Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest and failure to prove substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a divorce dispute. The appellant failed to appear in court, and the Court of Appeals had already ruled that the appeal lacked legal interest and was based on matters outside the appellate court's jurisdiction. Consequently, the Court upheld the lower court's decision to reject the appeal and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to overturn the decision, and a ground for appeal is unfounded if the lower court properly considered the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1662 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Β. Π., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αποστολάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.9.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6137/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3322/2010 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ. 82065/2-12-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ψ. αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσιβλήτου νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:"Οι διάδικοι συνήψαν γάμο στις ... στη ... όταν ο ενάγων ήταν 29 ετών και η εναγομένη 24. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα τον Π. και τον Τ. που γεννήθηκαν στις ... και στις ... αντίστοιχα. Ο ενάγων ήταν αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας (αποστρατεύθηκε το 1999) ενώ η ενάγουσα δεν εργάσθηκε καθ1 όλη τη διάρκεια τον γάμου τους.
Τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης τους εγκαταστάθηκαν στη ... όπου υπηρετούσε ο ενάγων. Η έγγαμη συμβίωση τους δεν ήταν αρμονική κυρίως λόγω τον εγωιστικού και εριστικού χαρακτήρα της εναγομένης. Φανερή εκδήλωση αυτών των στοιχείων της προσωπικότητας της αποτελεί το γεγονός ότι κατά την βάπτιση του πρώτου τους παιδιού που θα τελείτο στη ...
όπου κατά τα ως άνω κατοικούσε το ζευγάρι των διαδίκων όταν ο ιερέας ανήγγειλε ότι το παιδί θα λάμβανε το όνομα Α. για το οποίο προφανώς είχαν συμφωνήσει (διάδικοι) πρέπει δε να εκτεθεί ότι δεν ήταν το όνομα του πατέρα του ενάγοντος, η εναγομένη και οι γονείς της διέκοψαν το μυστήριο της βάπτισης πήραν το παιδί και ταξίδεψαν στην Αθήνα.
Δέχθηκε δε η εναγομένη να επιστρέψει στη ..., όταν υποχώρησε ο ενάγων και δέχθηκε να λάβει το ανήλικο το όνομα Π.ς που η ίδια (εναγομένη) επιθυμούσε γιατί αυτό ήταν το όνομα του πατέρα της. Είναι αλήθεια ότι το ως άνω γεγονός συνέβη πριν πολλά χρόνια, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, που ομολογεί μόνον ότι διακόπηκε η βάπτιση, όμως το γεγονός αυτό είναι τόσο σπάνιο και εξαιρετικό που αποτέλεσε δυσάρεστο οιωνό για την πορεία της έγγαμης σχέσης των διαδίκων.
Όταν ο ενάγων υπηρετούσε στην Αττική κατοικούσαν σε ισόγεια οικία στην ... επί της οδού ..., που ανήκει στην εναγομένη κατά ψιλή κυριότητα στον πρώτο δε πάνω απ' αυτήν όροφο κατοικούσαν οι γονείς της, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν το γάμο της θυγατέρας τους με τον ενάγοντα και ουδέποτε τον συμπάθησαν. Έτσι οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές με τον ενάγοντα χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου η δε ενάγουσα δεν προσπάθησε να τις βελτιώσει αλλά και η ίδια τον "εξύβριζε (εναγόμενο) "ακαμάτη" και τον υποτιμούσε επαναλαμβάνοντας ότι "της πέφτει λίγος".
Δηλαδή η εναγομένη δεν εκτιμούσε το σύζυγο της γεγονός απαραίτητο για τη δημιουργία υγιούς συναισθηματικής και όχι μόνον μεταξύ τους σχέσης. Οι διάδικοι δεν επιθυμούσαν τη διάλυση του γάμου τους κυρίως για χάρη των παιδιών τους: Όμως υπήρξαν χρονικά διαστήματα που ο ενάγων κατόπιν προτροπής της εναγομένης εγκατέλειπε την οικογενειακή στέγη και το ζευγάρι δεν συμβίωνε για χρονικά διαστήματα μηνών.
