Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal to pay business interruption damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to award business interruption damages to the insurance company. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a claim for lost profits due to the tenant's refusal to renew the lease, which the court found was unrelated to the fire. The court held that the fire caused the business closure and the insurance contract covered the resulting loss of income for three months, thereby upholding the lower court's award.
Legislator headnote
AI generatedArticles 33 and 34 of Law 2496/1997; The insurer is liable for business interruption losses when the insured event occurs after the law's effective date, provided the contract covers such risks.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1662 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πολυζόπουλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Πολυχρονόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1588/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4821/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4821/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 21-6-2010 και 23-5-2011 εφέσεων της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα κατά της υπ' αριθμ. 1588/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 16-12-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας.
Σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις άρθρων 33 και 34 του Ν. 2496/1997, με τον οποίο καταργήθηκαν ως σύνολο οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου (άρθρα 189-225), η ισχύς του αρχίζει έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο ανωτέρω νόμος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16-5-1997 και, άρα, άρχισε να ισχύει από 16-11-1997.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, με τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 24 και 25 ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τόσο τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, όσο και εκείνες που είχαν συναφθεί προηγουμένως, με την προϋπόθεση όμως ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μετά τις 16-11-1997.
Κατά το άρθρο 1 του πιο πάνω νόμου, με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), ενώ, κατά το άρθρο 25 εδ.
α' αυτού, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις του ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη. Από τις πιο πάνω διατάξεις, συνάγεται ότι επί συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, που καλύπτει κινδύνους επαγγελματικούς, επιχειρησιακούς κλπ., η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή γεννιέται όταν ο τρίτος, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας αγωγή.
Και τούτο διότι τότε επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου και από τότε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής, με το οποίο ζητούσε να της επιδικαστεί το ποσό των 15.967 ευρώ, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν τόσο το μισθωμένο κατάστημα, στο οποίο στεγαζόταν η επιχείρησή της, όσο και τα όμορα καταστήματα, στα οποία στεγάζονταν επιχειρήσεις τρίτων προσώπων, από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο κατάστημά της.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 § 2) ένδικη αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε.", επικαλούμενη κατάρτιση σύμβασης ασφαλιστικής κάλυψης έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς, καθώς και την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι εκδήλωση πυρκαγιάς στο χώρο που στεγαζόταν η επιχείρηση του κομμωτηρίου της, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει, εκτός των άλλων και 5.430.000 δραχμές ή 15.967 ευρώ ως αποζημίωση για την αστική της ευθύνη έναντι του ιδιοκτήτη του οικήματος, στο οποίο ήταν εγκατεστημένο το κομμωτήριό της, όσο και των ιδιοκτητών των ομόρων καταστημάτων, τα οποία υπέστησαν ζημίες από την εκδηλωθείσα πυρκαγιά.
Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμο το συγκεκριμένο κονδύλιο της ένδικης αγωγής, επειδή δεν αναφερόταν στο δικόγραφό της αν είχε επιδοθεί στην αναιρεσείουσα η σχετική αγωγή των ζημιωθέντων τρίτων.
Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, δεν έσφαλε και πρέπει ο ανωτέρω λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμο. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει σύμβασης ασφάλισης που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, σύμφωνα την υπ' αρ.
Κ3 -7215/9.9.1997 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, είναι η εναγόμενη για την οποία εκδόθηκε το υπ' αρ. .../6.5.1997 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός, η προαναφερόμενη εταιρεία "ΑΣΤΗΡΙ ΑΑΕ" ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της ενάγουσας σύμφωνα με τους επισυναπτόμενους στο ως άνω ασφαλιστήριο Γενικούς και Ειδικούς Όρους, για χρονικό διάστημα, ενός έτους, από 11.5.97 μέχρι 11.5.1998 και αντί συνολικού ετήσιου ασφαλίστρου 63.895 δραχμών, μεταξύ άλλων, και για ζημίες ή απώλειες που θα προξενούνταν στα κινητά πράγματα (έξι τουαλέτες, έξι καθίσματα TEMCO, πενταθέσιο σαλόνι, τραπεζάκι σαλονιού, ταμείο, μπαρ, πετσετοθήκες, δύο σαν ΤΟΤΕΜ, τρεις βοηθούς, συγκρότημα λουτήρων, δύο λουτήρες SHUFFE, δώδεκα κομμάτια φθορίου, 50 τμ οροφή, 50 τμ δάπεδο, βάψιμο, ηλεκτρολογικά, υδραυλικά, διάφορα (βούρτσες, χτένες κλπ) πετσέτες, ψυγείο, ταμειακή μηχανή, προϊόντα περιποίησης μαλλιών, κλιματιστικό MITSUBISHI), που βρίσκονταν στο κομμωτήριο και αποτελούσαν τον εξοπλισμό της επιχείρησης, που διατηρούσε η ενάγουσα επί της οδού ...
