Supreme Court dismisses appeal on new claims not raised in first instance and lack of judicial review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider a sworn statement and misapplied rules regarding the evidentiary weight of judicial admissions. The court ruled that the contested claims were new arguments not raised in the initial trial and did not constitute judicial admissions subject to special evidentiary weight. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 527 KPolD; Art. 559(14) KPolD: New claims not raised in first instance are inadmissible on appeal unless specific exceptions apply, and judicial admissions are not subject to the special evidentiary weight rules if they do not meet the strict definition of a judicial admission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1662 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1662/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας υπό εκκαθάριση τεθείσας με την επωνυμία "… Ο.Ε.", που εδρεύει στο Γ. Χ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Βροντάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής..., 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο..., 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία... 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1476/2021, ΑΠ 364/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 963/1985, ΑΠ 933/2019, ΑΠ 350/2017).
Με το λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος δεν έγινε σπουδαίως παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού. Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής.
Εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016). Ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας απ` αυτή τόσο κατά του αντισυμβληθέντος όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 794/2008).
Η ακυρότητα της σύμβασης, λόγω εικονικότητας μπορεί να ζητηθεί είτε με αγωγή είτε με ένσταση, η οποία πρέπει, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε.
Επί αγωγής του πωλητή προς καταβολή του τιμήματος των πωληθέντων και παραδοθέντων πραγμάτων, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν καταρτίστηκε η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση πώλησης και ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τον ενάγοντα είναι εικονικά και δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές, δεν αποτελεί ένσταση περί εικονικότητας της σύμβασης πώλησης κατ' άρθρο 138 ΑΚ, καθόσον τέτοια σύμβαση, κατά τον ανωτέρω ισχυρισμό, δεν καταρτίστηκε και, ως εκ τούτου, δεν υπήρξε δήλωση βούλησης, τουλάχιστον του εναγομένου, ώστε αυτή να μην έγινε στα σοβαρά αλλά φαινομενικά, αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής που βάλλει κατά των επικαλούμενων από τον ενάγοντα τιμολογίων ως αποδεικτικών στοιχείων (βλ.
ΑΠ 1663/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261, 262 παρ. 1 και 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να επιδιώξει είτε την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αυτή προβάλλοντας με ένσταση νέα πραγματικά γεγονότα, που παρεμποδίζουν οριστικά ή προσωρινά την άσκηση του δικαιώματος αυτού είτε να αρνηθεί, εν όλω ή εν μέρει, την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής, αμφισβητώντας απλώς την αλήθειά τους ή προσθέτοντας στην αμφισβήτηση αυτή και τους λόγους που δικαιολογούν την αναλήθειά τους.
Η διάκριση αυτή μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το βάρος της απόδειξης, καθόσον στην αιτιολογημένη άρνηση ο ενάγων υπέχει το βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της ιστορικής βάσης της αγωγής πραγματικών περιστατικών, ενώ στην ένσταση ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη των νέων γεγονότων που θεμελιώνουν την ένστασή του.
Ο ενάγων υπέχει το βάρος ν` αρνηθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν μια ένσταση, όχι και τα γεγονότα που στηρίζουν την αιτιολογία άρνησης της αγωγής του (ΑΠ 660/2021, ΑΠ 563/2020). Τέλος, η διάκριση μεταξύ αιτιολογημένης άρνησης και ένστασης έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την οριοθέτηση του αναιρετικού ελέγχου, καθόσον ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ συντρέχει μόνο όταν ο κίνδυνος της αμφιβολίας του δικαστηρίου της ουσίας αφορά την απόδειξη των γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και όχι της αιτιολογημένης άρνησης (ΑΠ 181/2020, ΑΠ 59/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 22.7.2016 αγωγή της εξέθετε ότι δυνάμει προφορικών διαδοχικών συμβάσεων πώλησης που συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία προϊόντα, συνολικής αξίας 61.041,32 ευρώ, για τα οποία εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια- δελτία αποστολής, που λεπτομερώς αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι το ανωτέρω αντίτιμο των πωληθέντων προϊόντων πιστώθηκε και έναντι αυτού η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 30.461,95 ευρώ, ενώ αρνείται να εξοφλήσει το υπόλοιπο ύψους 30.579,37 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Με βάση δε το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα ζήτησε, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ανωτέρω υπόλοιπο του αντιτίμου κυρίως με τις διατάξεις της σύμβασης πώλησης και επικουρικά με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 14/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία δέχτηκε την αγωγή κατ' ουσία κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 30.579,37 ευρώ. Μετά την άσκηση από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη της από 15.5.2017 έφεσης και των από 22.8.2018 πρόσθετων λόγων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 39/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη) είναι ομόρρυθμη εταιρία, που συστάθηκε με το από …ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης...
