Legislator Case Law & Legislation
1662/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested decision on security measures is final and not appealable.

Case Number 1662/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a final decision rejecting the Hellenic Railways' appeal regarding compensation for unauthorized use of property. The court determined that the contested decision, rendered under security measures procedures, was final and could not be challenged via appeal. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the State was ordered to pay the railway company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 686 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure: Appeals against final decisions rendered in security measures proceedings are inadmissible when such decisions do not fall under the specific exceptions allowing for appeal, as they constitute final resolutions on matters of minor legal complexity.

Keywords

AI generated
security measures procedure inadmissible appeal final decision property compensation unauthorized use Hellenic Railways Greek State

Cited Legislation

AI generated
Articles 686 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 326 of Law 4072/2012
Article 20 of the Constitution
Article 6 of the ECHR
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1662 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πελεκούδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 423/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/11/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) υπ' αρ. 423/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η έφεση που άσκησε το αναιρεσείον κατά της υπ' αρ. 88/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που είχε δεχθεί εν μέρει την ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αρ. 681/76/2013 αποφάσεως της Επιτροπής Δημόσιων και Ανταλλάξιμων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Δράμας και είχε περιορίσει την καθορισθείσα με αυτή αποζημίωση αυθαίρετης χρήσεως ανταλλάξιμου ακινήτου σε βάρος της αναιρεσίβλητης για τα έτη 2011 και 2012 στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ ανά έτος.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι δε παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 699 ΚΠολΔ δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις, που για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

ΚΠολΔ, χωρίς να πρόκειται κατά τα λοιπά για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 754/1986, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 434/2020), όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, κατά την οποία τέμνεται οριστικά διαφορά ως προς την ύπαρξη και το μέγεθος της υποχρεώσεως της ανακόπτουσας - αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημιώσεως εξαιτίας αυθαίρετης από αυτή χρήσεως ανταλλάξιμου ακινήτου (Ολ ΑΠ 6/2012).

Πρέπει συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τo άρθρο 1§1 του β.δ/τος της 24/31.10.1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής διαχειρίσεως ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.), που συστάθηκε με τον αναγκαστικό νόμο 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", υπάγεται η διοίκηση, διαχείριση και εκκαθάριση όλων των ευρισκόμενων στην Ελλάδα περιουσιακών στοιχείων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων και των βακουφίων, που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 30 Ιανουαρίου 1923 συμβάσεως ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών, της από 21 Ιουνίου 1924 αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και των ελληνοτουρκικών από 10 Ιουνίου 1930 συμφωνιών, που κυρώθηκαν με το νόμο 4793 (προηγουμένως η σχετική αρμοδιότητα είχε ανατεθεί με την από 5.5.1925 σύμβαση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία από 11.9.1939 διαδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 1§1 του Ν. 1909/1939).

Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 7§3 εδ.(1) (2) του αυτού β.δ/τος, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 930/1943 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 1650/1951 και το άρθρο 2 παρ.1 του ΝΔ 3713/1957, ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, που χρησιμοποιεί ή οπωσδήποτε χρησιμοποίησε ανταλλάξιμο (κατά την παραπάνω έννοια) ακίνητο χωρίς μισθωτική σχέση, καθορίζεται αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση του ακινήτου, το ποσό της οποίας πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το προηγούμενο για το ίδιο ακίνητο μίσθωμα, εάν δε δεν υπάρχει προηγουμένη μίσθωση, το ποσό της αποζημιώσεως καθορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του ακινήτου, με απόφαση σε κάθε περίπτωση της κατά τόπον αρμόδιας ήδη επιτροπής δημοσίων κτημάτων της οικείας νομαρχιακής αυτοδιοίκησης (άρθρ. 9§1εδ.ε π.δ/τος 551/1988), κατά της οποίας επιτρέπεται σε κάθε ενδιαφερόμενο ανακοπή μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την ανακοίνωση σ` αυτόν της αποφάσεως, για την εκδίκαση της οποίας ορίστηκε μετά το άρθρο 11 του ν. 930/1943 αρμόδιος ο πρόεδρος πρωτοδικών της περιφέρειας του ακινήτου, ο οποίος κρίνει εκ των ενόντων την ανακοπή.

Ήδη μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ αρμόδιο να κρίνει την ανακοπή κατά της αποφάσεως καθορισμού αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου ακινήτου είναι κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1εδ.ε στ, 3§2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του ΚΠολΔ (άρθρ. 686 επ.), η δε απόφασή του υπόκειται στα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως, χωρίς εμπόδιο από τη διάταξη του άρθρου 699 του ίδιου Κώδικα, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ναι μεν κατά τη διάταξη αυτή δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις που δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την παροχή οριστικής δικαστικής προστασίας, οι οποίες για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 754/1986), όπως είναι και οι σχετικές με τις ως άνω ανακοπές υποθέσεις, κατά τις οποίες τέμνεται οριστικά η διαφορά ως προς την ύπαρξη και το μέγεθος της υποχρεώσεως του ανακόπτοντος για καταβολή αποζημιώσεως εξαιτίας αυθαίρετης απ` αυτόν χρήσεως ανταλλάξιμου ακινήτου (Ολ ΑΠ 6/2012).