αρ. 190 στη ... από τον κίνδυνο πυρκαγιάς καθώς και για τους αναφερόμενους σ' αυτό συμπληρωματικούς κινδύνους, που αφορούσαν επακόλουθες ζημίες της πραγμάτωσης του βασικού ασφαλιστικού κινδύνου. Το ασφαλιστικό ποσό για τα ανωτέρω αναφερθέντα ασφαλισθέντα κινητά πράγματα ανήλθε συνολικά στο ποσό των 15.970.000 δραχμών.
Περαιτέρω δυνάμει της υπ' αρ. .../18.8.1997 πρόσθετης πράξης του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η οποία (πρόσθετη πράξη), αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού, αφενός αυξήθηκε το ασφαλιζόμενο κεφάλαιο για τα ανωτέρω μνημονευθέντα κινητά πράγματα στο ποσό των 18.550.000 δραχμών αφετέρου δε, συμπεριλήφθηκε στα ασφαλιζόμενα αντικείμενα και ένα στερεοφωνικό συγκρότημα μάρκας PANASONIC, αξίας 450.000 δραχμών.
Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αρ. .../15.12.1997 πρόσθετης πράξης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υπ' αρ. .../6.5.1997 σύμβασης ασφάλισης, αφενός διορθώθηκε το αναφερόμενο στην υπ' αρ. .../18.8.1997 πρόσθετη πράξη στερεοφωνικό συγκρότημα από ΡΑNASONIK σε KENWOOD με την ίδια αξία και αφετέρου η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης για το ως άνω χρονικό διάστημα των πάγιων εξόδων της επιχείρησης της ενάγουσας σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (πυρκαγιάς) μέχρι του ποσού του 1.000.000 δραχμών μηνιαίως και 12.000.000 ετησίως για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών εκτός από τις πέντε (5) πρώτες εργάσιμες ημέρες, κατά τις οποίες είχε συμφωνηθεί απαλλαγή της εναγόμενης από τη σχετική υποχρέωση.
Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος πυρκαγιάς. Ειδικότερα, στις 15.3.98 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο χώρο του καταστήματος, όπου λειτουργούσε το κομμωτήριο της ενάγουσας συνεπεία της οποίας επήλθε ολοσχερώς καταστροφή αφενός των εντός αυτού υπαρχόντων κινητών πραγμάτων, τα οποία αποτελούσαν τον εξοπλισμό της ως άνω επιχείρησης και αφετέρου των επιχρισμάτων, δαπέδων, της ηλεκτρικής εγκατάστασης, της ψευδοροφής, των βιτρινών, των κρυστάλλων και των λοιπών εγκαταστάσεων του χώρου στον οποίο στεγαζόταν το κομμωτήριο.
Η ως άνω πυρκαγιά προκλήθηκε από πράξη εμπρησμού αγνώστου ατόμου και δεν οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια της ενάγουσας, όπως προκύπτει από το από 15.3.1998 δελτίο συμβάντος της Διεύθυνσης Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αθήνας. Μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της πυρκαγιάς η ενάγουσα δήλωσε αμέσως στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία την καταστροφή των αντικειμένων προσκομίζοντας ταυτόχρονα λεπτομερή έκθεση των ζημιών από την πυρκαγιά και ζητώντας να λάβει την αναλογούσα, κατά την κρίση της ασφαλιστική αποζημίωση, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 18.550.000 δραχμών.
