Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
1663/2008 AI generated

1663/2008 · 1663/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1663/2008
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1663 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντων...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1663/2008

Απόφαση 1663 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κίμωνα Βορίδη, ο οποίος δήλωσε ότι η πιο πάνω εταιρεία μετονομάστηκε σε "ΑΧΑ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία".

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "Χρηματιστηριακή Βορείου Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Βασίλειο Σιαμαντά που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Νικολόπουλο και Νικόλαο Τσοτσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9361/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 8025/2002 προδικαστική και 4939/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 27-9-2003 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 8/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια και η 47/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 4939/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο παραπάνω Εφετείο, να δικαστεί ξανά από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6440/2006 απόφαση του Εφετείου την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2006 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ) προβάλλεται η αιτίαση ότι το ουσιαστικό δικαστήριο δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 47/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία "ζητήθηκε από το Εφετείο να προσδιορίσει αν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση κατά τη διάρκεια του υπ' αριθμ. ..... ασφαλιστηρίου" ενόψει του ότι με όρο που διαλαμβάνεται σ' αυτό (στο Γ' τμήμα του) ορίζεται ότι η ασφαλιστική περίπτωση επέρχεται, όταν ο ζημιωθείς πελάτης της ασφαλισμένης αναιρεσιβλήτου προβάλει αξιώσεις αποζημίωσης κατ' αυτής και αυτή αναγγείλει τις απαιτήσεις του ζημιωθέντος τρίτου εντός της συμβατικής διάρκειας της ασφάλισης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται για μη συμμόρφωση του δικαστηρίου της παραπομπής στα κριθέντα από τον Άρειο Πάγο νομικά ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσεως (ΑΠ 79/1998), αν δε η απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη νομικής βάσης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσης ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής μπορεί να εφαρμόσει άλλες νομικές λύσεις, αφού πρόκειται πλέον για υπαγωγή διάφορων περιστατικών. Τα οριζόμενα δε στο Γ' τμήμα του ασφαλιστηρίου για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως δεν αποτελούν νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, αλλά πραγματικά περιστατικά και δεν είναι διαπιστώσεις της αναιρεθείσης αποφάσεως.

Με το άρθρο 7§6 Ν. 2496/1997 επιτρέπεται η συνομολόγηση, στην περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικής αστικής ευθύνης, απαλλαγών υπέρ του ασφαλιστού πέραν των προβλεπομένων από το νόμο. Δεν καθίσταται όμως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής συμφωνηθείς στο Γ' τμήμα του ενδίκου ασφαλιστηρίου όρος ότι " ο ασφαλιζόμενος πρέπει, σαν απαραίτητη προϋπόθεση αποζημίωσής του στα πλαίσια αυτού του τμήματος, να ειδοποιήσει εγγράφως και άμεσα τους ασφαλιστές, σχετικά με α) την ανακάλυψη οποιασδήποτε ζημίας που εγείρει ή δύναται να εγείρει απαίτηση σύμφωνα με αυτό το τμήμα β) την ανακάλυψη εύλογης αιτίας υποψίας απάτης ή ανεντιμότητας από μέρους οποιουδήποτε από τους υπαλλήλους του, ανεξάρτητα αν αυτή η συμπεριφορά καλύπτεται από αυτό το τμήμα ή όχι". Επομένως, η προβαλλόμενη με τον δεύτερο υπό στοιχ. Α λόγο αναιρέσεως (από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) αιτίαση, ότι το Εφετείο με την παραδοχή του: ότι, με την καθυστερημένη ανακοίνωση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, δεν επήλθε κάποια ζημία στην τελευταία, παραβίασε (α) την ως άνω διάταξη του άρθρου 7§6 Ν. 2496/1997 και (β) τον προαναφερόμενο όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, πρέπει να απορριφθεί ως προς την πρώτη (υπό στοιχ. α) αιτίαση ως αβάσιμος, ως προς δε την δεύτερη αιτίαση ως απαράδεκτος. Επίσης, η προβαλλόμενη με τον αυτό λόγο (2Α) αιτίαση (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) "για μη έρευνα και βεβαίωση της επαγγελματικής ιδιότητας της αστικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης, που αποτελεί αναγκαία επαρκή συνθήκη για την εφαρμογή ή μη της παραπάνω απαλλακτικής ρήτρας" πρέπει να απορριφθεί λόγω της αοριστίας της, διότι δεν αναφέρεται τι εννοείται με τη φράση "επαγγελματική ιδιότητα της αστικής ευθύνης" της αναιρεσίβλητης με συνέπεια τη μη εξειδίκευση του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματος.