Σύμφωνα με το καταστατικό της σκοπός της είναι "η εκμετάλλευση καταστήματος εμπορίας ειδών διατροφής, οπωρολαχανοπωλείου, ιχθυοπωλείου, κρεοπωλείου, καφεπωλείου, αρτοπωλείου, αλλαντικών, γαλακτομικών και τυροκομικών ειδών, αναψυκτικών και ποτών, ειδών ένδυσης και υπόδησης, καθαρισμού και ειδών σπιτιού, εποχιακών και καλλυντικών, ειδών δώρου, ηλεκτρικών, ειδών καπνιστού και κινητής τηλεφωνίας (υπεραγορά-super market).
Η εταιρία λύθηκε με το από …,..., βρίσκεται δε ήδη σε εκκαθάριση. Η εναγομένη (ήδη εκκαλούσα) είναι ανώνυμη εταιρία, ιδρυθείσα το έτος … και εκμεταλλεύεται επιχείρηση ξενοδοχείου … δωματίων στη….. Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ίδιας και της εναγομένης, στα πλαίσια εμπορικής μεταξύ τους συνεργασίας, κατήρτισαν προφορικά διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως προϊόντων εμπορίας της ενάγουσας, για τις ανάγκες λειτουργίας της εναγομένης, έναντι του κάθε φορά συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο πιστωνόταν.
Προς απόδειξη δε του αγωγικού της ισχυρισμού προσκομίζει και επικαλείται 42 δελτία αποστολής- τιμολόγια, εκδόσεως της ιδίας (ενάγουσας), στα οποία αναγράφονται τα κατά τους ισχυρισμούς της πωληθέντα είδη, η ποσότητά τους, η τιμή πωλήσεως τους, ο αναλογούν Φ.Π.Α. και το συνολικό τίμημα. Η εκκαλούσα - εναγομένη ανώνυμη εταιρία με το μοναδικό λόγο της εφέσεώς της αρνείται (αιτιολογημένα) την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι μεταξύ αυτής και της ενάγουσας ουδέποτε συνήφθησαν συμβάσεις πωλήσεως και συνεπώς ουδέν τίμημα της οφείλει, τα δε σχετικά παραστατικά εκδόθηκαν από την αντίδικό της εικονικά και χωρίς να ανταποκρίνονται σε αληθείς συναλλαγές.
Ο λόγος αυτός της έφεσης (που επαναλαμβάνεται και με τον πρόσθετο αυτής λόγο με περισσότερες λεπτομέρειες) αποτελεί αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δοθέντος ότι δεν καταλαμβάνεται από τον περιορισμό του άρθρου 527 ΚΠολΔ...
Ενόψει της άρνησης της εναγομένης- εκκαλούσας το δικονομικό βάρος απόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών το έχει η ενάγουσα- εφεσίβλητη, η οποία προς απόδειξη της κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης και του περιεχομένου τους επικαλείται μόνο τα εκδοθέντα από αυτή δελτία αποστολής- τιμολόγια. Ως προς αυτά όμως λεκτέα είναι τα εξής:
Οι επίδικες σαράντα δύο (42) συναλλαγές φέρεται να έγιναν σε διάστημα τριών μηνών, από τις 22 Ιουλίου έως τις 21 Οκτωβρίου 2014, εμφανίζονται δε ως οι μοναδικές συναλλαγές της ενάγουσας, δοθέντος ότι τα επίδικα τιμολόγια έχουν συνεχή αρίθμηση, με α.α. από το 133 έως το 175. Η ενάγουσα κανένα στοιχείο δεν προσκομίζει προκειμένου να αποδείξει ότι τα αναφερόμενα στα τιμολόγια προϊόντα υπήρχαν πράγματι στη διάθεσή της και παραδόθηκαν στην εναγομένη.
Περαιτέρω, με τις επίδικες πωλήσεις η εναγομένη φέρεται να αγοράζει αφύσικα μεγάλες ποσότητες διαφόρων αντικειμένων, η ανάγκη απόκτησης των οποίων δεν συνάδει με το μέγεθος της επιχείρησής της και τις ανάγκες λειτουργίας της, πρόκειται δε για τόσο μεγάλες ποσότητες προϊόντων, η αποθήκευση των οποίων θα ήταν πρακτικά αδύνατη για αυτή.
Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής για τις επικαλούμενες επίδικες συμβάσεις: α)... Περαιτέρω, τα τιμολόγια δεν είναι στοιχεία του υποστατού των συμβάσεων πωλήσεως, αλλά αποτελούν μόνο αποδεικτικά μέσα και όχι συστατικό τύπο για το κύρος τους.