Δεν αποδείχθηκε συμβατική αποτίμηση των ασφαλισθέντων αντικειμένων, δεσμεύουσα την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, δεδομένου ότι ούτε χωριστή έγγραφη συμφωνία για την αποτίμηση της αξίας των επιμέρους αντικειμένων του εξοπλισμού του κομμωτηρίου της ενάγουσας προσκομίστηκε, ούτε γίνεται μνεία στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για αποτίμηση των ανωτέρω αντικειμένων, παρά την λεπτομερή αναφορά τους σε αυτό (ασφαλιστήριο συμβόλαιο).
Αντίθετα, όπως προκύπτει από τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου πυρός η καταβολή της αποζημίωσης στην ασφαλισμένη ενάγουσα θα υπολογιζόταν βάσει της τρέχουσας αγοραίας αξίας των καταστραφέντων κινητών πραγμάτων κατά τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ' αρ. 9β άρθρο των γενικών όρων της υπ' αρ. .../6.5.1997 σύμβασης ασφάλισης "ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος ...
να προσκομίσει τα εμπορικά του βιβλία και όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία θα του ζητήσει τυχόν η Εταιρεία ...". Επιπλέον σύμφωνα με το υπ' αρ. 12α άρθρο των γενικών όρων της υπ' αρ. .../6.5.1997 σύμβασης ασφάλισης το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "περί καθορισμού αποζημίωσης" ορίζεται ότι "η ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέσο παροχής κερδών στον ασφαλιζόμενο, αλλά απλώς ως μέσο προφύλαξης και συντήρησης.
Επομένως, ο ασφαλιζόμενος, τις ποσότητες που είχε ασφαλίσει, τα ασφάλιστρα που έχει πληρώσει και τις περιγραφές και εκτιμήσεις που αναφέρονται στο ασφαλιστήριο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση ούτε να επικαλεσθεί ούτε να αντιτάξει απέναντι στην Εταιρεία, ως αναγνώριση ή απόδειξη ή τεκμήριο για την ύπαρξη, τη φύση ή την αξία των αντικειμένων που έχουν ασφαλιστεί, είτε κατά το χρόνο της σύναψης της ασφάλειας είτε κατά την στιγμή της πυρκαγιάς".
Επιπλέον σύμφωνα με το υπ' αρ. 13γ’ άρθρο της υπ' αρ. .../6.5.1997 σύμβασης ασφάλισης, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "περί καθορισμού αποζημιώσεως", ορίζεται ότι "σε ότι αφορά τα κινητά πράγματα, η διαιτησία θα εξακριβώσει και θα καθορίζει κυρίως: αα) την κατά την ημέρα της πυρκαγιάς αξία των ασφαλισμένων αντικειμένων που περιλαμβάνονται σε κάθε κατηγορία που προσβλήθηκε από την πυρκαγιά, σε σχέση με το είδος, την ποιότητα, την χρήση και την φθορά που υπέστησαν από την πάροδο του χρόνου και γενικά κάθε άλλο γεγονός που ασκεί επίδραση στην αξία τους ...".
Δεν αποδείχθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία με τη επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ" προέβη στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και των προσθέτων πράξεων αυτής, με τις οποίες συμπληρώθηκε και διορθώθηκε η εν λόγω σύμβαση, μετά από έρευνα αγοράς σχετικά με την αξία των ασφαλιζομένων αντικειμένων, αφού δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια έρευνα.