Περαιτέρω, με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του ΑΝ 1540/1938, 19 του ΑΝ 1919/1939, 2 του ΑΝ 1925/1951 και 5 παρ. 4 του ΑΝ 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημιώσεως, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της αποφάσεως αυτής, ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται.

Μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής κατέστη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε και στ, 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 67/2012). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημιώσεως για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.

Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε και γι` αυτήν την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, αλλά υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ), καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002, ΑΠ 1379/2013, ΑΠ 374/2012).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 7 του βδ/τος της 24/31-10-1940 ανακοπή, με την οποία προσβάλλεται η απόφαση της αρμόδιας επιτροπής που καθόρισε αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση ανταλλάξιμου δημοσίου κτήματος είναι όμοιο με το αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 115 του ΠΔ από 11/12-11-1929 κατά του πρωτοκόλλου αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημοσίων κτημάτων και στις δύο δε, περιπτώσεις οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των ανακοπών δεν προσβάλλονταν με ένδικα μέσα σύμφωνα με τις αρχικές διατάξεις.

Περαιτέρω, με το άρθρο 326 παρ. 3 του Ν 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 του ΠΔ από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων.

Η πιο πάνω διάταξη δεν ορίζει, αν η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση ασκήσεως ενδίκων μέσων καταλαμβάνει ή όχι και τις υποθέσεις του ανωτέρω άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος, που ήσαν ήδη εκκρεμείς ενώπιον των δικαστηρίων, κατά την έναρξη της ισχύος του Ν 4072/2012 (11-4-2012), όπως ορίζουν άλλες διατάξεις του (π.χ.

το ίδιο άρθρο 326 παρ. 1 για τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. α ΕισΝΚΠολΔ, που έχει γενική ισχύ και ορίζει ότι "Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση".

Ως απόφαση δε, κατά τη διάταξη αυτή, εννοείται η προσβαλλόμενη (ΑΠ 92/2023, ΑΠ 2148/2014, 929/2014). Μετά ταύτα, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ` αυτών δίκες, εφόσον η απόφαση που προσβάλλεται δημοσιεύθηκε μετά την 11-4-2012, που τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 326 παρ.3 του Ν 4072/2012 (ΑΠ 579/2017, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014).

Η άνω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού δηλαδή, ασκήσεως ενδίκων μέσων, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου να ισχύσει και για τις αποφάσεις που εκδίδονται επί ανακοπών του άρθρου 7 του β.δ/τος της 24/31.10.1940 και δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όχι όμως και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων, τα οποία μπορεί να προβλέπονται ή όχι, να αποκλείονται ή και να περιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, των οποίων το αντικείμενο είναι ήσσονος σημασίας, όπως η προκειμένη, δεδομένου ότι, κατά την αιτιολογική έκθεση του άνω νόμου, "οι υποθέσεις αυτές είναι νομικά απλές και η επ` αυτών κρίση αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων" (ΑΠ 92/2023, ΑΠ 484/2021, ΑΠ 476/2020, ΑΠ 1045/2019, ΑΠ 910/2018, ΑΠ 668/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι η αναίρεση μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς, με αναίρεση κατά το χρόνο ασκήσεως της τελευταίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 12-11-2019 αίτηση αναιρέσεως ζητείται να αναιρεθεί η δημοσιευθείσα στις 22 Νοεμβρίου 2017 κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπ' αριθ. 423/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 88/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που είχε δεχθεί εν μέρει την εκ του άρθρου 7 παρ. 3 του β.δ/τος της 24/31.10.1940 ανακοπή της αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΟΣΕ ΑΕ" κατά της υπ' αρ. 681/76/2013 αποφάσεως της Επιτροπής Δημόσιων και Ανταλλάξιμων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Δράμας και είχε περιορίσει το ποσό της καθορισθείσας σε βάρος της αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση του υπ' αρ.

Α.Κ. 10690 ανταλλάξιμου κτήματος, εκτάσεως 2.935 τμ, για τα έτη 2011 και 2012, από το αρχικά προσδιορισθέν των 14.000 ευρώ ανά έτος σε 6.000 ευρώ ανά έτος. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22-11-2017, ήτοι υπό την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, ρύθμιση που ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην προκειμένη περίπτωση και δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση.

Επομένως, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, όμως, θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 423/2017 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