Συνεπώς, η έκδοσή τους και μόνο δεν οδηγεί άνευ ετέρου στο συμπέρασμα ότι πράγματι συνήφθησαν οι συμβάσεις πωλήσεως, που είναι το μόνο εν προκειμένω. κρίσιμο προς απόδειξη. Τα εκατέρωθεν κίνητρα, προφανώς για λόγους φορολογικούς, που οδήγησαν τη μεν ενάγουσα να εκδώσει τιμολόγια για ανύπαρκτες συναλλαγές, τη δε εναγομένη να τα αποδεχθεί, δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, όπως επίσης δεν ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο η εναγομένη επέλεξε να καταβάλει ορισμένα ποσά, ενδεχομένως με βάση τη μεταξύ των μερών συμφωνία.
Εξάλλου, μόνο με την καταχώρηση των τιμολογίων στα βιβλία τους και με την εμφάνισή τους στις δηλώσεις τους προς τη φορολογική αρχή θα μπορούσαν αμφότερες οι εταιρίες να επιτύχουν το αποτέλεσμα της μεταξύ τους συμφωνίας, που προφανώς σχετιζόταν με τη δυνατότητα υπολογισμού κατά το δοκούν του προς απόδοση ή είσπραξη Φ.Π.Α., όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί ανυπαρξίας των συναλλαγών, που εμφανίζονται με τα ένδικα τιμολόγια, αποτελεί εν δυνάμει ομολογία τέλεσης σοβαρού ποινικού αδικήματος, με συνέπειες ενδεχομένως βαρύτερες από την ανάληψη υποχρέωσης καταβολής (μέρους ή όλου) του αιτούμενου με την αγωγή ποσού, παρίσταται δε απολύτως λογική η επιφύλαξή της να το αποκαλύψει, όχι μόνο προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, αλλά και στην αρμόδια φορολογική αρχή, όπως τελικά έπραξε το Φεβρουάριο 2017 υποβάλλοντας τροποποιητική δήλωση για το έτος 2014 και το Μάρτιο 2017 δηλώνοντας ότι "δεν παρελήφθησαν τα εμπορεύματα τα οποία αναφέρονται" στα τιμολόγια.
Τέλος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική εκ μέρους της εκκαλούσας συμπεριφορά για το λόγο ότι τον ισχυρισμό αυτό τον προέβαλε για πρώτη φορά με την έφεσή της, καθόσον είχε δικονομικώς το δικαίωμα αυτό. Κατόπιν λοιπόν όλων των ανωτέρω, αφού η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό της βάρος να αποδείξει την ιστορική βάση της αγωγής της, ήτοι την κατάρτιση των σαράντα δύο (42) διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και έτσι, γενομένου δεκτού του μοναδικού λόγου της εφέσεως, η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί και αφού η αγωγή κρατηθεί και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί...
Τέλος, ενόψει του ότι η ανωτέρω συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων, ήτοι η έκδοση και αποδοχή εικονικών στοιχείων, μπορεί να συνιστά έγκλημα φοροδιαφυγής (και δη του άρθρου 6 παρ.5 του ν.4174/2013), διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, κρίνεται αναγκαία η κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων, για τις περαιτέρω κατά την κρίση του απαιτούμενες νόμιμες ενέργειές του, των αναφερόμενων στο διατακτικό εγγράφων, με επιμέλεια του γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την 14/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και απέρριψε την αγωγή.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 8, 14 και (κατ' εκτίμηση) 13 του άρθρου 559 πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αφενός μεν παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ενώπιόν του το πρώτον με την έφεση προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι το σύνολο των ένδικων τιμολογίων είναι εικονικά, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, αφετέρου δε παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, μετατρέποντας την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσίβλητης σε αιτιολογημένη άρνηση, με αποτέλεσμα, κατά παραδοχή του εν λόγω ισχυρισμού, να απορρίψει την αγωγή της, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και μετακυλίοντας αυτό στην ίδια (αναιρεσείουσα).