Εξάλλου και στα πλαίσια της αναπροσαρμογής του ασφαλιζομένου κεφαλαίου στο ποσό των 18.550.000 δραχμών, η οποία πραγματοποιήθηκε δυνάμει της υπ' αρ. .../18.8.1997 πρόσθετης πράξης του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη στην εκτίμηση της αξίας των ασφαλιζόμενων αντικειμένων με πραγματογνώμονα δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ούτε αναφέρεται όνομα πραγματογνώμονα που πραγματοποίησε εκτίμηση, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, από τον μάρτυρα απόδειξης.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το ασφαλιζόμενο κεφάλαιο στα πλαίσια τόσο της αρχικής σύμβασης όσο και της πρόσθετης πράξης αυτής καθορίστηκε ύστερα από δήλωση της ασφαλιζόμενης ενάγουσας, δήλωση που καταγράφτηκε στην ασφαλιστική σύμβαση, χωρίς, όμως, να δημιουργεί αυτή συμβατική δέσμευση της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, αφού και στην περίπτωση αυτή απαιτείται ξεχωριστή συμφωνία (συμβατική εκτίμηση), η οποία πρέπει να ενσωματωθεί στο ασφαλιστήριο με σχετικό όρο από τον οποίο να προκύπτει σαφώς ότι έλαβε χώρα συμβατική εκτίμηση και ότι δεν πρόκειται απλώς για δήλωση αξίας του πράγματος που έκανε ο λήπτης της ασφάλισης και αναγράφτηκε στο ασφαλιστήριο, σύμφωνα και με τις στην αρχή της παρούσας αναφερόμενες νομικές σκέψεις.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - ενάγουσας ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία καταχρηστικά αμφισβητεί την αξία των καταστραφέντων πραγμάτων καθόσον εισέπραττε κανονικά ασφάλιστρα για την αναφερόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο αξία των ασφαλισθέντων κινητών πραγμάτων χωρίς να εναντιωθεί μέχρι την ημέρα της καταστροφής και χωρίς να επιδιώξει τη μείωση των εισπραττόμενων απ' αυτή ασφαλίστρων, τα οποία καθορίζονται από την αξία αυτή, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον και στην περίπτωση που ο ασφαλιζόμενος δηλώσει λεπτομερώς πριν από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης την αξία καθενός ασφαλισθέντος αντικειμένου, η δε ασφαλιστική εταιρεία αποδεχθεί σιωπηρά την αξία αυτών με την ανεπιφύλακτη είσπραξη όλων των αντιστοιχούντων ασφαλίστρων για να υπάρχει συμβατική δέσμευση ως προς τη δηλωθείσα από τον ασφαλιζόμενο αξία των ασφαλισθέντων κινητών απαιτείται ξεχωριστή συμφωνία (συμβατική αποτίμηση) που να ενσωματωθεί στο ασφαλιστήριο με σχετικό όρο από τον οποίο να προκύπτει σαφώς ότι έλαβε χώρα συμβατική εκτίμηση και όχι απλά δήλωση της αξίας των πραγμάτων που έκανε ο λήπτης και αναγράφηκε στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο...
Μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου η ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε από την ενάγουσα να της παραδώσει τα παραστατικά αγοράς των ασφαλισθέντων κινητών πραγμάτων, που αποτελούσαν τον εξοπλισμό του κομμωτηρίου που διατηρούσε, πλην όμως, η τελευταία της δήλωσε ότι αυτά είχαν αγορασθεί χωρίς παραστατικά, προκειμένου να καταβάλει τίμημα μειωμένο κατά το ποσοστό του Φ.Π.Α.
Επιπλέον, η ενάγουσα και ο σύζυγος της δεν ενθυμούντο από ποιά καταστήματα προμηθεύτηκαν αυτά με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο, κατ' αυτόν τον τρόπο, προσδιορισμός της αξίας τους. Τούτο προκύπτει από την υπ' αρ. 43974/18.5.98 έκθεση της "Π. κ' Σία ΕΠΕ" που διορίστηκε από την ασφαλιστική εταιρεία για να εξετάσει και εκτιμήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν στο κομμωτήριο της ενάγουσας.
Κατά την ως άνω έκθεση "ο σύζυγος της ενάγουσας δήλωσε ότι στο κομμωτήριο υπήρχε εξοπλισμός πολύ καλής ποιότητας που αγοράστηκε καινούργιος το έτος 1994 δεν εκδόθηκαν όμως τιμολόγια αγοράς ούτε και ενθυμείτο από ποιο κατάστημα τα προμηθεύτηκε". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αξία των καταστραφέντων αντικειμένων, τα οποία ευρίσκονται εντός του πεδίου της ασφαλιστικής κάλυψης ανέρχεται στο ποσό των 38.266 ευρώ με βάση την αξία αυτών ως καινούργιων κατά το χρόνο της καταστροφής (54.547 ευρώ) μειωμένη κατά ποσοστό 35% με δεδομένο την παλαιότητα αυτών (αγορά 1994) και τη χρήση αυτών για μία τριετία.
