Supreme Court dismisses appeal regarding doctors' service time calculation under specific health law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the 1st Health Administration of Attica against a final judgment regarding doctors' salary progression. The appellants argued that pre-1993 service time under special contracts should not count towards salary scales, citing specific articles of the 2003 law. The court rejected this, ruling that the 1993 law explicitly mandates the inclusion of such service time for doctors already employed by the health fund, thereby upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17, 26, and 29 of Law 3918/2011; The law establishing the National Health Service explicitly mandates the calculation of prior service time for doctors employed by the health fund for salary progression purposes, regardless of the specific contractual nature of that prior employment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1662 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής(1η Δ.Υ.Π.Ε.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Ρ.-Σ. του Κ., 2) Α. - Μ. Κ. του Π., 3) Ό. Σ. του Ν., 4) Μ. Τ.-Γ. του Σ., 5) Θ. Β. του Ε. και 6) Α. Τ. του Λ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η με α/α 3η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο λ9 Αθηνών. Εκδόθηκαν η 201/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4186/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την απο 4-5-2015 αιτησή του. Κατά τη συζητηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα, ανέγνωσε την από 28-12-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1 και 2, 26 παρ.9 [όπως η παρ. 9 προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 του Ν. 3984/2011] και 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 31), από τις οποίες η πρώτη προβλέπει τη σύσταση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στον οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, ο κλάδος υγείας του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., η δεύτερη [προβλέπει] την αυτοδίκαιη μεταφορά των ιατρών και του υγειονομικού προσωπικού που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και η τρίτη ορίζει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ενώ κατ' άρθ. 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ), συνάγεται ότι νομιμοποιούμενος παθητικά για τις πιο πάνω διαφορές είναι, μετά την ένταξη του υγειονομικού προσωπικού του ΙΚΑ στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, ο τελευταίος (ΑΠ 702/2015, ΣτΕ 4137/2015) και μετά από αυτόν ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης [Ε.Φ.Κ.Α.], ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.2017, ο οποίος συνεστήθη ως ν.π.δ.δ.
με το άρθρο 51 του Ν. 43872016. Επακολούθησε ο νόμος 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17.2.2014, με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού, οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών [Δ.Υ.Πε], ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 [όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ.1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο, υποπαρ.Ι5 του ν. 4254/2014, ως προς τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4.3.2014] προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης /μεταφοράς του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις Δ.Υ.Πε. Με το άρθρο 21 παρ. 9 εδ. α', β' και γ' του ως άνω νόμου 4238/2014 Μ. ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού, που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών [Δ.Υ.Πε] χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
προκειμένη περίπτωση παραδεκτά στη θέση του εκκαλούντος "I. Κ. Α. Ε.Τ.Α.Μ." υπεισήλθε το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής [1η Δ,Υ.Πε. Αττικής]", ως καθολικός διάδοχος του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και του "Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ", αφού κατά δήλωση του ιδίου οι αναιρεσίβλητοι ανήκουν από τον Μάρτιο του έτους 2014 στο προσωπικό της υπηρεσίας του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ενώ στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 677 ΚΠολΔ), η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του Αρείου Πάγου μπορεί να δίδεται και με ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 665 παρ. 2 εδ' β' ΚΠολΔ).
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Εξάλλου, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576 ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 281/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 4321 Β73.11.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείου Αθηνών, Γ. Π., η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, αφού κατόπιν της, από 3.3.2022, εγγράφου παραγγελίας της δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρας Κωστούλα, ως πληρεξούσιας όλων των αναιρεσιβλήτων, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε στο αναιρεσείον επιμελεία αυτών.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της, οι διάδικοι παραστάθηκαν νομίμως δια πληρεξουσίων δικηγόρων, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πλην της τρίτης των αναιρεσιβλήτων [Ό. Σ.], η οποία δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Από την επισκόπηση των προσκομιζομένων εξουσιοδοτήσεων [με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής] προκύπτει ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν έχει χορηγήσει νομίμως πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Αλεξάνδρα Κωστούλα ούτε να επισπεύσει για λογαριασμό της τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε να την εκπροσωπήσει στο ακροατήριο, που πράγματι δεν την εκπροσώπησε.
Περαιτέρω ουδείς εκ των παρισταμένων διαδίκων (λοιποί αναιρεσίβλητοι και αναιρεσείον), ισχυρίζεται ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε για την παρούσα συζήτηση, δεν γίνεται επίκληση δε ούτε και προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως. Επομένως σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν πρέπει: 1) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση για τη μη κλητευθείσα ως άνω αναιρεσίβλητη και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν και 2) να συζητηθεί αντιμωλία η υπόθεση για τους παρισταμένους λοιπούς διαδίκους [ΑΠ121/2016].
