Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for failure to raise defense arguments before lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred by considering defenses regarding the plaintiff's contributory negligence and limitation of liability that were not formally raised during the trial. The court ruled that these specific arguments were not presented to the Court of Appeal as required by law. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the necessary procedural prerequisites were not met.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 and Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds were not raised before the court of first instance unless they concern public order or stem from the judgment itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1662 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Κουρμπανά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γρηγορία Αναστασοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-3-2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3803/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2698/2011 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 26-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 5-3-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2698/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1073/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως ένα θετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 3/2008, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 88/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2698/2011 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με αντικείμενο την εμπορία και πώληση καρτών ανανέωσης χρόνου ομιλίας σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, με σύμβαση που κατήρτισε με την εναγομένη εταιρεία παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2668/1998, ανάθεσε σ' αυτή τη μεταφορά, αντί καταβληθέντος κομίστρου, οδικώς από την …, όπου είναι η έδρα της, σε διάφορα μέρη ανά την Ελλάδα, σε υποκαταστήματα πελατών της, έξι (6) δεμάτων που περιείχαν κάρτες ανανέωσης χρόνου ομιλίας κινητής και σταθερής τηλεφωνίας.
Ειδικότερα: Στις 20.10.2004 παρέδωσε προς αποστολή στην εναγομένη δύο δέματα το πρώτο με παραλήπτη την εταιρεία … ΑΕΒΕ υποκατάστημα Κατερίνης που περιείχε: 1) μία κάρτα σύνδεσης TIM FOR ALL, αξίας 8 ευρώ, 2) 500 κάρτες ανανέωσης COSMOTE, αξίας 7 ευρώ εκάστη, ήτοι συνολικής αξία (500 χ 7) 3.500 ευρώ, μείον έκπτωση 8%, ίσον 3.220 ευρώ, 3) 10 κάρτες ανανέωσης COSMOTE, αξίας 15 ευρώ εκάστη, ήτοι συνολικής αξίας (10 χ 15) 150 ευρώ, μείον έκπτωση 8%, ίσον 138 ευρώ, 4) 400 κάρτες ανανέωσης VODAFONE αξίας 9 ευρώ εκάστη, ήτοι συνολικής αξίας (300 χ 9) 2.700 ευρώ, μείον έκπτωση 7,75%, ίσον 2.490,75 ευρώ, 5) μία κάρτα σύνδεσης WHAT'S UP αξίας 9 ευρώ, 6) 200 τηλεκάρτες ΟΤΕ αξίας 3 ευρώ εκάστη, ήτοι συνολικής αξίας (200 χ 3) 600 ευρώ, μείον έκπτωση 10,2%, ίσον 538,50 ευρώ, 7) μία κάρτα σύνδεσης VODAFONE αξίας 8 ευρώ και 8) 5 κάρτες σύνδεσης VODAFONE A LA CARTE αξίας οκτώ ευρώ εκάστη και συνολικά (5 χ 8) 40 ευρώ, ήτοι περιείχε εμπορεύματα συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 11,70 ευρώ, συνολικής αξίας 6.463,95 ευρώ και β) ένα δέμα με παραλήπτη την εταιρεία … Α.Ε. (υποκ.
Βόλου) που περιείχε: 1) 300 κάρτες ανανέωσης VODAFONE αξίας 9 ευρώ εκάστη ήτοι συνολικής αξίας (300 χ 9) 2.700 ευρώ, μείον έκπτωση 7,55% ίσον 2.496,15 ευρώ, 2) 100 κάρτες ανανέωσης VODAFONE αξίας 20 ευρώ εκάστη, ήτοι συνολικής αξίας (100 χ 20) 2.000 ευρώ, μείον έκπτωση 7,55%, ίσον 1.849 ευρώ, 3) 100 κάρτες ανανέωσης COSMOTE, αξίας 15 ευρώ εκάστη, ήτοι συνολικής αξίας (100 χ 15) 1.500 ευρώ, μείον έκπτωση 7,50%, ίσον 1.387,50 ευρώ και 4) 300 τηλεκάρτες των 3 ευρώ εκάστη, ήτοι αξίας (300 χ 3) 900 ευρώ, μείον έκπτωση 9,60% ίσον 813,60 ευρώ, ήτοι περιείχε εμπορεύματα συνολικής αξίας 6.546,25 ευρώ.