Η αξία αυτή προκύπτει από την από 20.7.1997 εκτίμηση του περιεχομένου καταστήματος κομμωτηρίου την οποία συνέταξε ο πραγματογνώμων Θ. Κ., ο οποίος στις 20.7.1997 επιθεώρησε το περιεχόμενο του καταστήματος κομμωτηρίου της ενάγουσας και εκτίμησε αυτή στο ποσό των 20.060.000 δραχμών σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, ο οποίος κατέθεσε ότι η αξία αυτών κατά το χρόνο της αγοράς τους ανέρχεται στο ποσό των 16.000.000 δραχμών.
Η από 18.5.1998 προσκομιζόμενη από την ενάγουσα προσφορά της εταιρείας "Commo ΕΠΕ" με την οποία εκτιμάται ότι η αξία του εξοπλισμού ενός κομμωτηρίου ίδιου κατά ποσότητα και ποιότητα με αυτόν που υπήρχε στο κομμωτήριο της ενάγουσας κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ανέρχεται στο ποσό των 24.804.780 δραχμών πραγματοποιήθηκε στις 18.5.1998 δηλαδή δύο (2) μήνες μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου με αποτέλεσμα να έχει μειωμένη αξιοπιστία καθώς βασίστηκε στις δηλώσεις της ενάγουσας και του συζύγου αυτής και όχι σε εξέταση έστω και των υπολειμμάτων του καταστραφέντος εξοπλισμού ... .
Με την υπ' αρ. 4175/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 14.9.1998 και με αρ. εκθ. καταθ, δικογράφου 7494/1998 αγωγή της ενάγουσας όσον αφορά το κονδύλιο καταβολής ασφαλιστικής αποζημίωσης για αποκομιδή των συντριμμάτων από την επιχείρηση της ενάγουσας για το ποσό των 1056,49 ευρώ και για το σύνολο του αξιούμενου ποσού των 3961,84 ευρώ περί καταβολής ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης της ενάγουσας για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η επιχείρηση της ενάγουσας θα μπορούσε να επαναλειτουργήσει στον ίδιο χώρο τρεις μήνες μετά την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου κατόπιν ολοκλήρωσης των αναγκαίων εργασιών ανακατασκευής του καταστήματος και αποκατάστασης των υφιστάμενων ζημιών του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα πάγια έξοδα της επιχείρησης της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 2.336,44 ευρώ. Ειδικότερα, η επιχείρηση της ενάγουσας στεγαζόταν σε μισθωμένο ακίνητο με μηνιαίο μίσθωμα 240.000 δρχ. ή 704,33 ευρώ. Απασχολούσε στο κατάστημά της δύο υπαλλήλους, τον σύζυγο της Γ. Θ. και την Ε. Μ. και κατέβαλε σ' αυτούς μικτές μηνιαίες αποδοχές ύψους 442.166 δραχμών ή 1297,62 ευρώ.
Επιπλέον η ενάγουσα κατέβαλε προς τον ασφαλιστικό της φορέα, το ΤΕΒΕ, τις ασφαλιστικές της εισφορές που ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 63.980 δρχ ή 187,76 ευρώ; στις ΔΕΚΟ (ΟΤΕ, ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ) το ποσό των 50.000 δρχ. ή 146,73 ευρώ.
Συνεπώς, το ύψος της ασφαλιστικής αποζημίωσης για την κάλυψη των παγίων εξόδων της επιχείρησης της ενάγουσας για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών ανήλθε, αφαιρουμένου του ποσού που αντιστοιχεί στις πέντε (5) πρώτες εργάσιμες ημέρες για τις οποίες είχε συμφωνηθεί απαλλαγή, στο ποσό των 6.619,91 ευρώ ... . Από την λειτουργία της ως άνω επιχείρησης τα καθαρά μηνιαία έσοδα της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 1.142,08 ευρώ.
Δεν αποδείχθηκε ότι το ασφαλισθέν κομμωτήριο ήταν μια κερδοφόρα επιχείρηση δεδομένου ότι η ενάγουσα κατά το οικονομικό έτος 1997 δήλωσε ως ακαθάριστα εισοδήματα προερχόμενα από την ως άνω επιχείρηση το ποσό των 4.669.989 δραχμών ή 13.705, 03 ευρώ, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ Ηλιούπολης για το οικονομικό έτος 1997.
Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν λειτούργησε καινούργια επιχείρηση (κομμωτήριο) στη Γλυφάδα, πράγμα που θα συνέβαινε αν, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε μεγάλη πελατεία στην περιοχή αυτή. Εξάλλου, η ενάγουσα τα τελευταία δύο (2) έτη πριν από την εκδήλωση της πυρκαγιάς καθυστερούσε σημαντικά την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων του μισθίου ακινήτου, ισχυριζόμενη οικονομικά προβλήματα.
Σύμφωνα με την από 15.3.1998 προανακριτική κατάθεση του εκμισθωτή του ως άνω ακινήτου Π. Γ., κατά τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στις 15.3.1998, η ενάγουσα όφειλε τα μισθώματα των τελευταίων έξι (6) μηνών με αποτέλεσμα ο εκμισθωτής να έχει αναθέσει σε δικηγόρο τη διαδικασία αποβολής της ενάγουσας από το μίσθιο ακίνητο.
Συγκεκριμένα ο ως άνω μάρτυς κατέθεσε χαρακτηριστικά "προ τριών μηνών περίπου τον ειδοποίησα ότι αν δεν μου καταβάλει τα ενοίκια θα ορίσω δικηγόρο όπως και έκανα μετά από ένα μήνα, ο οποίος, και του κοινοποίηση εξώδικο πληρωμής. Η απάντηση του Θ. Γ. (συζύγου της ενάγουσας) ήταν ότι δεν έχεις να πάρεις τίποτα παρά του μη έχοντος ...
από το προηγούμενο Σάββατο 7.3.1998 έως το Σάββατο, 14.3.1998, είχε αναβάλει τρεις φορές το ραντεβού για να έλθει να μου φέρει το ενοίκιο μηνός Οκτωβρίου 1997, αλλά και πάλι δεν ήλθε ούτε και ειδοποίησε". Την ως άνω κατάθεση δεν αναίρεσε η κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα της ενάγουσας (συζύγου της), ο οποίος κατέθεσε περί αγωγής αποβολής από το μίσθιο λόγω οφειλομένων μισθωμάτων.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το πρόβλημα με τον ιδιοκτήτη του ακινήτου οφειλόταν σε διαφωνία τους ως προς το ύψος της αναπροσαρμογής του μισθώματος που είχε οριστεί σε ποσοστό 13% ετησίως δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού σε τέτοια περίπτωση θα είχε ασκηθεί σχετική αγωγή. Εξ αυτού του λόγου και μόνο η ενάγουσα δεν συνέχισε την εμπορική της δραστηριότητα στο ακίνητο της οδού ...
αρ. 190 στη ..., αλλά αναγκάστηκε να μεταφέρει την επιχείρησή της στην οδό ... αρ. 19, στον ..., όπου και επαναλειτούργησε κομμωτήριο από τον Δεκέμβριο του έτους 1998. Ο λόγος της μη επαναλειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από 15.3.1998 έως 10.12.98 και της συνακόλουθης απώλειας εσόδων δεν συνδέεται αιτιωδώς με την άρνηση της εναγόμενης να καταβάλει σ' αυτή την οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση, αλλά σχετίζεται με την αναγκαστική μεταφορά της επιχείρησης της ενάγουσας σε άλλη περιοχή (Πειραιά) εξαιτίας της απροθυμίας του εκμισθωτή να συνεχίσει τη μίσθωση δεδομένη και της δυστροπίας της ενάγουσας και μάλιστα επανειλημμένης ως προς την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων στον μισθωτή".
