ενάγων και β) αν υπήρχε έριδα ή αμφιβολία ή επισφάλεια γύρω από τη μνημονευόμενη στο συμφωνητικό προηγούμενη συνεργασία και αν η υποχώρηση στην οποία προέβη η εναγομένη έγινε για την επίλυση αυτής ακριβώς της έριδας, ώστε να υφίσταται σύμβαση συμβιβασμού με τη νομική έννοια που προεκτέθηκε. Αντίθετα, αντί της απαιτούμενης έριδας, προκύπτει από το συμφωνητικό αποδοχή και των δυο συμβληθέντων περί του ότι η εναγομένη έλαβε αχρεωστήτως από την προηγούμενη συνεργασία τους διάφορα χρηματικά ποσά, χωρίς να προκύπτει περαιτέρω έριδα ούτε ως προς το ύψος των ληφθέντων χρηματικών ποσών κατά την άποψη καθενός από τα μέρη. Ο μάρτυρας Γ. Ξ. κατέθεσε ότι τόσο ο ενάγων όσο και ο εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας τον πληροφόρησαν ότι το ύψος του φερόμενου ως αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού ήταν 53.530.000 δραχμές, κατάθεση που αποκλείει κάθε αμφιβολία ή έριδα, ενώ η αντιφάσκουσα προς αυτόν κατάθεση του άλλου μάρτυρα Χ. Μ., αδελφού και συνεργάτη του ενάγοντος, περί του ότι κατά την άποψη του ενάγοντος το ύψος των επιπλέον καταβληθέντων χρημάτων ανερχόταν στο ποσό των 53.000.000 δραχμών, η δε εναγομένη υπολόγιζε τούτο σε 48.000.000 δραχμές, ποσό στο οποίο περιόρισε και ο ενάγων την απαίτησή του, ελέγχεται ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, εφόσον δεν συνεπικουρείται από άλλο στοιχείο. Ανεξάρτητα λοιπόν από τον επικαλούμενο από τον ενάγοντα χαρακτηρισμό της συμβάσεως αυτής ως συμβιβασμού και χωρίς να γεννάται ζήτημα ερμηνείας της συμβάσεως, είναι σαφές ότι οι συμβαλλόμενοι συνήψαν σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους με πρόσθετη σύμβαση εγγυήσεως του δευτέρου, καθώς επίσης και νέα σύμβαση έργου, την οποία η εργολήπτρια ανέλαβε να εκπληρώσει με μειωμένες τιμές και παροχή εκπτώσεων". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η περιεχόμενη στο από 16.11.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων σύμβαση έργου ανατράπηκε με καταγγελία από τον αναιρεσείοντα, επειδή η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εκτέλεσε προσηκόντως τη σύμβαση αυτή, αλλά μικρό μόνον μέρος της, με συνέπεια να ανατραπεί έτσι και ο εξαρτώμενος από την ίδια σύμβαση εξώδικος συμβιβασμός των διαδίκων και συνακόλουθα να αναβιώσει η αρχική οφειλή της πρώτης αναιρεσίβλητης από την πρώτη συνεργασία της με τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε σε σχέση με την οφειλή αυτή και τη συναφή εγγυητική ευθύνη του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και τα ακόλουθα: "Με βάση το προεκτεθέν από 16.11.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγόμενη εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, αναγνώρισε ότι από την προηγούμενη, δυνάμει του από 16.12.1989 συμφωνητικού συνεργασία της με τον ενάγοντα, είχε εισπράξει περισσότερα χρήματα από όσα εδικαιούτο για το εκτελεσθέν έργο, για το οποίο η αμοιβή της είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα. Με τη συμφωνία αυτή, που έχει το χαρακτήρα της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη οφειλής της εναγομένης προς τον ενάγοντα από την αιτία αυτή και επιπροσθέτως ο δεύτερος εναγόμενος εγγυήθηκε την πληρωμή της ως πρωτοφειλέτης. Και ναι μεν με το από 16.11.1993 συμφωνητικό προσδιορίστηκε η βασική σχέση της οφειλής, όμως από κανένα απολύτως στοιχείο δεν προκύπτει ποιο είναι το ακριβές ύψος του αναγνωρισθέντος χρέους, αφού η περιγραφή τούτου ως "διάφορα χρηματικά ποσά" ουδόλως βοηθάει στη συγκεκριμενοποίηση του οφειλόμενου ποσού, ενώ ήταν εύλογο και φυσικό, κατά τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας, αλλά