Περαιτέρω, την 26.10.2004 παρέδωσε προς αποστολή τέσσερα επιπλέον δέματα, ήτοι: α) Ένα δέμα με παραλήπτη την … ΑΕ (υποκ. Κέρκυρας) που περιείχε 1) 200 κάρτες ανανέωσης STET των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (200 x 9) 1.800 ευρώ, μείον έκπτωση 7,60%, ίσον 1.663,20 ευρώ, 2) 200 κάρτες ανανέωσης COSMOTE, των 7 ευρώ εκάστη, αξίας (200 x 7) 1.400 ευρώ, μείον έκπτωση 7,50%, ίσον 1.295 ευρώ και 3) 300 τηλεκάρτες ΟΤΕ των 3 ευρώ εκάστη, αξίας (300 x 3) 900 ευρώ, μείον έκπτωση 9,60%, ίσον 813,60 ευρώ, ήτοι περιείχε εμπορεύματα συνολικής αξίας 3.771,80 ευρώ, β) Ένα δέμα με παραλήπτη την … ΑΕΒΕ (υποκ.
Καβάλας) που περιείχε: 1) 10 κάρτες ανανέωσης STET των 15 ευρώ εκάστη αξίας (10 x 15) 150 ευρώ, μείον έκπτωση 7,95%, ίσον 138,08 ευρώ, 2) 200 κάρτες ανανέωσης VODAFONE των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (200 x 9) 1.800 ευρώ, μείον έκπτωση 7,75%, ίσον 1.660,50 ευρώ, 3) 50 κάρτες ανανέωσης VODAFONE των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (50 χ 9) 450 ευρώ, μείον έκπτωση 7,75%, ίσον 415,13 ευρώ, 4) μία κάρτα σύνδεσης VODAFONE αξίας 8 ευρώ, 5) 10 κάρτες ανανέωσης COSMOTE των 15 ευρώ εκάστη, αξίας (10 χ 15) 150 ευρώ, μείον έκπτωση 8%, ίσον 138 ευρώ, 6) δύο κάρτες σύνδεσης WHAT'S UP των 9 ευρώ, αξίας (2 χ 9) 18 ευρώ, 7) 300 τηλεκάρτες ΟΤΕ των 3 ευρώ εκάστη, αξίας (300 χ 3) 900 ευρώ, μείον έκπτωση 10,2%, ίσον 807,75 ευρώ και 8) 10 κάρτες TALK-TALK των 3 ευρώ εκάστη, αξίας (10 χ 3) 30 ευρώ, μείον έκπτωση 24%, ίσον 22,80 ευρώ, ήτοι περιείχε εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 4,68 ευρώ, συνολικής αξίας 3.212,94 ευρώ, γ) ένα δέμα με παραλήπτη την … ΑΕΒΕ (υποκ.
Κορωπίου) που περιείχε: 1) 300 κάρτες ανανέωσης STET των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (300 χ 9) 2.700 ευρώ, μείον έκπτωση 7,95%, ίσον 2.485,35 ευρώ, 2) 20 κάρτες ανανέωσης STET των 15 ευρώ εκάστη, αξίας (20 χ 15) 300 ευρώ, μείον έκπτωση 7,95%, ίσον 276,15 ευρώ, 3) 800 κάρτες ανανέωσης VODAFONE των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (800 χ 9) 7.200 ευρώ, μείον έκπτωση 7,75%, ίσον 6.642,00 ευρώ, 4) 100 κάρτες ανανέωσης VODAFONE των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (100 χ 9) 900 ευρώ, μείον έκπτωση 7,75%, ίσον 830,25 ευρώ, 5) 20 κάρτες ανανέωσης COSMOTE των 15 ευρώ εκάστη, αξίας (20 χ 15) 300 ευρώ, μείον έκπτωση 8%, ίσον 276,00 ευρώ, 6) 100 κάρτες ανανέωσης Q TELECOM των 5 ευρώ εκάστη, αξίας (100 χ 5) 500 ευρώ, μείον έκπτωση 9,20%, ίσον 454 ευρώ, 7) 200 τηλεκάρτες ΟΤΕ των 4 ευρώ εκάστη, αξίας (200 χ 4) 800 ευρώ, μείον έκπτωση 10,2%, ίσον 718,00 ευρώ και 8) 100 ευρώ, μείον έκπτωση 10,2%, ίσον 538,50 ευρώ, ήτοι περιείχε εμπορεύματα συνολικής αξίας 12.220,25 ευρώ και δ) Ένα δέμα με παραλήπτη την … ΑΕΒΕ (υποκ.