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την από 23-5-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την από 21-6-2010 έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας είχε υποχρεωθεί η πρώτη να καταβάλει στη δεύτερη 36.619,91 ευρώ, την υποχρέωσε να της καταβάλει το ποσό των 44.885,91 ευρώ. Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια, διότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες το Εφετείο προέβη στον προσδιορισμό του ύψους της οφειλομένης στην αναιρεσείουσα αποζημίωσης για τα καταστραφέντα πράγματα της επιχείρησής της και της επιδίκασε το ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ έπρεπε να της επιδικαστεί το αιτηθέν ποσό ύψους 54.547 ευρώ και τούτο διότι α) δέχθηκε εσφαλμένα ότι δεν έγινε με την αναιρεσίβλητη συμβατικός καθορισμός της αξίας των ασφαλισθέντων πραγμάτων και ότι η τελευταία δεν αποδέχθηκε τη δηλωθείσα από την ίδια αξία αυτών, β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η αναγραφή στο ασφαλιστήριο των πραγμάτων μαζί με την αξία τους, δεν υπήρχε λόγος να γίνει, αν η αναιρεσίβλητη δεν την είχε εκτιμήσει, γ) δεν έλαβε υπόψη την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωσή της, η οποία απορρέει από το άρθρο 1 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δ) δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αρνηθεί και να αμφισβητήσει την αξία των καταστραφέντων πραγμάτων, ε) δεν έλαβε υπόψη άλλως εκτίμησε εσφαλμένα το περιεχόμενο της από 20-7-1997 εκτίμησης της αξίας του εξοπλισμού της επιχείρησής της, που έγινε από τον πραγματογνώμονα Θ.
Κ., ο οποίος καθόρισε την αξία των πραγμάτων σε 58.870 ευρώ, καθώς και την από 18-5-1998 έκθεση της εταιρείας "COMMO INTERIORS Ε.Π.Ε.", η οποία εκτίμησε την αξία των πραγμάτων σε 72.790 ευρώ και στ) δεν εκτίμησε ορθά την κατάθεση του μάρτυρά της σχετικά με την αξία των καταστραφέντων πραγμάτων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, τα δε προβαλλόμενα με το λόγο αυτό επί μέρους παράπονα αναφέρονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΚΠολΔ 561§1).
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι 1) δεν αποδείχθηκε συμβατική αποτίμηση των ασφαλισθέντων αντικειμένων, δεσμεύουσα την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, δεδομένου ότι ούτε χωριστή έγγραφη συμφωνία για την αποτίμηση της αξίας των επιμέρους αντικειμένων του εξοπλισμού του κομμωτηρίου της ενάγουσας προσκομίστηκε, ούτε γίνεται μνεία στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο για αποτίμηση των ανωτέρω αντικειμένων, παρά την λεπτομερή αναφορά τους σε αυτό (ασφαλιστήριο συμβόλαιο), 2) ότι η ασφαλιστική εταιρεία με τη επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΑΕ" προέβη στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και των προσθέτων πράξεων αυτής, με τις οποίες συμπληρώθηκε και διορθώθηκε η εν λόγω σύμβαση, μετά από έρευνα αγοράς σχετικά με την αξία των ασφαλιζομένων αντικειμένων, αφού δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια έρευνα, 3) μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου η ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε από την ενάγουσα να της παραδώσει τα παραστατικά αγοράς των ασφαλισθέντων κινητών πραγμάτων, που αποτελούσαν τον εξοπλισμό του κομμωτηρίου που διατηρούσε, πλην όμως, η τελευταία της δήλωσε ότι αυτά είχαν αγορασθεί χωρίς παραστατικά, προκειμένου να καταβάλει τίμημα μειωμένο κατά το ποσοστό του Φ.Π.Α, 4) η αξία των καταστραφέντων αντικειμένων, τα οποία ευρίσκονται εντός του πεδίου της ασφαλιστικής κάλυψης ανέρχεται στο ποσό των 38.266 ευρώ με βάση την αξία αυτών ως καινούργιων κατά το χρόνο της καταστροφής (54.547 ευρώ) μειωμένη κατά ποσοστό 35% με δεδομένο την παλαιότητα αυτών (αγορά 1994) και τη χρήση αυτών για μία τριετία και 5) ο λόγος της μη επαναλειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από 15.3.1998 έως 10.12.98 και της συνακόλουθης απώλειας εσόδων δεν συνδέεται αιτιωδώς με την άρνηση της εναγόμενης να καταβάλει σ' αυτή την οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση, αλλά σχετίζεται με την αναγκαστική μεταφορά της επιχείρησης της ενάγουσας σε άλλη περιοχή (Πειραιά) εξαιτίας της απροθυμίας του εκμισθωτή να συνεχίσει τη μίσθωση δεδομένη και της δυστροπίας της ενάγουσας και μάλιστα επανειλημμένης ως προς την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων στον μισθωτή.