και ευχερές ταυτοχρόνως, να συγκεκριμενοποιηθεί το ποσό και να τεθεί στο συμφωνητικό το ακριβές ύψος του, δεδομένου ότι, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες αποδείξεως, κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού είχε γίνει η εκκαθάριση του λογαριασμού και ήταν γνωστό το ποσό που είχε λάβει αχρεωστήτως η εναγομένη, ανερχόμενο σε 53.000.000 έως 55.000.000 δραχμές. Άλλωστε ο ενάγων δεν επικαλείται κάποιο συγκεκριμένο λόγο που να δικαιολογεί βασίμως την έλλειψη παντοειδούς προσδιορισμού της φερόμενης ως αναγνωρισθείσης οφειλής. Ο επιχειρούμενος με την αγωγή, βάσει μαθηματικών υπολογισμών, καθορισμός του οφειλόμενου ποσού σε 48.333.333 δραχμές..., ο οποίος υπολογισμός γίνεται σε συσχετισμό με τα όσα συμφωνήθηκαν περί της παρασχεθείσης εκπτώσεως, στα πλαίσια της νέας σύμβασης έργου, είναι μεν λογικώς και μαθηματικώς ορθός συλλογισμός, όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του τι πράγματι συμφωνήθηκε ως προς το ύψος της αναγνωρισθείσης οφειλής, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι για τη διενέργεια του ως άνω μαθηματικού υπολογισμού λήφθηκε αυθαιρέτως ως σταθερό δεδομένο το ποσό των 100.000 δραχμών, στο οποίο θα ανέρχεται η αξία των εμπορευμάτων, που όφειλε βάση του συμφωνητικού να παραδώσει η εργολήπτρια με μειωμένη κατά 25% τιμή, ενώ το συμφωνητικό προβλέπει "τουλάχιστον" μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών, καταλείποντας, μ' αυτόν τον τρόπο, ευχέρεια υπολογισμού εκπτώσεως και για ποσό πέραν τούτου, γεγονός που από μόνο του καθιστά έωλους τους ορθούς, κατά τα λοιπά, υπολογισμούς και πλήρως αόριστη, κατά ποσό, την αναγνωρισθείσα οφειλή. Η αοριστία του αναγνωρισθέντος χρέους και η έλλειψη βουλήσεως για αναγνώριση συγκεκριμένου ποσού κατά το χρόνο συνάψεως της σύμβασης προκύπτει από το ότι, κατά τα συμφωνηθέντα, εάν η μεταγενέστερη σύμβαση εκτεινόταν και πέραν του ποσού των 100.000 δραχμών, θα μπορούσε ο ενάγων κατά το συμφωνητικό "καθ' όλο το διάστημα μέχρι περαιώσεως των πολυκατοικιών του εργοδότη στον … και τουλάχιστον για τις παραγγελίες που θα γίνονταν έως την 16η Σεπτεμβρίου 1994" να απαιτήσει τις συμφωνηθείσες για την κάλυψη της φερόμενης ως αναγνωρισθείσας οφειλής εκπτώσεις, οπότε, με βάση τους ίδιους μαθηματικούς υπολογισμούς, το "αναγνωρισθέν" ποσό θα ήταν μεγαλύτερο, εξαρτώμενο απόλυτα από το εύρος του νέου συμφωνητικού. Αλλά ούτε το επικαλούμενο μεγαλύτερο ποσό των 53.530.000 δραχμών αποδείχθηκε ότι αναγνωρίσθηκε ως οφειλόμενο, αφού μόνον οι περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, αντικρουόμενες από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως Δ. Π., δεν κρίνονται επαρκές και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Χαρακτηριστική είναι μάλιστα η προσπάθεια του μάρτυρος Χ. Μ., αδελφού του ενάγοντος, ο οποίος με την ίδια λογιστική μέθοδο επιχειρεί να αποδείξει τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά (κυρίως και επικουρικά), λαμβάνοντας και ο ίδιος αυθαίρετα ως ποσό βάσης το ποσό του 1.100.000 δραχμών. Το εν λόγω συμφωνητικό λοιπόν επάγεται τις έννομες συνέπειες, ως αναγνώριση χρέους από τη συγκεκριμένη προηγούμενη αιτία του έργου, όπως διακοπή της παραγραφής ή άλλα αποτελέσματα και διασφαλίζει αυτή από ενδεχόμενα ελαττώματα, δεν μπορεί όμως να αποτελέσει βάση αγωγής για καταβολή του αιτούμενου ποσού". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 16.11.