Θεσ/νίκης) που περιείχε: 1) 600 κάρτες ανανέωσης VODAFONE των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (600 χ 9) 5.400 ευρώ, μείον έκπτωση 7,75%, ίσον 4.981,50 ευρώ, 2) 60 κάρτες ανανέωσης VODAFONE CU των 9 ευρώ εκάστη, αξίας (60 χ 9) 540 ευρώ, μείον έκπτωση 7,75%, ίσον 498,15 ευρώ, 3) 40 κάρτες ανανέωσης COSMOTE των 15 ευρώ, αξίας (40 χ 15) 600 ευρώ, μείον έκπτωση 8%, ίσον 553 ευρώ, 4) 700 κάρτες ανανέωσης COSMOTE των 7 ευρώ εκάστη, αξίας (700 χ 7) 4.900 ευρώ, μείον έκπτωση 8%, ίσον 4.508 ευρώ, 5) 150 κάρτες ανανέωσης Q TELECOM των 5 ευρώ εκάστη, αξίας (150 χ 5) 750 ευρώ, μείον έκπτωση 9,20% ίσον 681 ευρώ, 6) 60 τηλεκάρτες ΟΤΕ των 4 ευρώ εκάστη αξίας (600 χ 4) 2.400 ευρώ, μείον έκπτωση 10,2%, ίσον 2.154 ευρώ και 7) 100 χρονοκάρτες των 6 ευρώ εκάστη αξίας (100 χ 6) 600 ευρώ, μείον έκπτωση 10,2%, ίσον 538,50 ευρώ, ήτοι περιείχε εμπορεύματα συνολικής αξίας 13.913,15 ευρώ.
Πλην όμως τα ως άνω εμπορεύματα δεν παραδόθηκαν στους ανωτέρω παραλήπτες κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ήτοι στις 26.10.2004 για τα δύο πρώτα δέματα και την 29-10-2004 για τα λοιπά, λόγω απώλειας αυτών, εξαιτίας της βαρειάς αμέλειας της εναγομένης και των προστηθέντων απ' αυτή προσώπων, οι οποίοι δεν έλαβαν, όπως είχαν υποχρέωση τα κατάλληλα μέτρα φύλαξης αυτών με αποτέλεσμα, η μεν πρώτη αποστολή της 20-10-2004 να κλαπεί από άγνωστους τρίτους, οι οποίοι διέρρηξαν το φορτηγό της εναγομένης, η δε δεύτερη, με διάρρηξη του καταστήματος της πράκτορος της εταιρείας Ε.
Κ., στην περιοχή …, … …. Όλα τα ανωτέρω αποδέχτηκε η εναγομένη ενώπιον της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Η ενάγουσα με την από 15-11-2004 εξώδικη δήλωση, όχλησε την εναγομένη ζητώντας να την αποζημιώσει λόγω ολικής απώλειας των επίδικων εμπορευμάτων... Περαιτέρω η εναγομένη προβάλλει:
α) την ένσταση περιορισμένης ευθύνης της σύμφωνα με το άρθρο 8 περ. α' των γενικών όρων ανάληψης μεταφοράς που είναι τυπωμένοι στην πίσω σελίδα του αποδεικτικού παραλαβής και β) την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας κατ' άρθρο 300 ΑΚ, καθόσον αυτή δεν δήλωσε την αξία των εμπορευμάτων της κατά την παράδοσή τους, ώστε η ίδια να την ασφαλίσει πέραν του ποσού των 400 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 8 περ.
β' των γενικών όρων ανάληψης μεταφοράς. Πραγματικά μεταξύ των γενικών όρων της ένδικης σύμβασης μεταφοράς περιλαμβάνεται και αυτός του άρθρου 8 περ. α', σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής μεταφερομένων, η ευθύνη της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 400 ευρώ για δέματα, ενώ ο αποστολέας δηλώνει ότι παραιτείται από κάθε επιπλέον αξίωσή του για θετική, αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος, οι δε αποστολές είναι αυτόματα ασφαλισμένες μέχρι του ποσού των 70 ευρώ για έγγραφα και 400 ευρώ για αντικείμενα.
