Legislator Case Law & Legislation
1663/2006 AI generated

1663/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1663/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1663 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2006

Legislator headnote

AI generated

1663/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1663 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1663 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1663/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 775/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2463/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 1-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα, αφού δεν υπάρχει τότε ταυτότητα της νομικής ή ιστορικής αιτίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1γ, 322 παρ. 1, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε "προβληθεί" με αγωγή, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε τούτου. Στην περίπτωση αυτή μπορεί ο δικαιούχος να ζητήσει μεταγενεστέρως έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαιτήσεως, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Όταν όμως με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε δεν έκρινε για μέρος, αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε και καλύπτεται έτσι από το δεδικασμένο και το ύψος της απαιτήσεως του (Ολ. Α.Π. 14/2002, 20/2002). Επομένως, η τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει σε εργαζόμενο τις νόμιμες αποδοχές του για ορισμένο χρονικό διάστημα αποτελεί δεδικασμένο και για το ύψος των νόμιμων αποδοχών που δικαιούται κατά το διάστημα αυτό. Διότι, εφόσον ο εργαζόμενος ζητούσε τις διαφορές των νόμιμων από τις καταβαλλόμενες αποδοχές, το δικαστήριο όφειλε να προσδιορίσει αυτεπαγγέλτως το ύψος των νόμιμων αποδοχών του και αν αυτές ήταν μεγαλύτερες από τις ζητούμενες με την αγωγή του να επιδικάσει τις ζητούμενες. Στην περίπτωση αυτή θα προέκυπτε από την απόφαση ότι επιδικάστηκε μέρος των νόμιμων αποδοχών του και ο εργαζόμενος δεν θα δεσμευόταν από το δεδικασμένο να ζητήσει με νεότερη αγωγή την επιπλέον διαφορά των νόμιμων αποδοχών του ίδιου χρονικού διαστήματος. Εάν όμως το δικαστήριο υπολόγισε λανθασμένα τις νόμιμες αποδοχές του εργαζομένου, με βάση μη εφαρμοστέες στην περίπτωσή του ή μη ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο καλύπτει και πάλι το ύψος των νόμιμων αποδοχών του και ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ζητήσει με νεότερη αγωγή, επιπλέον διαφορές του ίδιου χρονικού διαστήματος, υπολογίζοντας αυτές με βάση τις εφαρμοστέες ή ισχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., αφού και από λανθασμένη απόφαση παράγεται δεδικασμένο. Το γεγονός ότι οι ζητούμενες επιπλέον διαφορές στηρίζονται σε διαφορετικές διατάξεις από εκείνες που εφαρμόστηκαν στην προηγούμενη δίκη, δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έννομη επιρροή, διότι οι διατάξεις αυτές δεν θεμελιώνουν διαφορετική βάση της αγωγής, ούτε μεταβάλλουν το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε για τις αποδοχές κατά το χρονικό διάστημα που έκρινε η προηγούμενη απόφαση, αφού πρόκειται για το ίδιο χρονικό διάστημα και η κρίση του δικαστηρίου ότι οι νόμιμες αποδοχές του εργαζομένου διέπονται από τις διατάξεις των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που εφήρμοσε, περιλαμβάνει και την κρίση ότι δεν διέπονται από τις διατάξεις άλλων Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που ίσχυαν κατά το ίδιο διάστημα. Η επίκληση, άρα, διαφορετικών από τις εφαρμοσθείσες διατάξεων, που φέρονται ως πράγματι εφαρμοστέες ή ισχύουσες για τις νόμιμες αποδοχές ορισμένου χρονικού διαστήματος, δεν μεταβάλλει το νομικό καθεστώς, υπό το οποίο έκρινε τις αποδοχές του διαστήματος αυτού το δικαστήριο (ΑΠ 858/2003). Περαιτέρω με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών κλπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες των εν λόγω νοσηλευτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (αριθ. 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών). Το νομικό καθεστώς της ανωτέρω Δ.Α. μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α.Υ.Ε. 17853/1989 και ίσχυσε από 1.7.1988. Με αυτή επεκτάθηκαν οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988, για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στους εργαζόμενους, πλην ιατρών, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, νοσηλευτήρια κλπ. Η διάταξη του άρθρου 9 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. που ορίζει ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται, δεν εισάγει εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1505/1989, αλλά έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλόμενων μέχρι της άνω μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ ΑΠ 10/2002). Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργάζεται στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο ως καθαρίστρια με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από τις 24-4-1985 και με προηγούμενες αγωγές της ζήτησε να της καταβάλει το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο τις διαφορές αποδοχών που εδικαιούτο από 24-4-1985 έως 28-2-1985, από 1-3-1989 έως 31 -3-1993 και από 1-4-1993 έως 31-12-1995. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκαν οι τελεσίδικες αποφάσεις 2303/1989 και 806/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 238/1997 του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, με τις οποίες κρίθηκε, ότι και μετά την ισχύ της ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, η αναιρεσείουσα, έπρεπε να αμείβεται με τις προϊσχύουσες αυτής διατάξεις, και ότι σύμφωνα με τους όρους 28 και 12 των πιο πάνω Δ.Α. 42/1981 και 74/1982, αντίστοιχα, το ημερομίσθιο της ήταν ίσο με τα 6,5/6 του κατώτατου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη, το οποίο έγινε δεκτό ότι ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, σε 645 δραχμές, πλέον προσαυξήσεως 15%, και με βάση το οποίο υπολογίστηκαν τα επιδόματα, οι λοιπές αμοιβές και προσαυξήσεις. Ακολούθως, με την ένδικη από 10-6-1998 αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε επιπλέον μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1993 έως 31-12-1995, οι οποίες προέκυπταν από τον υπολογισμό των αποδοχών της με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας που καθόριζαν οι ισχύουσες κατά το άνω διάστημα από 9-6-1993 και 21-3-1994 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και ήταν μεγαλύτερο από εκείνο των 645 δραχμών που είχαν δεχθεί οι παραπάνω αποφάσεις. Η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε, ότι από τις προμνημονευόμενες 806/1995 και 238/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, αντίστοιχα, παράγεται δεδικασμένο για το ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να αμείβεται με το μισθολογικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και για το ύψος του κατώτατου ημερομισθίου ασφαλείας που είχαν δεχθεί οι άνω αποφάσεις, αφού η αναιρεσίβλητη ζήτησε με τις προηγούμενες αγωγές της το σύνολο των διαφορών μεταξύ των καταβαλλόμενων και των δικαιούμενων από αυτή νόμιμων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1993 έως 31-12-1995 και το σύνολο των διαφορών αυτών επιδίκασε το δικαστήριο, δεχόμενο τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών της με βάση κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη 645 δραχμών. Επομένως το Εφετείο δεν δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο και οι περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ΄αριθ. 2463/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