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού, που σύναψε με τους αντιδίκους του, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα το Εφετείο εκτίμησε ότι από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει αφενός μεν έρις μεταξύ τους ή αμφιβολία ως προς την ύπαρξη και το ύψος οφειλής έναντι αυτού της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε αντίστοιχης δικής του υποχώρησης σε σχέση με την προηγούμενη, από το έτος 1989, εμπορική συνεργασία τους, με συνέπεια έτσι το Εφετείο να κρίνει τελικά εσφαλμένα ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ τους σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, αλλά σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αφού την ύπαρξη ακριβώς έριδας και αμφιβολίας ως προς το ύψος της έναντι αυτού οφειλής της αντιδίκου του καταδεικνύει το γεγονός ότι στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό τους δεν καθορίστηκε συγκεκριμένο ποσό οφειλής της, ενώ αντίθετα συμφωνήθηκε σταδιακή καταβολή της οφειλής αυτής, που συνιστά υποχώρηση από την πλευρά του. Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού μ' αυτόν ο αναιρεσείων δεν αιτιάται στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη απ' αυτή ανάγνωση του από 16.11.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, με την έννοια ότι δέχθηκε περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει, αλλά την αιτιάται για εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών αυτών και συνεπώς για αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που αυτός θεωρεί ως ορθό, οπότε όμως πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, που εκφεύγει, κατά την αρχική νομική σκέψη, από τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει και πάλι στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αυτού από 16.11.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα η απόφαση αυτή έκρινε ότι δεν συνάγεται, ούτε εμμέσως, με τους παρατιθέμενους στην ένδικη αγωγή του μαθηματικούς υπολογισμούς, το ύψος της προς αυτόν οφειλής της πρώτης των αντιδίκων του, που αναγνωρίσθηκε με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού ναι μεν η παρεχόμενη απ' αυτή ποσοστιαία έκπτωση στα αποστελλόμενα σ' αυτόν εμπορεύματά της, που είχε ως στόχο την ισόποση σταδιακή απόσβεση της οφειλής της και συνεπώς παριστά η έκπτωση αυτή στο σύνολό της την αντίστοιχη οφειλή της, δεν είχε ως τελικό όριο και βάση υπολογισμού εμπορεύματά της συνολικής αξίας 100.000.000 δραχμών, αλλά τουλάχιστον 100.000.000 δραχμών, οπότε πράγματι με υπέρβαση του ορίου των 100.000.000 δραχμών η συνολική έκπτωση και κατ' επέκταση η οφειλή της πρώτης αναιρεσίβλητης αποβαίνουν απροσδιόριστες, όμως, εφόσον δεν υπήρξε ισχυρισμός υπέρβασης του ορίου αυτού από τους διαδίκους, δεν θα έπρεπε το Εφετείο να στηριχθεί στη δυνατότητα αυτή και να κρίνει τελικώς απροσδιόριστο το ακριβές ύψος της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης, που αναγνωρίσθηκε με το ως άνω ιδιωτικό έγγραφο, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενό του. Αντίθετα όμως με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον ως άνω δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του την παραπάνω δυνατότητα, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 16.11.1993 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, αφού η σχετική δυνατότητα προκύπτει ευθέως από το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό και αρκεί να υφίσταται ως τέτοια για να μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, δηλαδή δεν είναι αναγκαίο να υπήρξε πράγματι υπέρβαση του ως άνω ορίου των 100.000.000 δραχμών και ούτε προϋποθέτει η δυνατότητα αυτή αντίστοιχο ισχυρισμό διαδίκου.
