1663/20091663/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1663 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1663/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα ...
Απόφαση 1663 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1663/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Μπαλαμπάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. Καλούντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΓΟΥΔΕΛΗ", που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ναταλία Σανταντωνίου,
Β. Κοινοποιουμένη κλήση προς: Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 25-1-1999 αγωγή του ιδρύματος "ΙΔΡΥΜΑ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΓΟΥΔΕΛΗ", β) με την από 16-3-1999 αγωγή των ΑΑ και Χ και γ) με την από 15-4-1999 παρέμβαση με τις προτάσεις του Υπουργού των Οικονομικών που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4870/1999 μη οριστική, 6868/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2577/2002 μη οριστική, 8701/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21-4-2005 αίτησή της και με τους από 17-11-2006 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 346/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το καλόν με την από 17-1-2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος της 8701/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των νομικών διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν, είναι απαράδεκτος. Επειδή, από τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνάγεται ότι μόνο η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τους από αυτές προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικαίου όχι δε και η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, αφού μόνο η παραβίαση ορισμένων δικονομικών κανόνων δημιουργεί λόγους αναίρεσης, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9 ,14 - 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση παραβίαση της διάταξης του άρθρου 460 ΚΠολΔ,είναι απαράδεκτος, γιατί η ανωτέρω διάταξη, με την οποία καθορίζεται ο τρόπος της ένδικης προστασίας, είναι δικονομική. Ο ίδιος δεύτερος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ,με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 ΠΚ,είναι αβάσιμος, προεχόντως διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, προκειμένου να κριθεί η ακυρότητα της κατωτέρω αναφερόμενης επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, δεν εφαρμόσθηκε από το Εφετείο η ως άνω διάταξη του Π.Κ, αλλά οι κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 σε συνδ. με 180 του ΑΚ.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής σχετικά με την από 25-1-1999 ένδικη αγωγή, αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης, του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων: Ο ΒΒ, κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στις 9.3.1997 σε ηλικία 86 ετών. Κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε την ... δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Γεωγούση και δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τα 1247/21-3-1997 πρακτικά αυτού, και τις με ημερομηνία 21.1.1997 και 21.1/27.1.1997 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν και κηρύχθηκαν κυρίες από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 16.5.1997, με τα 2091/1997 και 2092/1997 πρακτικά αυτού. Με την πρώτη δημόσια διαθήκη ο διαθέτης ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη του και συνέστησε το ενάγον, ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ίδρυμα, στο οποίο άφησε για την επίτευξη του σκοπού του ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Σκοπός του ιδρύματος όρισε ότι είναι η μελέτη, έρευνα και περαιτέρω ανάπτυξη του παιδαγωγικού συστήματος της αυτοαγωγής, όπως επιστημονικά τοποθετήθηκε από την παιδαγωγό Μαρία Μοντεσσόρι και αναπτύχθηκε στην Ελλάδα από τη ΓΓ καθώς και η συνέχιση διάδοση και περαιτέρω ανάπτυξη του παιδαγωγικού έργου τη: ΓΓ και τον ΒΒ, το οποίο στηρίζεται στο σύστημα της αυτοαγωγής, όπως αναπτύχθηκε στο σχολείο τους "Μοντεσσοριανή Σχολή Αθηνών ΓΓ". Με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης όρισε επίσης τους εκτελεστές της διαθήκης και τα πρόσωπα που θα αποτελούσαν το Διοικητικό Συμβούλιο του ιδρύματος, στα οποία επέφερε ορισμένες αλλαγές με τις μεταγενέστερες ιδιόγραφες από 21.1.97 και 21.1/27.1.1997 διαθήκες του. Ειδικότερα, με την δημόσια διαθήκη τακτικά μέλη τον Διοικητικού Συμβουλίου του ιδρύματος όρισε τους: 1) ...- καθηγητή Πανεπιστημίου, 2) ... - μέλος της διοίκησης της Μαθηματικής Εταιρείας, 3) ... - συμβολαιογράφο, μητέρα αποφοίτων της σχολής, 4) ... - δικηγόρο, διδάκτορα νομικής και απόφοιτο της σχολής, 5) ...- μοντεσσοριανή δασκάλα και τέως διευθύντρια του Μοντεσσοριανού σχολείου ..., 6) ... - καθηγητή Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και 7) ΔΔ- μηχανολόγο ηλεκτρολόγο απόφοιτο της σχολής, αναπληρωματικά δε μέλη τους: 1) ..., μέλος τον παιδαγωγικού ινστιτούτου του Υπ. Παιδείας και πατέρα αποφοίτου της σχολής, 2) ΕΕ, ασκούμενο δικηγόρο και απόφοιτο της σχολής και 3) ΣΤ- ανιψιό του (απόφοιτο της σχολής) και 3) Ζ- ανιψιό του απόφοιτο του νηπιαγωγείου της σχολής (όταν δεν υπήρχε δημοτικό) - ηλεκτρολόγο μηχανολόγο. Εκτελεστή διαθήκης όρισε την τρίτη και την τετάρτη των ως άνω τακτικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και τον ΣΤ, ηλεκτρολόγο μηχανολόγο. Ακολούθως, με την από 21.1.1997 ιδιόγραφη διαθήκη τροποποίησε την προηγούμενη δημόσια, ορίζοντας ως τακτικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, πέραν των πρώτου, τρίτης, τετάρτης, έκτου και εβδόμου των προαναφερομένων τακτικών μελών, και τους ..., δασκάλα της Μοντεσσοριανής σχολής, ΗΗ, απόφοιτο της σχολής, ΣΤ και ... και αναπληρωματικά μέλη τους ΘΘ, ..., ΕΕ και ..., ενώ με την από 21-1-1997 ιδιόγραφη διαθήκη του όπως τη συμπλήρωσε την 27-1-1997,αφού άφησε τα ίδια ως τακτικά και αναπληρωματικά μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο, πλην του ΔΔ, τον οποίο αντικατέστησε με την ΘΘ, ακολούθως (με την από 27.1.97 συμπληρωματική) στη θέση του ΗΗ όρισε ως τακτικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου την ΘΘ, τον δε ΗΗ όρισε α' αναπληρωματικό μέλος και β' αναπληρωματικό τον ... . Η σύσταση του ενάγοντος ιδρύματος εγκρίθηκε με το από 26.2.1998 π.δ/γμα (ΦΕΚ 319/τ.