Όμως, ο προβληθείς από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη ισχυρισμός ότι ουδέποτε συνήφθησαν οι επικαλούμενες στην αγωγή, σχετικά με το φερόμενο ανεξόφλητο μέρος του τιμήματος, συμβάσεις πωλήσεως μεταξύ αυτής και της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και ότι τα σχετικά παραστατικά εκδόθηκαν από την ενάγουσα εικονικά, χωρίς να ανταποκρίνονται σε αληθείς συναλλαγές, και συνεπώς ουδέν τίμημα της οφείλει, αποτελεί, κατά τη μείζονα σκέψη, αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ακυρότητας των συμβάσεων λόγω εικονικότητας, και επομένως επιτρεπτώς προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, με το να μην απορρίψει αυτόν το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 14 και 8 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης αποτελούσε, κατά τα ανωτέρω, άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση, ορθά, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ενάγουσα- αναιρεσείουσα έφερε, ενόψει της άρνησης αυτής, το βάρος απόδειξης των γεγονότων που συγκροτούν τη βάση της αγωγής της και τον κίνδυνο, εντεύθεν, της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των γεγονότων αυτών.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης ότι ανακάλεσε τις δηλώσεις όλων των ένδικων τιμολογίων στην αρμόδια φορολογική αρχή (Γενική Γραμματεία Εσόδων), λόγω της εικονικότητας αυτών, τον οποίο η τελευταία ως εκκαλούσα είχε διατυπώσει απαραδέκτως το πρώτον με την έφεσή της, ενώ στο πρωτόδικο είχε συνομολογήσει την έκδοση 37 τιμολογίων εκ των 43 και ότι έχει καταβάλει την αξία των εν λόγω 37 τιμολογίων, αξίας 30.461,95 ευρώ.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός, ότι η εναγομένη ανακάλεσε τις δηλώσεις όλων των ενδίκων τιμολογίων στην αρμόδια φορολογική αρχή, δεν αποτελεί νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκειται στην καθιερούμενη με το εν λόγω άρθρο απαγόρευση, αφού δεν τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά αποτελεί επιχείρημα, που προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη προς ενίσχυση του πιο πάνω αρνητικού ισχυρισμού της κατά της αγωγικής αξίωσης καταβολής του τιμήματος πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, ότι δηλαδή τα εκδοθέντα από την αναιρεσείουσα τιμολόγια ήταν εικονικά και ότι οι επικαλούμενες συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 860/11, ΑΠ 11/2004), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 414/2000).
Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής τού αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό, οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 398/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 του ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης ομολογίας του διαδίκου σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του, είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/2008 και 14/2005, ΑΠ 1108/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, με τα άλλα αποδεικτικά μέσα: α) την δια των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου δικαστική ομολογία αυτής, σύμφωνα με την οποία, κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη συνομολόγησε ρητά, μετά την εκ μέρους της αμφισβήτηση των 6 εκ των 43 αναφερόμενων στην αγωγή της τιμολογίων, ότι τα υπόλοιπα 37 τιμολόγια έχουν εκδοθεί σπουδαίως και για πραγματική αιτία και όχι εικονικά και β) την 17552/13.3.2017 υπεύθυνη δήλωση με θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ενώπιον της ΔΟΥ Χανίων, με την οποία δηλώνει ότι υπέβαλε τροποποιητική δήλωση φορολογίας εισοδήματος, αφαιρώντας τις αξίες των επίμαχων τιμολογίων λόγω του ότι δεν παρελήφθησαν τα εμπορεύματα, ομολογώντας με τον τρόπο αυτό ότι όλες οι πωλήσεις των εμπορευμάτων ήταν έγκυρες, αφού η μη παραλαβή εμπορευμάτων προϋποθέτει έγκυρη πώληση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι αυτή, αφού κατ' αρχάς προέβαλε γενική άρνηση της αγωγής, στη συνέχεια, διέλαβε κατά το κρίσιμο μέρος και τα εξής: "Κυρίως και ειδικώς αρνούμαστε τον αγωγικό ισχυρισμό της αντιδίκου ότι η εταιρεία μας αγόρασε και παραδόθηκαν σ' αυτήν τα αναφερόμενα με αριθμούς α) Α 137/28.7.2014, (υπό στοιχείο 8), β) Α 144/5.5.2014 (υπό στοιχείο 15), γ) Α 157/29.8.2014 (υπό στοιχείο 25), δ) Α 163/9.9.2014 (υπό στοιχείο 31), ε) Α 164/13.9.2014 (υπό στοιχείο 32) και στ) Α 175/21.10.2014 (υπό στοιχείο 42) εμπορεύματα, ενώ στην πραγματικότητα τα άνω φορολογικά στοιχεία αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές και εκδόθηκαν από τους εκπροσώπους της αντιδίκου Σ.