Συνεπώς ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, εφόσον κατά τα ανωτέρω δεν προκύπτει το ακριβές ύψος της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, ώστε να μπορεί να επιδικασθεί σ' αυτόν το αντίστοιχο ποσό της οφειλής της, πρέπει ως αβάσιμος να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το Εφετείο, παρόλο που δέχθηκε ως προς την οφειλή της αντιδίκου του την ύπαρξη αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αρνήθηκε να επιδικάσει σ' αυτόν το αντίστοιχο ποσό, ως προς το οποίο όμως το Εφετείο, αντίθετα με όσα αυτός υποστηρίζει, δέχθηκε αδυναμία συγκεκριμενοποίησής του, δηλαδή η αιτιώδης αναγνώριση αφορά την ύπαρξη γενικώς οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης από την αρχική βασική σχέση της με τον αναιρεσείοντα και όχι το συγκεκριμένο ύψος της, οπότε ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του επιχειρείται τελικά να στηριχθεί σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά το δεύτερο μέρος του από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με το οποίο (μέρος) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το Εφετείο υπεισήλθε και εξέτασε τη βασική σχέση από την οποία προήλθε η περιεχόμενη στο από 16.11.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων αιτιώδης αναγνώριση της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, αφού αντίθετα και πάλι με όσα αυτός υποστηρίζει, επιτρεπτά και προς το συμφέρον του το Εφετείο επιχείρησε, αναγόμενο στη βασική σχέση της αιτιώδους αυτής αναγνώρισης, την οποία, βασική σχέση, θεωρεί συνυπάρχουσα με τη νέα ενοχή από την αιτιώδη αναγνώριση, να προσδιορίσει το ποσό της σχετικής οφειλής της αντιδίκου του, που δεν προκύπτει ως προς το ύψος του από το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ως προς τη βασική αυτή σχέση τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 16.12.1989 συμβάσεως η εναγόμενη εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής την κατασκευή και τοποθέτηση προϊόντων του εργοστασίου της (θυρών, ντουλαπιών κλπ) σε οικοδομές που ανήγειρε ο ενάγων στην περιοχή του ... Το έργο περατώθηκε, όπως εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όμως από τις διεξαχθείσες αποδείξεις δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί το σύνολο του παραδοθέντος έργου ούτε η βάση των συμφωνηθεισών τιμών συνολική αμοιβή που εδικαιούτο η εργολήπτρια, εφόσον οι διάδικοι δεν προσκομίζουν παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών ή πωλήσεων ή αποδείξεις πληρωμών). Και η μεν εργολήπτρια εταιρεία ισχυρίζεται ότι παρέδωσε στον ενάγοντα έργο αξίας 66.075.345 δραχμών, το οποίο κατέγραφε σε ανεπίσημες πρόχειρες καταστάσεις, που κατά τα επικαλούμενα συνέτασσε η ίδια και παρέδιδε και στον ενάγοντα, σημειώνοντας ταυτόχρονα και τα καταβαλλόμενα ποσά και ότι έναντι του έργου ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 61.577.061 δραχμών, ο δε ενάγων υποστηρίζει ότι για το ως άνω έργο κατέβαλε στην εναγομένη πέραν του ποσού που εδικαιούτο, αχρεωστήτως, το ποσό των 53.530.000 δραχμών, χωρίς να αναφέρει στην αγωγή και στις προτάσεις του ποια ήταν η αξία του παραδοθέντος έργου και ποιο το ποσό που κατέβαλε αυτός στην εργολήπτρια. Από τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου και ιδίως από την κατάθεση της μάρτυρος Δ. Π., υπαλλήλου της εναγομένης και ως εκ των καθηκόντων της εχούσης ιδίαν αντίληψη των μεταξύ των διαδίκων συναλλαγών, αποδείχθηκε ότι η συνεργασία των διαδίκων λειτούργησε με εικονικά τιμολόγια και δελτία αποστολής, στα οποία για φορολογικούς ή άλλους λόγους αναγραφόταν μειωμένη ποσότητα εμπορευμάτων, έτσι ώστε να παρίσταται μειωμένο και το ποσό του αναλογούντος Φ.