Β'/2.4.1998). Στις 15.5.1998, δηλαδή 14 περίπου μήνες μετά το θάνατο του ιδρυτή ΒΒ και ενώ ήδη είχε συσταθεί το ενάγον ίδρυμα, η εναγομένη Χ εμφάνισε προς δημοσίευση έγγραφο με ημερομηνία 1.2.1997, που φέρεται να περιέχει μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη του ΒΒ. Το έγγραφο αυτό έλαβε η Χ ταχυδρομικώς μέσα σε φάκελο με αποστολέα την "Μοντεσσοριανή Σχολή". Η διαθήκη αυτή δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τα 2258/15-5-1998 πρακτικά αυτού, και κηρύχθηκε κυρία με την 1421/1998/18-9-1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σύμφωνα με την εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη, θέληση του διαθέτη είναι τα μεν ανίψια του, τα παιδιά των αδελφών του ..., ..., ... και ΑΑ, μαζί με τον ανιψιό της ΓΓ, να αναλάβουν την περιουσία του και να συνεχίσουν το έργο του φτιάχνοντας ένα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ίδρυμα, εκτελεστές δε της διαθήκης του να είναι ο αδελφός τον ΑΑ, ο ανιψιός του ... και η κόρη του ..., Χ (εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα). Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται ότι η από 1.2.1997 ιδιόγραφη διαθήκη έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από τον διαθέτη ΒΒ. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του:Ι) Το κατατεθειμένο από τους μάρτυρες του ενάγοντος ... και ... ότι η διαθήκη δεν είναι γραμμένη από τον διαθέτη, από δε τη δεύτερη μάρτυρα και ότι η υπογραφή σ' αυτή δεν είναι δική του. Στους μάρτυρες αυτούς πείθεται το Δικαστήριο περισσότερο διότι γνώριζαν πολύ καλά τον γραφικό χαρακτήρα και τον τρόπο έκφρασης τον ΒΒ, αφού ο μεν πρώτος - ανιψιός του, όπως αναφέρει, αλληλογραφούσε με το θείο του, διότι κατοικούσε στην ..., ενώ η δεύτερη ήταν ιδιαιτέρα γραμματέας τον. Αντίθετα, οι μάρτυρες της εναγομένης, κατά τους οποίους η διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τον ΒΒ, δεν φαίνεται να γνωρίζουν τόσο καλά τον γραφικό χαρακτήρα αυτού, αφού ο μεν ΚΚ, προσωπικός οδηγός του διαθέτη, αντλεί τη γνώση του από έγγραφα του ΒΒ που περιστασιακά του έδιδε για να τα φωτοτυπήσει, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας καταθέτει, ο δε ..., ανεψιός του, αν και ισχυρίζεται ότι υπήρξε το "δεξί χέρι" του διαθέτη και εργάστηκε στην Μοντεσσοριανή σχολή, δεν προσδιορίζει το είδος της απασχόλησής του και της συνεργασίας του με τον θείο του ώστε να φανεί το πόσο καλά γνώριζε τον γραφικό χαρακτήρα και την υπογραφή αυτού.
ΙΙ) Το γεγονός ότι η από 1.2.1997 ιδιόγραφη διαθήκη είναι εντελώς αντίθετη με τις προηγούμενες όσον αφορά τα πρόσωπα που αποτελούσαν το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος και τους εκτελεστές της διαθήκης. Συγκεκριμένα, ενώ στις προηγούμενες διαθήκες φαίνεται ότι για τον διαθέτη κριτήριο για την επιλογή των μελών τον Διοικητικού Συμβουλίου και των εκτελεστών της διαθήκης ήταν κυρίως τα άτομα αυτά να έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση ή να κατέχουν πανεπιστημιακούς τίτλους ή να είναι απόφοιτοι ή δάσκαλοι της Μοντεσσοριανής σχολής χωρίς να βαρύνει γι' αυτόν η ύπαρξη ή μη συγγενικού μεταξύ τους δεσμού, διότι προφανώς πίστευε ότι με τον τρόπο αυτό θα βοηθούσε αποτελεσματικότερα στην υλοποίηση του σκοπού του ιδρύματος, στην τελευταία από 1.2.97 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του, μοναδικό κριτήριο επιλογής φαίνεται να είναι η συγγενική του σχέση με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους εκτελεστές της διαθήκης. Πέραν αυτού υπάρχει και η εξής διαφορά ως προς τη θέληση του διαθέτη μεταξύ δημόσιας και τελευταίας από 1.2.1997 διαθήκης. Στη μεν δημόσια διαθήκη καταλείπετε από το διαθέτη ολόκληρη η κληρονομιαία περιουσία στο συσταθέν ίδρυμα, ενώ στην από 1.2.1997 διαθήκη την περιουσία αναλαμβάνουν τα ανιψιά-μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία οφείλουν να φτιάξουν ένα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ίδρυμα.