Τα αντικείμενα με δηλωμένη αξία άνω των 400 ευρώ επιβαρύνονται με ασφάλιστρο ύψους 0,6% επί της αξίας τους. Ο προαναφερόμενος όρος που αναγράφεται και στην οπισθία όψη του εκάστοτε εκδιδόμενου συνοδευτικού δελτίου ταχυμεταφοράς (ΣΥ.ΔΕ.ΤΑ) καθιερώνει ρήτρα περιορισμού της ευθύνης για την εναγομένη, η οποία καταλαμβάνει κάθε ζημία από απώλεια ή καταστροφή μεταφερομένων αντικειμένων οφειλομένη σε οποιαδήποτε αιτία, άρα και σε αυτή από αδικοπραξία (ΕφΑθ 344/2002 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2003.135).
Ο όρος αυτός είναι έγκυρος σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 Ν. 2668/1998 σε συνδ. με την 29030/816/16-5-2000 απόφαση του Υ. Μεταφορών και Επικοινωνιών με την οποία καθορίζεται ως ελάχιστη κατ' αποκοπή αποζημίωση, για αποδεδειγμένη απώλεια ταχυδρομικού αντικειμένου με βεβαιωθείσα αποστολή, το ποσό των 12.000 δρχ. (ήδη 35,22 ευρώ), ενώ παρέχεται στις ταχυδρομικές επιχειρήσεις το δικαίωμα να καθορίζουν υψηλότερες αποζημιώσεις για τις περιπτώσεις που το ποσό καθορίζεται με την εν λόγω απόφαση.
Το ποσό της αποζημίωσης για την περίπτωση κλοπής ή απώλειας ταχυδρομικού αντικειμένου με δηλωμένη αξία που έχει ασφαλιστεί, προβλέπεται ίσο με αυτό που δηλώθηκε από τον αποστολέα. Στην ένδικη σύμβαση μεταφοράς καθορίστηκε υψηλότερη κατ' αποκοπή ή αποζημίωση 400 ευρώ για κάθε απώλεια δέματος, χωρίς να έχει δηλωθεί η αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων και δυνατότητα ασφάλισης των εμπορευμάτων πέραν του ποσού των 400 ευρώ, τα οποία ασφαλίζονται ανάλογα με τη δηλούμενη πάντα αξία και με επιβάρυνση του αποστολέα κατά 0,6% της αξίας αυτής.
Οι ανωτέρω όροι αναγράφονται στην οπισθία όψη κάθε ΣΥ.ΔΕ.ΤΑ, όπως και σ' αυτό που εκδόθηκε για την επίδικη μεταφορά, ήταν δε γνωστοί στην ενάγουσα με την παραλαβή ενός εκ των τριών στελεχών του εις τριπλούν εκδιδομένου για κάθε μεταφορά ΣΥ.ΔΕ.ΤΑ., η οποία και τους αποδέχτηκε σιωπηρώς, χωρίς καμία επιφύλαξη ή εναντίωση και ήδη χωρίς να επικαλείται ότι ο όρος αυτός είναι καταχρηστικός σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ.
Πολλώ δε μάλλον που οι όροι αυτοί είχαν περιέλθει σε γνώση της από προηγούμενες συνεργασίες με την εναγομένη, οπότε για απώλεια εμπορευμάτων της είχε εισπράξει την κατ' αποκοπή αποζημίωση των 400 ευρώ ανά δέμα (βλ. τα …/27-9-04, …/29-9-04 εντάλματα πληρωμής της εναγομένης ποσού 1.200 ευρώ για την απώλεια τεσσάρων δεμάτων).
Επίσης η ενάγουσα, κατά την σύναψη της συμβάσεως, απέφυγε να δηλώσει ότι η αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων υπερβαίνει το ποσό των 400 ευρώ, ώστε να μην επιβαρυνθεί και με την καταβολή ασφαλίστρου ύψους 0,6% επί της αξίας τους. Συνεπεία αυτών η οφειλόμενη αποζημίωση από την εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των 2.400 (400 χ 6 δέματα) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 20-11-2004.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε δεκτή εν μέρει την υπό κρίση αγωγή, δεχόμενο ως βάσιμες κατ' ουσία τις ενστάσεις της εναγομένης περί περιορισμού της ευθύνης της και συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας, ορθά το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους δύο λόγους της εφέσεώς της είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της".