Π.Α., που έπρεπε να αποδοθεί στο Δημόσιο Ταμείο. Η κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος, που είναι σαφής και κατηγορηματική, δεν αντικρούστηκε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αφού και ο μάρτυρας Γ. Ξ., που παρείχε κατά το χρόνο εκείνο τις υπηρεσίες του στον ενάγοντα ως εργοδηγός και ήταν αυτός που παραλάμβανε τα εμπορεύματα που παρέδιδε η εναγομένη, δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει αν οι αναγραφόμενες στα δελτία αποστολής και στα τιμολόγια ποσότητες των εμπορευμάτων ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή όχι. Το βέβαιο πάντως είναι ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα, δηλαδή κάθε ένα ή ενάμιση περίπου μήνα, ο δεύτερος εναγόμενος ερχόταν στην …, επισκεπτόταν το έργο στο …και αφού από κοινού με τον πιο πάνω εργοδηγό προέβαιναν σε καταμέτρηση των παραδοθέντων και τοποθετηθέντων πραγμάτων, ακολούθως με τον ίδιο τον ενάγοντα προέβαιναν σε επιμέρους τμηματικές οικονομικές εκκαθαρίσεις. Με δεδομένο αυτό το πλαίσιο συνεργασίας, δηλαδή επιμέρους καταβολές και τμηματικές επιμετρήσεις, αντίκειται τόσο στους κανόνες της συναλλακτικής πρακτικής όσο και της κοινής λογικής ο θεμελιωτικός της αγωγής ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας είχε καταβάλει αχρεωστήτως στην εναγόμενη εταιρεία το ποσό των 53.530.000 δραχμών, πολύ περισσότερο μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα με τον όρο "Η" του συμφωνητικού προβλέφθηκε ότι "από το σύνολο του λογαριασμού θα παρακρατείται πάντα το 10% δια την καλή και πιστή εφαρμογή του παρόντος, ποσό το οποίο θα αποδοθεί στην εργολήπτρια μετά το πέρας της εργασίας", αφού, εάν αυτός ήταν αληθής, θα συνιστούσε ασυνήθη και μη αποδεκτή για επιχειρηματία απεμπόληση των συμβατικών δικαιωμάτων του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι δεν αποδεικνύεται ως προς τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή ποσά η οφειλή της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, είτε αυτή στηριχθεί στην περιεχόμενη στο από 16.11.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων αναγνώριση της οφειλής της είτε στη βασική σχέση της, απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την έφεση του αναιρεσείοντος και μάλιστα και ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, αφού η εγγυητική ευθύνη του είναι συνάρτηση της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης. Παρέπεται ότι η αυτή αδυναμία ως προς τη συγκεκριμενοποίηση του ποσού της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης υπάρχει ακόμη και αν η οφειλή αξιολογηθεί στο πλαίσιο της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα συμβιβαστικής επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς. Με τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την εφετειακή απόφαση για σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της βασικής σχέσης, στην οποία θεμελιώνεται η προς αυτόν οφειλή της πρώτης αναιρεσίβλητης και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο ανεπίτρεπτα, μολονότι δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός, έκρινε εικονικά τα τιμολόγια που εξέδωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της αρχικής από το έτος 1989 εμπορικής συνεργασίας τους, ενώ αγνόησε και την περιεχόμενη στις από 26.1.2000 πρωτόδικες προτάσεις των αντιδίκων του ομολογία τους ότι η αξία των τιμολογίων, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αρχικής αυτής συνεργασίας του με την πρώτη αναιρεσίβλητη, συμποσούται σε 14.361.814 δραχμές, οπότε με βάση τον περαιτέρω ισχυρισμό των αντιδίκων του ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν για μειωμένες ποσότητες εμπορευμάτων, έτσι ώστε να καλύπτουν το 1/2 του αναλογούντος στις πραγματικές ποσότητες Φ.