ΙΙΙ) Το γεγονός ότι στην τελευταία διαθήκη πρόεδρος του ιδρύματος και εκτελεστής της διαθήκης ορίζεται ο αδελφός του διαθέτη ΑΑ, μολονότι ο διαθέτης δεν διατηρούσε με αυτόν, όταν ζούσε, καλές σχέσεις, όπως το τελευταίο προκύπτει κυρίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος. Ενισχύεται δε και από την κατάθεση τον μάρτυρα της εναγομένης ΚΚ, ο οποίος όμως διαφοροποιείται εν μέρει, καταθέτοντας ότι τα τελευταία δύο προ του θανάτου του διαθέτη χρόνια οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί. Αυτό όμως δεν κρίνεται πειστικό, διότι αν συνέβαινε πράγματι τότε δεν δικαιολογείται, ούτε άλλωστε ο μάρτυρας δίδει κάποια εξήγηση, για ποίο λόγο ο διαθέτης δεν όρισε τον αδελφό του μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή Πρόεδρο του ιδρύματος ή εκτελεστή της διαθήκης του, σε καμία από τις προηγούμενες (δημόσια και ιδιόγραφες) διαθήκες του που συντάχθηκαν εντός της προ του θανάτου του διετίας. Ακόμη, δεν κρίνεται πειστικό το κατατιθέμενο από τον μάρτυρα της εναγομένης ... (τέκνο εξαδέλφου του) ότι οι σχέσεις του διαθέτη με τον αδελφό του ΑΑ ήταν άριστες, διότι έρχεται σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες καταθέσεις. Το ότι προσκομίζεται από την εναγομένη φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται ο ΑΑ να έχει επισκεφθεί στο νοσοκομείο τον βαριά ασθενή αδελφό του 1 1/2 μήνα περίπου πριν ο τελευταίος αποβιώσει, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας αναφέρει στην κατάθεσή του, δεν σημαίνει και ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ τους, πέραν του ότι η λήψη υπό τις ως άνω περιστάσεις μιας τέτοιας φωτογραφίας φαίνεται μάλλον ασυνήθιστη, διότι δημιουργεί την εντύπωση ότι λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί μεταγενέστερα προς υποστήριξη ισχυρισμού περί αποκατάστασης των σχέσεων των αδελφών.
IV) Το γεγονός ότι η εν λόγω από 1.2.1997 διαθήκη εμφανίζεται προς δημοσίευση 14 μήνες μετά το θάνατο του διαθέτη και αφού είχε συσταθεί το ίδρυμα, χωρίς να προκύπτει κάποιος λόγος που να δικαιολογεί αυτή την καθυστέρηση, καθώς και το ότι εμφανίζεται προς δημοσίευση από την Χ (εναγομένη), αν και σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ..., ο διαθέτης την είχε εμπιστευθεί στον αδελφό του ΑΑ, και
V) την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδότησης των γραφολόγων ... και ..., που διορίστηκαν με την 2577/2002 απόφαση αυτού τον Δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτή, η υπό έλεγχο από 1-2-1997 διαθήκη είναι μη γνήσια, διότι δεν έχει συνταχθεί και υπογραφεί το χέρι του ΒΒ, αλλά αποτελεί προϊόν ζωγραφικής απομίμησης στοιχείων της γνήσιας γραφής και υπογραφής αυτού από άτομο συγγενούς γραφικής φυσιογνωμίας, κατόπιν εσφαλμένης όμως απόδοσης τόσο των βασικών χαρακτηριστικών, των γραφικών συνηθειών και της γραφικής ποιότητας αυτών όσο και των γραφικών αλλοιώσεων, οι οποίες αποτυπώνονται ιδίως στα προς σύγκριση σύγχρονης χάραξης έγγραφα (δηλ. στις από 21.1.1997 και 21.1/27.1.97 ιδιόγραφες διαθήκες). Στην εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι ενώ η γραφή του ΒΒ (λόγω της μεγάλης ηλικίας τον, των προβλημάτων υγείας κλπ) είχε υποστεί παραμόρφωση του σχήματος που εκδηλώνεται με γωνιώδεις ατελείς γραμμές και φθίνουσες διαστάσεις καθώς και παραμόρφωση της σχηματικής γραμμής, η