Κατά το άρθρο 562§1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική. Κατά το άρθρο 581§2 ΚΠολΔ, η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος νέος λόγος αναιρέσεως για παράβαση άλλων δικονομικών κανόνων σε περίπτωση συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση. Αν δε η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου δεχθεί κατ' αρχήν την αξίωση, αλλά απορρίψει την αγωγή λόγω ευδοκίμησης ένστασης και η απόφαση αναιρεθεί με αίτηση του ενάγοντος, το δικαστήριο της παραπομπής θα ασχοληθεί μόνο με την έρευνα της ένστασης, χωρίς να ελέγξει τις υπόλοιπες διατάξεις της απόφασης που δεν εθίγησαν (ΑΠ 904/1973). Στην προκειμένη περίπτωση, με την 47/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 4939/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά το κεφάλαιό της που είχε ως βάση την υπ' αριθμ. ..... ασφαλιστική σύμβαση των διαδίκων) για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την παραδοχή της ένστασης της αναιρεσείουσας για γνώση από την αναιρεσίβλητη της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, συνισταμένης της ελλείψεως στον μη προσδιορισμό του χρόνου επέλευσης του κινδύνου. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, βάσης από την προαναφερόμενη με αριθμό ..... σύμβαση ασφαλίσεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω του δεδικασμένου, που παράγεται από την 4939/2003 απόφαση του Εφετείου, η οποία δεν εθίγει κατά την οικεία παραδοχή της από την απόφαση του Αρείου Πάγου. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η προβαλλόμενη με τον ίδιο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) αιτίαση της έλλειψης αιτιολογίας ως προς το ανωτέρω δικονομικό ζήτημα της ύπαρξης στο αγωγικό δικόγραφο βάσης στηριζόμενης στην με αριθμό ..... σύμβαση ασφαλίσεως, αφού με τον αναιρετικό αυτό λόγο ελέγχεται η παραβίαση μόνο κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου.

Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν την παραδεκτώς επικληθείσα από την αναιρεσείουσα δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι στο δικόγραφο της αγωγής της δεν περιέχεται βάση ερειδόμενη στην ..... ασφαλιστική σύμβαση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος: (1) γιατί η ύπαρξη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της ως άνω βάσεως καλύπτεται από το δεδικασμένο της 4939/2003 αποφάσεως του Εφετείου για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, (2) γιατί αντικείμενο ομολογίας μπορεί να είναι μόνον η παραδοχή πραγματικού γεγονότος (και δη επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί) και όχι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ή ο νομικός χαρακτηρισμός των αναφερομένων σε αυτό γεγονότων, τα οποία ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες: (1) η προβαλλόμενη με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο αιτίαση (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην προαναφερόμενη "δικαστική ομολογία" ισχύ πλήρους αποδείξεως, (2) η προβαλλόμενη με τον έκτο λόγο αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ - με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ) αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε την ύπαρξη μη υπάρχοντος λόγου έφεσης που αφορά βάση της ένδικης αγωγής στηριζόμενη στην υπ' αριθμ. ..... ασφαλιστική σύμβαση, και (3) η προβαλλόμενη με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ) αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ρηθείσα αγωγική βάση, αφού δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ, οι προτάσεις της αναιρεσίβλητης κατά τις προγενέστερες συζητήσεις της υποθέσεως στα ουσιαστικά δικαστήρια? αιτίαση που είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη, αφού κατά τους ορισμούς του άρθρου 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής πρέπει να κατατίθενται νέες προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, οι δε κατατεθείσες κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφασης δεν λαμβάνονται υπόψιν, ακόμα και αν έγινε επίκλησή τους (ΑΠ 672/1988).