Π.Α., θα έπρεπε το Εφετείο να δεχθεί ότι η αξία των συναλλαγών του με την πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν αντίστοιχα 28.723.628 (14.361.814 Χ 2) δραχμές. Οι παραπάνω τέταρτος και πέμπτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, αποδίδονται στην εφετειακή απόφαση σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της βασικής σχέσης της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, είναι αντιφατικοί προς τον τρίτο λόγο της ίδιας αίτησης κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται, κατά τα προεκτεθέντα, την εφετειακή απόφαση για το ότι ανεπίτρεπτα υπεισήλθε και εξέτασε τη βασική αυτή σχέση. Σε κάθε περίπτωση κρίνοντας το Εφετείο εικονικά, δηλαδή ψευδή, τα παραπάνω τιμολόγια της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν έκρινε ως εικονική και την αντίστοιχη συναλλαγή των διαδίκων, οπότε θα έπρεπε να έχει προταθεί σχετικός ισχυρισμός τους, αλλά επιτρεπτά κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό με μόνη την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου το γεγονός ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων τα τιμολόγια της αρχικής συναλλαγής του αναιρεσείοντος με την πρώτη αναιρεσίβλητη θα έπρεπε να καλύπτουν το 1/2 του αναλογούντος στις πραγματικές ποσότητες εμπορευμάτων Φ.Π.Α., δεν σημαίνει ότι τηρήθηκε οπωσδήποτε η αναλογία αυτή και συνεπώς το Εφετείο, κρίνοντας αναιρετικά ανέλεγκτα, αφού πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), ότι δεν προκύπτει από τις αποδείξεις το σύνολο και η αξία του παραδοθέντος κατά την παραπάνω συναλλαγή έργου, δεν αγνόησε παρά το νόμο σχετική δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν τόσο ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που επιχειρείται να στηριχθεί στους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όσο και ο πέμπτος λόγος της ίδιας αίτησης από τον αριθμό 11α του αυτού άρθρ. 559 ΚΠολΔ. 3. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι μολονότι έκρινε ότι το από 16.11.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων δεν ήταν προϊόν απειλής, που μετήλθε ο αναιρεσείων σε βάρος του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, ωστόσο δεν εξαφάνισε στη συνέχεια την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά, αλλά περιορίστηκε στην αντικατάσταση μόνον των αιτιολογιών της, δεχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, αδυναμία συγκεκριμενοποίησης του ποσού της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τη δικονομική διάταξη του άρθρ. 534 ΚΠολΔ και είναι αντίστοιχα απορριπτέος ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 1, 14 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού η απόρριψη της ένδικης αγωγής είτε κατά παραδοχή της ένστασης ακυρωσίας του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως έκρινε η πρωτόδικη απόφαση, είτε ως αναπόδεικτης ως προς το ύψος της οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης, που αναγνωρίσθηκε με το συμφωνητικό αυτό, όπως έκρινε η εφετειακή απόφαση, δεν μεταβάλλει το αντικείμενο ή το εύρος του αντίστοιχου δεδικασμένου. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2011 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4863/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