οποία φέρεται χαλαρή με "σπασμωδικότητα" και εμφανή αδυναμία ελέγχου και κατεύθυνσης της φοράς της, στην υπό έλεγχο διαθήκη έγινε προσπάθεια απόδοσης της παθολογικότητας αυτής στο κείμενο και στην υπογραφή με τη σύνταξή της με τρομώδη μορφή. Υπάρχει όμως τέτοια συνέπεια στοίχισης γραμμάτων και γραμμών με τέτοια χαρακτική επιμέλεια και με τέτοιο έλεγχο των γραφικών κινήσεων ώστε ο αποτυπούμενος στη διαθήκη "υπερβολικός τρόμος" να μην είναι δυνατόν να συνδυασθεί και η υπό έλεγχο διαθήκη να συνίσταται από στοιχεία "αφύσικης" και πεποιημένης χάραξης. Επίσης, επισημαίνεται ότι η υπό έλεγχο διαθήκη έχει γραφεί από άτομο διάφορης γραμματικής παιδείας και γραφικής εμπειρίας του ΒΒ (δηλ. χρησιμοποιείται απλή γλώσσα αντί της απλής καθαρεύουσας) και έχει γραφεί με μαρκαδόρο λεπτής πέννας και όχι με στυλό διαρκείας όπως συνήθιζε ο διαθέτης να γράφει. Η σύνταξη δε της από 1-2-1997 ιδιόγραφης διαθήκης με μαρκαδόρο είχε σκοπό, κατά τους πραγματογνώμονες, να προκαλέσει "σύγχυση της γραφικής εικόνας της λόγω αδυναμίας επιτυχούς απομίμησης τόσο των πραγματικών χαρακτήρων δομής της γνήσιας όσο και της σπασμωδικής γραφικής κίνησης του χεριού του ΒΒ (προϊόν προβλημάτων του νευρομυϊκού συστήματος αυτού). Στην πραγματογνωμοσύνη αυτή αναφέρεται ακόμη ότι η από 1.2.1997 διαθήκη έχει αντικειμενικά ευρήματα πλαστογραφίας, διότι στο δεξί άκρο της σελίδας υπάρχει απόσβεση, η οποία σε σχέση με τη θέση της, την έντασή της (όση περίπου και η υπογραφή) και με τα ίχνη μαύρης μελάνης οδηγεί τους πραγματογνώμονες στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί απαλειφθείσης πρώτης ανεπιτυχούς υπογραφής. Με τη Θέση αυτή των παραπάνω πραγματογνωμόνων, ότι δηλαδή πρόκειται για μη γνήσια διαθήκη τον ΒΒ, συντάσσονται και οι γραφολόγοι ... (από 5.3.2001 γραφολογική γνωμοδότηση), ... (από 12.1.1998 γραφολογική γνωμοδότηση και γραφολογικές παρατηρήσεις) και ... (από 30.5.2002 και 18.9.2003 γραφολογικές γνωμοδοτήσεις και γραφολογικές παρατηρήσεις). Την γνώμη τους αυτή στηρίζουν ιδίως στα αντικειμενικά ευρήματα (κατά τους γραφολόγους) πλαστογραφίας (δηλαδή απόσβεση μεγέθους όσο η υπογραφή), στο διαφορετικό γραφικό μέσο που χρησιμοποιήθηκε (μαρκαδόρος αντί στυλό διαρκείας), στην ύπαρξη διαφορετικού είδους γραφικού τρόμου (πεποιημένου και αφύσικου, δηλαδή ελεγχόμενου και χωρίς αυθορμητισμό και όχι παθολογικού) και στο διαφορετικό μορφωτικό (κατώτερο) επίπεδο τον συντάξαντος το κείμενο της υπό έλεγχο διαθήκης. Η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδότησης της γραφολόγου ..., η οποία διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 4870/1999 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στην οποία αυτή αποφαίνεται ότι η υπό έλεγχο διαθήκη είναι γνήσια: διότι υπάρχει ομοιότητα στα γενικά χαρακτηριστικά (ρυθμό χάραξης, ταχύτητα, γραφική πίεση, κλίση, πορεία κλπ) στη δομή, στα ποιοτικά χαρακτηριστικά και στις ιδιότυπες μορφές όλων των γραμμάτων και σχηματισμών, δεν κρίνεται πειστική. Και αυτό διότι δέχεται μεν ότι εμφανίζονται ελάχιστα διαφοροποιημένα τα χαρακτηριστικά της γραφικής πίεσης και του γραφικού τρόμου στην υπό έλεγχο διαθήκη, αποδίδει όμως αυτά στη χρήση μαρκαδόρου, χωρίς να προβληματίζεται για τη χρήση από τον διαθέτη διαφορετικού γραφικού μέσου ειδικά στην από 1.2.1997 διαθήκη. Επίσης, δεν κάνει κάποια αναφορά