Με την από 4.5.2015, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 4186/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ 201/2009, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας εργατικών διαφορών. Η ένδικη αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή και θα ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ].
Στην αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι είναι ιατροί με τις ειδικότητες που αναφέρουν και καθένας εξ αυτών συνήψε με το εναγόμενο ειδική σύμβαση έργου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. 'Οτι η σύμβασή τους κατά την αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ του Ν. 3232/2004 ήταν σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διότι απασχολούντο με όρους εργασίας, που δεν διέφεραν από αυτά των μονίμων συναδέλφων τους, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Ζητούσαν δε, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν. 1204/1972 και 18 του Ν. 2150/1993, να προσμετρηθεί στην προϋπηρεσία τους και ο χρόνος προ της 16.6.1993, αφού ο χρόνος μετά την 16.6.1993 ελήφθη υπόψη δυνάμει διατάξεως του ως άνω νόμου [2150/1993], Η προσβαλλομένη απόφαση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε το χρόνο υπολογισμού των τόκων και για την ενότητα της εκτέλεσης στο σύνολο της και αφού κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την από 1.12.2005 αγωγή, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, οφείλει να εντάξει τους αναιρεσιβλήτους στα μισθολογικά κλιμάκια που ειδικότερα αναφέρει, ως και να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών το ανάλογο ποσοστό επιδόματος χρόνου υπηρεσίας.
Με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 123), ορίζεται ότι εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων του ΙΚΑ με θεράποντες ιατρούς ή ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο αντί αμοιβής που ορίζεται είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε κατ' άλλο τρόπο, δίχως περιορισμό από τις διατάξεις περί αμοιβής των ιατρών.
Οι συμβάσεις αυτές καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος. Κατά την τελευταία από τις διατάξεις αυτές (άρθρ. 5 του Ν.Δ/τος 1204/1972) η, μετά του ΙΚΑ, σχέση των παραπάνω ιατρών δεν είναι σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται από τις διατάξεις του διατάγματος αυτού και των κανονισμών που εκδίδονται σε εκτέλεσή του, οι ιατροί αυτοί δεν αποτελούν προσωπικό του ΙΚΑ και ο χρόνος της παροχής των ιατρικών φροντίδων τους δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας στο ΙΚΑ (ΑΠ 121/2016, ΑΠ 566/2005, ΑΠ 569/2004, ΑΠ 446/1989).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 - 4 του Ν. 2150/19.6.93 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίζεται ότι: "Οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του ιδρύματος.
Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους (παρ. 1). Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις-μετακινήσεις, αποσπάσεις-μεταθεσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα, που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου (παρ. 2).
Στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται α) οι με ειδική σύμβαση γιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) Οι με ειδική σύμβαση γιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν με αίτησή τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.
Για τους γιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972 (παρ. 3). Για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ γιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού. Κατ' εξαίρεση σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις γιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες, όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη γιατρών, θα ισχύουν ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.δ. 1204/1972...(παρ. 4)".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 2150/1993 (16.6.93) οι, με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972, ήδη υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατροί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις της παρ. 3 περ. α' και β' και της παρ. 4 εδ.
β' του ν. 2150/1993, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές - γιατρούς του ΙΚΑ., ο δε πριν από τη δημοσίευση του Ν. 2150/1993 χρόνος υπηρεσίας των γιατρών του ΙΚΑ, που έχουν ήδη προσληφθεί, όπως και οι στο εξής προσλαμβανόμενοι με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 Ν.Δ/τος 1204/1972, εφόσον δεν υπάγονται στις παραπάνω εξαιρέσεις, συνυπολογίζεται για την υπαγωγή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την παροχή του ανάλογου χρονοεπιδόματος (ΑΠ 121/2016, ΑΠ 566/2005).
Το γεγονός ότι η γενομένη με το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των προσληφθέντων με το καθεστώς του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 γιατρών στο ΙΚΑ με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ, από ειδική σύμβαση εργασίας (επί των οποίων δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας) σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 5/2000, ΟλΑΠ 9/2018, ΟλΑΠ 22/2007), δεν ασκεί επίδραση στη φύση της σχέσης τους, καθώς η υποχρέωση αναγνώρισης του χρόνου υπηρεσίας με την ειδική αυτή συμβατική σχέση, πριν την έναρξη του Ν. 2150/1993, προκύπτει ευθέως εκ της παρ. 1 εδ.
β του άρθρου 18 του νόμου αυτού (ΑΠ 352/2019, 121/2016, ΣτΕ 2409/2012). Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο, κατά τη διάταξη αυτή, υπολογισμός του χρόνου υπηρεσίας των υπηρετούντων στο ΙΚΑ γιατρών για τη μισθολογική τους εξέλιξη αφορά μόνο εκείνους που προσλαμβάνονται κατά το άρθρο 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972 και μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993 (16.6.1993), ενώ για τους ήδη υπηρετούντες γιατρούς ο χρόνος αυτός υπολογίζεται για το, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 2150/1993, διάστημα.