Και με τις παραδοχές του αυτές, το δικάσαν Εφετείο απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, καθ' όσον, με την παραδοχή του, ότι η αναιρεσείουσα είχε αποδεχθεί σιωπηρά την ισχύ των γενικών όρων παραδόσεως των εμπορευμάτων, προσέδωσε σ' αυτή περιεχόμενο, το οποίο, ούτε από τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης προέκυψε, καθόσον με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοδικείου, αλλά και του Εφετείου ισχυρίσθηκε, ότι υφίστατο ρητή συμφωνία για την εφαρμογή των γενικών όρων ανάληψης της μεταφοράς τους, τους οποίους η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε αποδεχθεί με την υπογραφή του εκπροσώπου της επί της εμπρόσθιας όψης των ΣΥ.ΔΕ.ΤΑ, η οποία όμως, όπως αποδείχθηκε, ουδέποτε τέθηκε, γιατί είχε εξ αρχής εναντιωθεί στους όρους αυτούς. Με τις προεκτεθείσες κρίσεις του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, καθ' όσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της ως άνω νομικής έννοιας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το ως άνω τμήμα του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το τελευταίο μέρος του ίδιου τμήματος, πλήττεται απαραδέκτως και η εκτίμηση των αποδείξεων, εκ τούτου δε είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με το δεύτερο τμήμα του ίδιου πρώτου λόγου, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω δικαστήριο, έλαβε υπόψη του ισχυρισμό περί σιωπηρής εκ μέρους της αναιρεσείουσας αποδοχής των γενικών όρων μεταφοράς στην ένδικη σύμβαση, ο οποίος έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά δεν είχε προταθεί, ούτε από την ίδια την αναιρεσείουσα, ούτε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, ελλείψει δε αυτού, η προταθείσα, με τις προτάσεις της (αναιρεσείουσας) στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο, εναντίωσή της στην εφαρμογή των Γενικών όρων ανάληψης μεταφοράς, εκδηλωθείσα με την άρνησή της να υπογράψει (διά εκπροσώπου της) τα επίδικα ΣΥΔΕΤΑ, οδηγεί απερίφραστα στην απόρριψη της ένστασης της αναιρεσίβλητης περί εφαρμογής των ως άνω γενικών όρων στην ένδικη σύμβαση.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το ως άνω τμήμα του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, αυτή είχε προτείνει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της, σύμφωνα, με το άρθρο 8 περ.
α' των Γενικών όρων ανάληψης μεταφοράς, που είναι τυπωμένοι στην πίσω όψη των αποδεικτικών παραδόσεως και παραλαβής όλων των επίδικων αποστολών, τα οποία υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και έτσι η τελευταία αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα τους όρους αυτούς (βλ. 1η σελίδα του 6ου φύλλου των πρωτόδικων προτάσεών της και 1η σελίδα του 4ου φύλλου των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου).
Το δικάσαν Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του και κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγομένης και αξιολόγησε την, εκ μέρους της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, αποδοχή τους ως σιωπηρή, αφού έγινε χωρίς επιφύλαξη ή εναντίωση και χωρίς ισχυρισμό εκ μέρους της περί καταχρηστικότητός τους.
Κατά το άρθρο 559 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 168/2014, ΑΠ 179/2013).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 169/2014, ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013).
Με το τρίτο τμήμα του ίδιου λόγου, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης ενώπιον των μελών της ΕΕΤΤ, την οποία η ίδια η αναιρεσείουσα είχε προτείνει πρωτοδίκως με τις προτάσεις της και επανέφερε στο Εφετείο, προσκομίζοντας με επίκληση τα από 4-5-2004 πρακτικά της ανωτέρω επιτροπής, από τα οποία προκύπτει πανηγυρικά, ότι για προηγούμενες από τις επίδικες απώλειες των εμπορευμάτων της κατά τη μεταφορά τους από την αναιρεσίβλητη, ο εκπρόσωπός της, ενώπιον των μελών της ΕΕΤΤ στις 18-8-2004, ομολόγησε, ότι σε χρόνο προγενέστερο εκείνου που έλαβε χώρα η πρώτη απώλεια των εμπορευμάτων της, η αναιρεσίβλητη συμφώνησε να την αποζημιώσει μέχρι την αξία των απωλεσθέντων εμπορευμάτων της στο ποσό που της είχε ζητήσει.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αυτή δεν προέβαλε πρωτοδίκως ισχυρισμό περί εξώδικης ομολογίας της αναιρεσίβλητης σχετικά με την αποζημίωσή της στο αιτούμενο ποσό και για τις ένδικες μεταφορές, αποτυπούμενη στα από 4-5-2004 πρακτικά της ανωτέρω επιτροπής.