ούτε αξιολογεί την απόξεση που υπάρχει στο κάτω δεξί μέρος της διαθήκης και δεν διευκρινίζει αν το είδος του γραφικού τρόμου που υπάρχει στην από 1.2.1997 διαθήκη είναι το ίδιο ή όχι με αυτό στις από 21.1.97 και 21.1/27.1.1997 διαθήκες. Στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή πρόκειται για γνήσια διαθήκη του ΒΒ, καταλήγουν και οι γραφολόγοι ... (από 29.4.1999 και 20.3.2003 εκθέσεις γραφολογικής γνωμοδότησης), ... (από 5.5.1999, 29.4.1999 και 14.3.2001 γραφολογικές γνωμοδοτήσεις) και ... (από 14.1.2003 γραφολογική γνωμοδότηση και γραφολογικές παρατηρήσεις), αποδίδοντας και αυτοί τις υπάρχουσες διαφοροποιήσεις κυρίως στη χρήση διαφορετικού γραφικού μέσου (μαρκαδόρου αντί στυλό διαρκείας). Κατ' ακολουθία, η από 1.2.1997 ιδιόγραφη διαθήκη δεν είναι γνήσια διαθήκη τον ΒΒ, αφού δεν έχει γραφεί, υπογραφεί και χρονολογηθεί από αυτόν. Δεχόμενο αυτά το Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ως άκυρη της ανωτέρω από 1-2-1997 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ΒΒ, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τo ουσιώδες στην προκείμενη περίπτωση ζήτημα της ακυρότητας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης, διότι δεν γράφηκε ούτε και υπογράφηκε από τον ανωτέρω διαθέτη, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1718, 1721 σε συνδ. με 180 του ΑΚ που εφαρμόσθηκαν και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19,με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. α ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως είναι και τα μη νομίμως χαρτοσημασμένα έγγραφα, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, α) ποία ακριβώς είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν επιτρέπει ο νόμος, γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά στοιχεία, δ) ο λόγος για τον οποίο τα έγγραφα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο δεν ήταν νομίμως χαρτοσημασμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι ενώ αναφέρεται σ' αυτή ότι το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμά του, περί της μη γνησιότητας της ανωτέρω αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες που διατάχθηκαν, ... τις ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις και παρατηρήσεις των προσληφθέντων τεχνικών συμβούλων και γραφολόγων και των φωτογραφικών απεικονίσεων, δε βεβαιώνεται περαιτέρω ότι τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία προσκομίσθηκαν νομίμως, δηλαδή αν είναι νομίμως χαρτοσημασμένα, ούτε αν είναι επικυρωμένα αντίγραφα πρωτοτύπων ή επικυρωμένων αντιγράφων αυτών. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτόν από τα ανωτέρω αναγκαία προς τούτο στοιχεία, η ταυτότητα των αναφερόμενων στον λόγο αυτό εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο τα έγγραφα αυτά ήταν ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, αν δηλαδή ήταν μη νομίμως χαρτοσημασμένα ή ήταν ανεπικύρωτα αντίγραφα πρωτοτύπων ή αντιγράφων αυτών, καθώς και ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν νόμιμη η χαρτοσήμανσή τους
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2005 αίτηση και τους από 16-11-2006 πρόσθετους λόγους της Χ για αναίρεση της 8701/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2009. Και
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