Και τούτο διότι η άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 αναφέρεται στους (ήδη) "υπηρετούντες" στο ΙΚΑ γιατρούς και κατά συνέπεια η ρύθμιση του εδαφίου β αυτής δεν θα είχε νόημα, εφόσον αυτοί, μετά τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους συνδεομένους με σχέση δημοσίου δικαίου θεραπευτές γιατρούς του ΙΚΑ θα εξελίσσονται μισθολογικά και αναλόγως του χρόνου της εφεξής υπηρεσίας τους, ενώ εξ ετέρου για τους νεοπροσλαμβανόμενους μετά την 15.6.1993 γιατρούς προβλέπει η διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου [ΑΠ 352/2019].
Περαιτέρω κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003 "ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α) .... ι) Ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, ίί. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Τέλος με την υπ' αριθ. 2/4302/0022 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν 3205/2003, επεκτάθηκε από 1.1.2004 η εφαρμογή των διατάξεων του Α' μέρους του νόμου αυτού (3205/2003) στους γιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/80), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/72, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι από 1.1.2004, για την ένταξη στα μισθολογικά κλιμάκια, των γιατρών που υπηρετούν κατά τον χρόνο αυτό στο ΙΚΑ, είχαν δε προσληφθεί σ' αυτό αρχικά με ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν. 1204/1972, είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μονίμους γιατρούς του ΙΚΑ με το ν. 2150/1993 και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις των παρ. 3 και 4 του ν. 2150/1993, υπολογίζεται και ο χρόνος που υπηρέτησαν υπό το καθεστώς του άρθρου 10 του ν. 1204/1972, εφόσον αυτοί παρείχαν κατά τον χρόνο αυτό τις υπηρεσίες τους με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, απασχολούμενοι κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, στον χώρο των εγκαταστάσεων του ΙΚΑ και με την άμεση εποπτεία των υπηρεσιών του, με αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου [ΑΠ 121/2016], Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την ερευνά της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016].
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο, πριν από τη δημοσίευση του Ν. 2150/1993, χρόνος υπηρεσίας των αντιδίκων του, οι οποίοι προσλήφθηκαν με ειδική σύμβαση κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, συνυπολογίζεται για την υπαγωγή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την παροχή του ανάλογου χρονοεπιδόματος προ της 6.6.1993, ενώ όφειλε να λάβει υπόψη ότι οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων με το ΙΚΑ δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 δεν συνιστούν σχέση ή σύμβαση εργασίας και ο χρόνος υπηρεσίας προ της 6.6.1993 δεν έπρεπε να υπολογισθεί κατά την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια.
Επί πλέον υποστηρίζει ότι δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 15 παρ. 1α του Ν. 3205/2003, κατά το οποίο ως υπηρεσία στην εξέλιξη των υπαλλήλων λαμβάνεται υπόψη η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου και δεν εμπίπτουν στη διάταξη αυτή οι υπηρετούντες με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10.
Ως εκ τούτου εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. 1204/1972 18 Ν. 2150/1993 και 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003 υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του λόγου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η διάταξη της παραγρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993 αναφέρεται στους [ήδη] υπηρετούντες στο ΙΚΑ γιατρούς και κατά συνέπεια η ρύθμιση του εδαφίου β' κατά την οποία "ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη" δεν θα είχε νόημα, εφόσον αυτοί μετά τη μισθολογική τους εξομοίωση, με τους συνδεομένους με σχέση δημοσίου δικαίου, θεραπευτές του ΙΚΑ θα εξελίσσονται μισθολογικά και αναλόγως του χρόνου της εφεξής υπηρεσίας τους, ενώ εξ ετέρου για τους νεοπροσλαμβανομένους μετά την 15.6.1993, γιατρούς προβλέπει η διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου.
Το γεγονός ότι η εν λόγω μισθολογική εξομοίωση δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που τους συνέδεε με το ΙΚΑ, από ειδική σύμβαση εργασίας σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν ασκεί επίδραση, καθώς η υποχρέωση αναγνώρισης του χρόνου υπηρεσίας με την ειδική αυτή συμβατική σχέση, πριν την έναρξη του Ν. 2150/1993, προκύπτει ευθέως εκ της παρ. 1 εδ.
β του άρθρου 18 του Ν. 2150/1993.
Συνεπώς ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη το Πολυμελές Εφετείο. Απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο λόγος εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένη πλημμέλεια. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν [άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη [Ο. Σ.] και κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτηση.
Απορρίπτει την, από 4.5.2015, αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 4186/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