Πέραν τούτου, από τη ρητή αναφορά του Εφετείου, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και αν αυτά δεν κατονομάζονται (ειδικώς) σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, στην οποία γίνεται αναφορά για προηγούμενες συνεργασίες της αναιρεσείουσας με την αναιρεσίβλητη, κατά τις οποίες, για απώλεια εμπορευμάτων της, είχε εισπράξει την κατ' αποκοπή αποζημίωση των 400 ευρώ ανά δέμα, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του και το ως άνω έγγραφο.
Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει, ότι σχετικά με την προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας κατ' άρθρο 300 ΑΚ, συνιστάμενο στο ότι αυτή, κατά την παράδοση των εμπορευμάτων, δεν δήλωσε την αξία αυτών, ώστε να την ασφαλίσει πέραν του ποσού των 400 €, αυτή (απόφαση) έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό της εφαρμοστέας εν προκειμένω διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε.
Οι αιτιάσεις, ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση: 1) ποιές θα ήταν οι ενέργειες που θα έπρεπε να ακολουθήσει η αναιρεσείουσα, ώστε να αποδεικνύεται αναμφισβήτητα ότι δηλώθηκε η αξία των μεταφερόμενων ειδών και 2) από ποιά πραγματικά περιστατικά προκύπτει, ότι αυτή απέφυγε να δηλώσει την αξία τους, ενόψει μάλιστα του γεγονότος, ότι για κάθε μια από τις επίδικες μεταφορές, παραδίδονταν ως συνοδευτικά έγγραφα τα ενσωματωμένα στα δελτία αποστολής τιμολόγιά της, μέσω των οποίων εδηλώνετο, αφού περιερχόταν σε γνώση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, που τα παραλάμβαναν, η αξία των μεταφερόμενων εμπορευμάτων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αναφέρονται σε πληρέστερη αξιολόγηση, ανάλυση και στάθμιση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο τμήμα του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η προβαλλόμενη στο πρώτο μέρος του ίδιου (δευτέρου λόγου) αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον καταλυτικό της ως άνω ενστάσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι αυτή δήλωσε την αξία των μεταφερόμενων ειδών με τα ενσωματωμένα στα δελτία αποστολής τιμολόγιά της, που παραλάμβαναν οι υπάλληλοι της εναγομένης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικό του θεμελιωτικού της ως άνω ενστάσεως, ισχυρισμού της εναγομένης.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της ουσίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Και στις περιπτώσεις όμως που ο ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη, ή το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Εξ άλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης, περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές, κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 2128/2009, ΑΠ 168/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως, από το δικάσαν Εφετείο, της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του και δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις προβληθείσες από την αναιρεσίβλητη, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενστάσεις περί οικείου πταίσματος της ίδιας (αναιρεσείουσας) και περί περιορισμού της ευθύνης της, (εναγομένης - αναιρεσίβλητης), τις οποίες δεν προέβαλε νομίμως, διότι η πληρεξούσια δικηγόρος της, κατά την έναρξη της συζητήσεως στο ως άνω δικαστήριο, δεν δήλωσε προφορικά, ώστε να καταχωρηθεί στα πρακτικά, ότι προβάλλει τις εν λόγω ενστάσεις, έστω και με απλή παραπομπή σ' αυτές.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, όπως τούτο συνομολογείται από την αναιρεσείουσα, το γεγονός δε ότι λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, δεν συνεπάγεται αναγκαίως, ότι είναι και Δημοσίας Τάξεως.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της. Κατ' ακολουθίαν πρέπει: να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.3.2012 με αριθμό καταθέσεως 525/ 2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2698/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