1663/2010 · 1663/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1663 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συÎ...
Full Text of the Judgment · 1663/2010
Απόφαση 1663 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Αριθμός 1663/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πρωτοβάθμιας Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΚΡΕΜΜΥΔΙΩΝ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Παπαδοπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Γούτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 556 παρ.2 ΚΠολΔ, δικαίωµα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννοµο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη εννόµου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόµου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι µόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νοµιµοποίηση του στην αίτηση αναίρεσης. Το έννοµο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άµεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώµατος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού. Η απόρριψη της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως μη νόμιμης δημιουργεί δεδικασμένο μόνο για τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και δεν επηρεάζει άλλης μορφής έννομη σχέση, υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παρακάτω δικογράφων και αποφάσεων, ο αναιρεσίβλητος µε την ένδικη αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, απηύθυνε δε κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε την επιδίκαση των αποδοχών του, που λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, κυρίως µε βάση τη σύµβαση εργασίας, που κατάρτισε µε την αναιρεσείουσα και επικουρικά µε βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, µε την 119/2006 απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, κατά µεν την κυρία βάση της ως κατ' ουσία αβάσιμη, διότι δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση μίσθωσης έργου και όχι σύμβαση εργασίας, κατά δε την επικουρική, ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 23-8-2006 έφεση του και το Εφετείο Καλαμάτας, µε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσία, απέρριψε την αγωγή, κατά την κυρία βάση της ως µη νόµιµη και κατά την επικουρική ως αόριστη, δίχως να υποβληθεί ειδικό παράπονο, ως προς την απόρριψη της επικουρικής. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η απόρριψη της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως μη νόμιμης δημιουργεί δεδικασμένο μόνο για τη συγκεκριμένη έννομη σχέση και δεν επηρεάζει άλλης μορφής έννομη σχέση, τυχόν υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων, η δε νικήσασα κατά την εφετειακή δίκη αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο άλλη συγκεκριμένη βλάβη που προκαλείται σ' αυτήν από την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, ώστε να δικαιολογείται το έννοµο συμφέρον της, για την άσκησή της, πρέπει, η κρινομένη αίτηση, κατά το μέρος που με αυτήν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την κυρία βάση της αγωγής, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Εξάλλου, οι από το άρθρο 559 αρ. 1,8,9 και 19 ΚΠολΔ, µε στοιχεία στην αίτηση Γ 1,2,3,4,5,6,7,8,9, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων, έλλειψη αιτιολογίας, αντιφατική αιτιολογία, λήψη υπόψη ισχυρισμών που αναφέρονται στην επικουρική βάση της αγωγής και δεν προβλήθηκαν νομότυπα, από τον αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτοι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού η αγωγή κατά την επικουρική βάση της απορρίφθηκε ως αόριστη δηλαδή όπως και πρωτοδίκως και συνεπώς η απόφαση δεν παρήγαγε δυσμενείς συνέπειες για την αναιρεσείουσα. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 29-1-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της µε αριθµό 11/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