Περαιτέρω, με βάση τις προεκτεθείσες σκέψεις για το δεδικασμένο που παράγεται από την (μερικώς αναιρεθείσα) υπ' αριθμ. 4939/2003 απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες (καλυπτόμενες από το δεδικασμένο) και οι προβαλλόμενες με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο υπό στοιχ. Β, Γ και Δ, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, ότι το Εφετείο: (Α) Δεν έλαβε υπόψιν τους προταθέντες από την αναιρεσείουσα όρους της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης (.....): (1) ότι "εάν ο ασφαλισμένος εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση αποζημιώσεως εν γνώσει του ότι αυτή είναι ψευδής ή απατηλή, είτε αναφορικά με το ποσό είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αυτή η ασφαλιστική σύμβαση είναι ανίσχυρη και όλες οι απαιτήσεις που καλύπτονται βάσει της σύμβασης θα απωλεσθούν", (2) ότι "ο ασφαλισμένος δεν θα αναλαμβάνει ευθύνη να διακανονίζει καμία απαίτηση ή να επιβαρύνεται με δαπάνες ή έξοδα σε σχέση με αυτήν, χωρίς την έγγραφη συναίνεση των ασφαλιστών, οι οποίοι θα δικαιούνται οποτεδήποτε να αναλαμβάνουν και διεξάγουν στο όνομα του ασφαλισμένου την υπεράσπιση ή το διακανονισμό οποιασδήποτε απαίτησης τούτου, και (3) ότι "ο ασφαλιστής που υπογράφει αυτή την ασφαλιστική σύμβαση, συμφωνεί ... να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο για οικονομική ζημία που θα διαπιστωθεί κατά πρώτον από αυτόν και θα δηλωθεί στον ασφαλιστή κατά τη διάρκεια της ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο παράρτημα ή στην περίπτωση που δεν ανανεωθεί το ασφαλιστήριο μέσα σε 18 μήνες από τη λήψη του", (Β) Παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 160§2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την θεσπιζόμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, το άρθρο 20 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (Γ) Δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές "για διαφοροποιήσεις της συμπεριφοράς της αναιρεσιβλήτου σχετικά με το λεγόμενο πρώτο ασφαλιστήριο έναντι όσων έγιναν σχετικώς τελεσίδικα δεκτά από την υπ' αρ. 4939/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών".

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως προβάλλει η αναιρεσείουσα τις από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό της ότι ο κίνδυνος επήλθε κατά τον μήνα Ιανουάριο 2000, ήτοι μετά την λήξη του χρόνου της με αριθμό ..... σύμβασης ασφάλισης και δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογίες ως προς τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψιν τον ρηθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, διέλαβε δε για την απόρριψή του συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία με την παραδοχή του ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε κατά τη διάρκεια ισχύος της με αριθμό ..... σύμβασης ασφάλισης, και δη με τη διάπραξη από υπάλληλο της αναιρεσίβλητης των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση αδικημάτων απάτης και πλαστογραφίας, Με τον ίδιο (όγδοο) λόγο αναιρέσεως προβάλλει η αναιρεσείουσα τις από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν και απέρριψε χωρίς αιτιολογία τον ισχυρισμό της, ότι, με όρο της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, συμφωνήθηκε ότι ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση για την άμεση ζημία που υπέστη από απάτη, απιστία ή πλαστογραφία υπαλλήλων του, την οποία ο ασφαλισμένος θα πρωτοανακαλύψει κατά τη διάρκεια της ισχύος της ασφάλισης. Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (1) γιατί καλύπτονται από το δεδικασμένο της 4939/2003 απόφασης του Εφετείου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή αναιρέθηκε μόνο ως προς την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση της γνώσης από την αναιρεσίβλητη ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την λήξη της ουσιαστικής διάρκειας της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, και (2) γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προβληθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και επαναφέρθηκε στο Εφετείο.

Με τους ένατο και δέκατο λόγους αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι σύμφωνα με τους όρους της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης "το ποσό της απαλλαγής που θα αφαιρείται από το ζημιογόνο γεγονός θα είναι 5.000.000 δραχμές" και ότι "δεν καλύπτονται περαιτέρω ζημίες ή διαφυγόντα κέρδη" και δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση καμία αιτιολογία απόρριψης των ισχυρισμών αυτών. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω του προαναφερόμενου δεδικασμένου, αλλά και ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψιν και απέρριψε, με συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, με τις παραδοχές ότι, με τις εγκληματικές πράξεις του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης ..... σε βάρος πελατών της, ζημιώθηκε αυτή το ποσό του 1.614.414.395 δρχ., το οποίο υπερκαλύπτει τόσο το συμφωνηθέν ασφάλισμα των 150.000.000 δρχ. όσο και τις προβληθείσες με την αγωγή περαιτέρω ζημίες. Τέλος, οι προβαλλόμενες με τους ενδέκατο και δωδέκατο αναιρετικούς λόγους (από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για αοριστία και μη νομιμότητα της ένδικης αγωγής, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτες λόγω του ως άνω δεδικασμένου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2006 αίτηση της εταιρίας "ALΡHΑ Ασφαλιστική Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρία" για αναίρεση της 6440/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