Ά. και Ν. Α. όχι σπουδαία αλλά εικονικά. Ειδικότερα η αντίδικος λειτουργούσε... επιχείρηση super market. Ενόψει του γεγονότος ότι επρόκειτο να διακόψει τη λειτουργία της ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρότεινε να αγοράσουμε εμπορεύματα από την επιχείρησή τους (ποτήρια, μαχαιροπήρουνα, απορρυπαντικά, χαρτιά υγείας και άλλα είδη) για τις ανάγκες της λειτουργίας της επιχείρησής μας (διατηρούμε μια μικρή ξενοδοχειακή μονάδα … κλινών στην …) και σε αντάλλαγμα θα εξέδιδε και θα μας παρέδιδε φορολογικά στοιχεία διπλάσιας αξίας.
Τα επιπλέον των συναλλαγών μας φορολογικά στοιχεία που εξέδωσε η αντίδικος είναι τα προαναφερόμενα τιμολόγια- δελτία αποστολής συνολικής αξίας 30.246,25 ευρώ, τα οποία είναι εικονικά. Από την αξία των φορολογικών στοιχείων που εξέδωσε η αντίδικος εξοφλήσαμε την αξία των πραγματικών συναλλαγών καταβάλλοντας το ποσό των 30.461,95 ευρώ, όπως είχαμε συμφωνήσει και όπως αναφέρεται στην αγωγή της.
Αντίθετα όμως από τη μεταξύ μας συμφωνία, η αντίδικος αξιώνει την πληρωμή και των άνω τιμολογίων, τα οποία αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή, τα δε εμπορεύματα που αναφέρονται σ' αυτά (κάμερες, air condition,τραπέζια, καρέκλες, γεννήτρια, τηλεοράσεις, ψυγείο) τα διέθετε ήδη το ξενοδοχείο μας και δεν υπήρχε ανάγκη να αντικατασταθούν".
Από το ως άνω περιεχόμενο των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή ομολόγησε ως αληθή τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή, όσον αφορά το επικαλούμενο ανεξόφλητο μέρος του τιμήματος, και δη ότι έλαβαν πράγματι χώρα οι αντίστοιχες σ' αυτό συναλλαγές, αφού ρητά ισχυρίστηκε ότι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αφορά ανύπαρκτες πωλήσεις εμπορευμάτων, αμφισβητώντας μάλιστα ειδικά τα έξι από τα επικληθέντα από την αναιρεσείουσα προς απόδειξη της αγωγής τιμολόγια.
Η μη ειδική αμφισβήτηση των λοιπών τιμολογίων, δεν συγκροτεί την έννοια του αποδεικτικού μέσου της δικαστικής ομολογίας, δηλαδή πρόθεση της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί ως αληθινό γεγονός που αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης και δη των επιβλαβών γι` αυτήν πραγματικών περιστατικών της κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης σχετικά με το φερόμενο ως ανεξόφλητο μέρος του τιμήματος, αλλά μπορούσε απλώς να αποτελέσει τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο γεγονός, συνεκτιμώμενου όμως ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, το γεγονός ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν συνήγαγε από τη μη ειδική αμφισβήτηση των ανωτέρω τιμολογίων ομολογία δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, αφού, όπως προεκτέθηκε, η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα από την αναιρεσείουσα ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιεχόταν στις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις της, είναι, αφού δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία, αβάσιμος.
Περαιτέρω, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση ότι "Από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, από την υπ' αριθ.531/26.9.2018 ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων... ένορκη βεβαίωση των... που δόθηκαν με επιμέλεια της εκκαλούσας κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντιδίκου της..., από την υπ' αριθ…… ενώπιον της συμβολαιογράφου Α.
Κ. Α. ένορκη βεβαίωση του..., που δόθηκε με επιμέλεια της εφεσίβλητης, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης... και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, την επικαλούμενη ως άνω τροποποιητική δήλωση του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ενώπιον της αρμόδιας ΔΟΥ Χανίων, "δηλώνοντας ότι δεν παρελήφθησαν τα εμπορεύματα τα οποία αναφέρονται στα τιμολόγια" την οποία ρητά μνημονεύει.
Συνεπώς, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, είναι επίσης αβάσιμος. Τέλος, ο επικουρικά προβαλλόμενος με την αίτηση αναίρεσης τέταρτος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αρ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παράβαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτών μέσων και ειδικά ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που ο νόμος προσδίδει στη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία περιέχεται στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, μη αμφισβητώντας τα 37 εκ των 42 τιμολογίων της αγωγής της, είναι αβάσιμος, καθόσον, κατά τα διαλαμβανόμενα στον ανωτέρω τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναφερόμενος στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ισχυρισμός δεν αποτελεί δικαστική ομολογία, όπως εσφαλμένα διατείνεται η αναιρεσείουσα και δεν θεμελιώνεται εκ του λόγου αυτού η αποδιδόμενη με τον σχετικό λόγο αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.4.2019 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της 39/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