Συγκεκριμένα ήταν σε διάσταση τον Απρίλιο του 1994 και από τον Αύγουστο του 1994 μέχρι τον Οκτώβριο του 1994 (βλ. από. 30/9/1994 εξώδικη πρόσκληση του ενάγοντος προς την εναγομένη που της επιδόθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 9887/3/10/1994 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας Α. Τ., στην οποία εκθέτει τα περί αποπομπής του δύο φορές το 1994 από την οικογενειακή στέγη και την καλεί να συνετισθεί για να σωθεί η οικογένεια τους).
Μετά την επίδοση του εξωδίκου οι διάδικοι επανασυμβίωσαν για πέντε έτη κατά τη διάρκεια των οποίων πέντε μήνες ετησίως κατοικούσαν στην Κεφαλονιά, όπου ο ενάγων ήταν πιλότος αεροπλάνων αεροπυρόσβεσης και λόγω του γεγονότος αυτού η συμβίωση τους ήταν ανεκτή. Μετά την αποστράτευση του όμως το 1999 η προεκτεθείσα σε βάρος του ενάγοντος συμπεριφορά της εναγομένης συνεχίσθηκε και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα διαπληκτισμών.
Από το 2006 δε οπότε αποβίωσε ο πατέρας της (εναγομένης) η τελευταία σχεδόν εγκαταστάθηκε στην οικία της μητέρας της που κατά τα προεκτεθέντα βρίσκεται άνωθεν της οικογενειακής στέγης παραμελώντας και τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις της ως συζύγου (καθαριότητα οικίας, παρασκευή φαγητού και λοιπές συναφείς) και ζητούσε επίμονα από τον ενάγοντα "να φύγει από το σπίτι της".
Όταν ο ενάγων επιχείρησε παρουσία της μητέρας της εναγομένης να συζητήσει σοβαρά για τις μεταξύ τους σχέσεις η συζήτηση κατέληξε σε έντονο διαπληκτισμό κατόπιν του οποίου και σ' εκπλήρωση της απαίτησης της εναγομένης ο ενάγων εγκατέλειψε στις 20 Φεβρουαρίου 2007 την οικογενειακή στέγη. Έκτοτε οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση αμφότεροι δε δεν επιθυμούν να συμβιώσουν.
Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι λόγω της συμπεριφοράς της εναγομένης έναντι του ενάγοντος συζύγου της οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Στην ως άνω κρίση του οδηγήθηκε ειδικότερα το δικαστήριο και από την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η διάλυση του γάμου των διαδίκων οφείλεται και στους δύο, δεν ανέφερε όμως πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν υπαιτιότητα του ενάγοντος, καθόσον τα περί χειροδικίας του τελευταίου εις βάρος της εναγομένης κατά τη διάρκεια του τελευταίου πριν τη διάσταση τους επεισοδίου δεν επιβεβαιώνεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθά το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε1 εντεύθεν η έφεση με τους λόγους της οποίας η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και ως τοιαύτη πρέπει ν' απορριφθεί.Από το ανωτέρω περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 Α,Κ.
έχει εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση με βάση τα δεκτά γενόμενα λοιπά κλονιστικά της έγγαμης σχέσης των διαδίκων πραγματικά περιστατικά ως προς τα οποία και δεν προσβάλλεται η απόφαση.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το γενόμενο δεκτό πραγματικό περιστατικό το σχετικό με τη βάπτιση του τέκνου τους που έλαβε χώρα πριν 35 χρόνια δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα κλονισμό είναι απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας αφού και χωρίς αυτό ο κλονισμός επήλθε με βάση τα λοιπά πραγματικά περιστατικά Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας όπως και την υπ.
αριθ. ... ένορκη βεβαίωση της Δ. Μ. που δόθηκε στον Ειρηνοδίκη Αθηνών με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας( η τελευταία αναφέρεται και ειδικά στην απόφαση) καθώς και την ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου ΚΑΤ που προσκόμισε μ' επίκληση η αναιρεσείουσα. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προσβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.).
Η κατά τα άρθρα 249 και 250 του Κ.Πολ.Δ. απόφαση για αναβολή ή μη της συζητήσεως μέχρι πέρατος άλλης πολιτικής ή διοικητικής ή ποινικής δίκης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και είναι ανέλεγκτη με έφεση ή αναίρεση.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημα της αναιρείουσας για αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι να περατωθεί η εκκρεμούσα ποινική υπόθεση γιαψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτή του αναιρεσίβλητου είναι απαράδεκτος.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 183,176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2010 αίτηση της Κ. συζ. Β. Π. το γένος Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3322/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