Legislator Case Law & Legislation
1662/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against state judgment, correcting interest rates on unjust enrichment claim.

Case Number 1662/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against the First Instance Court's judgment regarding interest rates on an unjust enrichment claim. The State argued for a specific interest rate calculation, while the company contended for a different statutory basis. The court ruled that the lower court erred in applying the old law to the period after May 1, 2019, and ordered the State to pay the correct interest amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 553, 556, 558, 564 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 21 of the Law on Public Law Actions; Article 7 § 2 of Law 496/1974; Article 45 of Law 4607/2019: The Supreme Court must correct lower court errors in applying the correct interest rate statutes for unjust enrichment claims, specifically switching from the general public law code to the specific law for periods after May 1, 2019.

Keywords

AI generated
unjust enrichment interest rates public law actions statutory interpretation Supreme Court review legal error correction state liability

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 21 of the Law on Public Law Actions
Article 7 § 2 of Law 496/1974
Article 45 of Law 4607/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1662 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης βιοτεχνικής και εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΒΑΞ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙΠΛΩΝ", που εδρεύει στις Αφίδνες Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργούντζο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-08-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9412/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 2383/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 12-10-2023 αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 2383/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τύποις και ουσία δεκτή η από 22-12-2021 έφεση του εκκαλούντος/αναιρεσείοντος Ελλ.Δημοσίου, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη υπ'αριθ. 9412/2021 απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η από 23-8-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε στις 13-9-2023 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών στις 13-10-2023 (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, συνεπώς να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αναίρεσης. Κατά το άρθρο 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 109 εδ. δ του ΕισΝΑΚ "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 , που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1917/2007) ορίζει, ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή ΝΠΔΔ είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε, από την επίδοση σχετικής αγωγής. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ , 215 § 1 εδ. α` και 221 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (346 ΑΚ ) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει. Το ως άνω αποτέλεσμα της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής προς τον οφειλέτη, δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ. λόγω αοριστίας).

Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιελεύσεως του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 1789/2009, ΑΠ 1355/2003). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικονομικής προϋποθέσεως, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως (ΑΠ 178/2016, ΑΠ 106/2014). Σημειώνεται ότι η κατά τα άρθρα 294, 295 § 1, 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοσή της έχει χαρακτήρα οχλήσεως, δημιουργική υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για αντίστοιχους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 1126/2010).

Επομένως ο ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 234/2022, ΑΠ 1418/2018, ΑΠ 106/2014).

Τα παραπάνω δεν ισχύουν για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, αφού η διάταξη του άρθ. 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου" που κάνει λόγο για έναρξη τοκοφορίας απο την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μόνον, πρέπει να ερμηνεύεται στενά χάριν του δημοσίου συμφέροντος να αφορά την επίδικη εκάστοτε αγωγή και να επιβεβαιώνεται έτσι η αληθής βούληση του ενάγοντος να συζητήσει την παραδεκτώς ασκηθείσα αγωγή του κατά των ως άνω προσώπων (ΑΠ 404//2024, 303/2016).

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 340, 345, 346 ΑΚ και 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", έκρινε ότι το Ελλ.Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα/αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 34.966,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο όχι από την επομένη της επιδόσεως της από 23-8-2017 αγωγής ήτοι από 15-9-2017 (σχετ.

η προσκομ. υπ'αριθ. ...-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Τ.), που έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, αλλά από την επομένη της επίδοσης της προγενέστερης από 10-4-2012 αγωγής (4-5-2012) από την οποία η αναιρεσίβλητη είχε παραιτηθεί, κατά το δε δεύτερο αυτού σκέλος ότι δεν διέκρινε το ποσοστό του επιτοκίου με βάση τον μεταγενέστερο ν. 4607/2029, ο οποίος ίσχυε τόσο κατά το χρόνο της συζητήσεως της εφέσεως όσο και κατ'αυτόν της δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Απο την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που προσκομίζονται εκατέρωθεν προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος την από 10-4-2012 αγωγή του ζητώντας να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει ως υπόλοιπο τιμήματος πωλήσεως από την πώληση σ'αυτό εμπορευμάτων συνολικής αξίας 123.000 ευρώ, το ποσό των 45.577 ευρώ με βάση, επικουρική, και τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Η αγωγή αυτή είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 13-1-2016 και με αριθ. πινακίου ΣΤ5/4. Κατά την εν λόγω δικάσιμο η συζήτηση της αγωγής ματαιώθηκε και επαναφέρθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 28-2-2018 με την από 9-3-2016 αίτηση - κλήση της ενάγουσας . Η τελευταία παραιτήθηκε από τα ως άνω δικόγραφα με την άσκηση της από 23-9-2016 αγωγής, η οποία είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί την 8-6-2017, από το δικόγραφο της οποίας επίσης παραιτήθηκε με σχετική δήλωση που κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επανέλαβε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 8-6-2017.

Στις 12-9-2017 η ενάγουσα κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών την από 23-8-2017 αγωγή της με την ίδια νομική και ιστορική αιτία με την αρχική από 10-4-2012 αγωγή. Η υπόθεση συζητήθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 23-1-2020 και εκδόθηκε η υπ'αριθ. 9412/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα με βάση τις διατάξεις απο τη σύμβαση πωλήσεως, το ποσό των 34.966,38 ευρώ νομιμοτόκως, κατά τα εκεί αναφερόμενα.

Ασκήθηκε έφεση από το εναγόμενο Ελλ.Δημόσιο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το ποσό των 34.966,38 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της από 10-4-2012 αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Με την διάταξή του όμως αυτήν, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 340, 345, 346 ΑΚ και 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου". Περαιτέρω, η ως άνω ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24-4-2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (6-12-2022), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (10-5-2023) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24-4-2019 ένδικη αξίωση της ενάγουσας - εφεσίβλητης - και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρ. 45 Ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα για το μετά την 1.5.2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1.5.2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα, ο οφειλόμενος από το Δημόσιο τόκος, αναφορικά με τις εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις, υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρ. 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα.

Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου μοναδικού κατά αμφότερα αυτού τα σκέλη λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Από το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλον λόγο, εκτός από τους αναφερομένους στις παραγράφους 1 και 2 του ιδίου άρθρου (υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δηλαδή όταν δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αφορά μόνον την έναρξη της τοκοφορίας και το επιτόκιο του επιδικασθέντος κεφαλαίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω, κατά παραδοχήν του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι μόνον κατά το μέρος το οποίο αφορά το κεφάλαιο των τόκων, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ελλ.Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 34.966,38 ευρώ νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως μέχρι την 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής, από την επομένη της επιδόσεως της συζητηθείσης αγωγής ήτοι από 15-9-2017 μέχρις εξοφλήσεως.

Τέλος, πρέπει η δικαστική δαπάνη της όλης δίκης μεταξύ των διαδίκων να συμψηφιστεί, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος την υπ'αριθ. 2383/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του Ελλ.Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα έξι ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (34.966,38) νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως μέχρι την 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής, από την επομένη της επιδόσεως της συζητηθείσης αγωγής ήτοι από 15-9-2017 μέχρις εξοφλήσεως.

Συμψηφίζει εν όλω τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