Κατόπιν τούτων ο λόγος αυτός απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης απόφασης, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της απόφασης, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού.
Εξάλλου, ο από το πρώτο μέρος της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 128/2008).
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά τον καθορισμό του ύψους των παγίων εξόδων της επιχείρησής της, έκρινε ότι αυτά ανέρχονται στο ποσό των 2.336,44 ευρώ μηνιαίως, αντί των πραγματικών που ανέρχονταν στο αιτηθέν ποσό των 3.056,47 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, όπως ειπώθηκε και πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του. Κατά συνέπεια, ο προαναφερόμενος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με τον απαιτούμενο χρόνο επαναλειτουργίας της επιχείρησής της από την υπ' αριθμ. 4175/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτουν, μεταξύ άλλων και τα εξής: Η αναιρεσείουσα, με την προγενέστερη από 14-9-2008 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε.", επικαλούμενη κατάρτιση σύμβασης ασφαλιστικής κάλυψης έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς, καθώς και την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι πυρκαγιά στο χώρο που στεγαζόταν η επιχείρηση του κομμωτηρίου της, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει, εκτός των άλλων και 1.350.000 δραχμές ως αποζημίωση για τη διακοπή εργασιών του κομμωτηρίου της για χρονικό διάστημα τριών μηνών.
Επί της αγωγής αυτής αρχικά εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4321/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, μετά την άσκηση από τους διαδίκους εφέσεων κατ' αυτής, η υπ' αριθμ. 4175/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση και αναφορικά με το προηγούμενο κονδύλιο της αγωγής, έγινε δεκτό ότι λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του εξοπλισμού του κομμωτηρίου της αναιρεσείουσας, διακόπηκε αναγκαστικά η λειτουργία της επιχείρησης, ότι για τις εργασίες ανακατασκευής του καταστήματος και τις απαραίτητες ενέργειές της για την αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού για την αντικατάσταση του καταστραφέντος, απαιτείτο χρονικό διάστημα τριών μηνών από την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου, κατά το οποίο ήταν αδύνατη η επαναλειτουργία της επιχείρησης και ότι με βάση τον υπ' αριθμ. 11 § 1 όρο των Ειδικών Όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δικαιούται ποσό 15.000 δραχμών ημερησίως για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των τριών μηνών.
Έτσι, από την πιο πάνω απόφαση απορρέει δεδικασμένο για την καθίδρυση αξίωσης αποζημίωσης της αναιρεσείουσας, με βάση τον προαναφερθέντα όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για την συνεπεία της προκληθείσας πυρκαγιάς διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησής της για χρονικό διάστημα τριών μηνών, μετά την πάροδο του οποίου θα μπορούσε να επαναλειτουργήσει.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 4175/2008 απόφασή του για το συγκεκριμένο ζήτημα και ακολούθως αποφάνθηκε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην αναιρεσείουσα αποζημίωση για τα πάγια έξοδα της επιχείρησής της και για χρονικό διάστημα τριών μηνών, δεν έσφαλε και πρέπει ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής που αφορούσε την επιδίκαση στην αναιρεσείουσα διαφυγόντων κερδών. Όπως, προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη του σχετικού κονδυλίου το Εφετείο δέχθηκε ότι η μη επαναλειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσείουσας για το χρονικό διάστημα από 15-3-1998 έως 10-12-1998 δεν συνδέεται αιτιωδώς με την άρνηση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση, αλλά σχετίζεται με την άρνηση του εκμισθωτή να συνεχίσει τη μίσθωση για τη στέγαση του κομμωτηρίου της, λόγω της επανειλημμένης δυστροπίας της περί την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, για την οποία η ίδια (αναιρεσείουσα) επικαλείτο οικονομικά προβλήματα.
Πέραν τούτων, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η επιχείρηση της αναιρεσείουσας δεν ήταν κερδοφόρα κατά την τελευταία διετία πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς. Έτσι, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείτο για την από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απόρριψη του συγκεκριμένου αγωγικού κονδυλίου.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 §4). Τέλος, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 §2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. 8871130 σειρά VI της ΔΟΥ Ψυχικού, στο δημόσιο ταμείο Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