Supreme Court dismisses appeal claiming trial court distorted evidence and violated common sense regarding document interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court misinterpreted a handwritten receipt and violated common sense by refusing to admit a claim of forgery. The court held that the lower court correctly applied common sense principles to evaluate the single handwritten note and that the appellant's arguments concerned factual assessment rather than legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 20 Civil Procedure Code; Art. 559 para. 1(b) Civil Procedure Code: An appeal based on the distortion of a document's content is admissible only if the court of first instance committed a diagnostic error in reading the document, not when it incorrectly evaluates the document's probative value based on common sense and logic.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1662 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α.Α., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μακρή. Της αναιρεσίβλητης: Π.Π., κατοίκου Πειραιώς, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζατζάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3470/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 491/2007 και 319/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για των αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο Πειραιά, κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, διωκούσης την αναγνώριση της ακυρότητας της από 30-5-2005 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της πρώτης από την δεύτερη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, και την καταβολή μισθών υπερημερίας από την αιτία αυτή, με την προσβαλλομένη 319/2008 απόφαση δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της είσπραξης ή όχι από την αναιρεσείουσα ενάγουσα της αποζημίωσης της κατά την ημέρα της απόλυσης της, ότι από το έγγραφο της καταγγελίας αποδεικνύεται η είσπραξη από την αναιρεσείουσα της αποζημίωσης απόλυσης της την 30-5-2005, με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού (καταγγελίας), στο οποίο, εξαίροντας αυτό, απέδωσε περιεχόμενο κατάδηλα διαφορετικό από το πραγματικό και στήριξε κατά κύριο λόγο το επιζήμιο για την ενάγουσα ως άνω αποδεικτικό πόρισμα του, καθόσον από το έγγραφο αυτό (σύμφωνα με το παρατιθέμενο στην κρινόμενη αίτηση περιεχόμενο του) αποδεικνύονται μόνον η γενομένη την 30-5-2005 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας και η εκ μέρους της γνώση της καταγγελίας αυτής την ίδια ημέρα και ουδέν πέραν τούτων και δη η είσπραξη από την αναιρεσείουσα ενάγουσα την αυτή ημέρα της αποζημίωσης απόλυσης.
Ως προς τον λόγο αυτόν αναίρεσης προκύπτουν τα εξής: (1) Στην από 30-5-2005 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ενάγουσας και προς αυτήν απευθυνόμενη, το περιεχόμενο της οποίας φέρεται ως παραμορφωθέν, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, κατά λέξη "σας πληροφορούμε ότι σύμφωνα με το Ν. 3198/55 καταγγέλλουμε τη σύμβαση που υπάρχει μεταξύ μας για εργασία αόριστου χρόνου, από την 30 ΜΑΪΟΥ 2005 (ημερομηνία απόλυσης) και σας καλούμε να παρουσιαστείτε στο Ταμείο μας για να εισπράξετε τη νόμιμη αποζημίωση σας", ακολουθεί τόπος και χρόνος της καταγγελίας (Πειραιάς 30-5-2005), στην συνέχεια δε υπό την ένδειξη "ο εργοδότης ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος" υπογραφή της αναιρεσίβλητης εναγομένης με σφραγίδα της επιχείρησης της και υπό την ένδειξη "έλαβα γνώση της απόλυσης μου σήμερα" υπογραφή της αναιρεσείουσας ενάγουσας.
Στην συνέχεια του εγγράφου αυτού υπάρχει υπεύθυνη δήλωση της αναιρεσίβλητης με τα στοιχεία της επιχείρησης της, τα στοιχεία της αναιρεσείουσας ενάγουσας και της καταγγελθείσας σύμβασης, αναγράφεται δε ειδικότερα μεταξύ αυτών "9. Χρονολογία καταβολής αποζημίωσης: 30-5-2005. 10. Ποσό αποζημίωσης: € 1755,20 11. Τελευταία μέρα εργασίας : 30-5-2005" και τέλος ακολουθεί τόπος και ημερομηνία (Πειραιάς 30-5-2005) και υπό την ένδειξη "ο εργοδότης ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος" υπογραφή και σφραγίδα της αναιρεσίβλητης (εργοδότριας). (2) Το Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) διατηρεί στον Πειραιά ατομική επιχείρηση γυναικείων εσωρούχων, στην οποία την 22-7-2002 προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την ενάγουσα, ότι με την ειδικότητα αυτή η ενάγουσα εργάσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, αμειβομένη με τον προβλεπόμενο από τις οικείες ΣΣΕ μισθό που ανερχόταν κατά τον τελευταίο χρόνο σε 752,2€, μέχρι την 30-5-2005, όταν η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την από 30-5-2005 έγγραφη καταγγελία, συμπληρωθείσα κατά τα μη έντυπα στοιχεία της από την εναγομένη στο κατάστημα της με την παρουσία της ενάγουσας, η οποία ανεπιφύλακτα έθεσε την υπογραφή της κάτω από την φράση "έλαβα γνώση της απόλυσης μου σήμερα", ότι στο έγγραφο της καταγγελίας, του οποίου έλαβε γνώση η ενάγουσα κατά το πλήρες περιεχόμενο του, αναφέρονται ακόμη η ειδικότητα της ενάγουσας, οι τελευταίες πριν την απόλυση αποδοχές της (752,20€).
η χρονολογία απόλυσης, το ποσό της αποζημίωσης (1.755,20€) και ο χρόνος καταβολής της αποζημίωσης, 30-5-2005, οπότε πράγματι καταβλήθηκε η αποζημίωση μέσα στο κατάστημα της εναγομένης παρουσία της υπαλλήλου Σ.Κ., ότι η καταβολή στην ενάγουσα ολόκληρης της αποζημίωσης κατά την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αποδεικνύεται ειδικότερα από (α) το ίδιο το έγγραφο της καταγγελίας, στο περιεχόμενο του οποίου η ενάγουσα δεν εναντιώθηκε και το υπέγραψε στην θέση όπου υπογράφει ο απολυόμενος, χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη για την αποζημίωση, την οποία το έγγραφο αναφέρει ότι έλαβε (β) το αδιαμφισβήτητο στοιχείο ότι η εναγομένη ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της ως εργοδότρια, πλήρωνε κανονικά τις αποδοχές των υπαλλήλων της και της ενάγουσας για όσο χρόνο εργάσθηκε σ' αυτήν, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι σχετική προσφυγή της ενάγουσας στην επιθεώρηση εργασίας, συζητηθείσα την 16-9-2005, δεν είχε αποτέλεσμα (γ) την πρόχειρη έγγραφη απόδειξη πληρωμής ποσού 500€, η καταβολή του οποίου έγινε στο κατάστημα της εναγομένης την 18-6-2005, που φέρει την υπογραφή της ενάγουσας ότι έλαβε το ποσό αυτό έναντι αδείας, οι αποδοχές και το επίδομα της οποίας, αν και απαιτητά κατά την ημέρα της λύσης της σύμβασης, είχε δεχθεί η ενάγουσα να της καταβληθούν το αργότερο μέχρι τέλους Ιουλίου 2005, όπως και της καταβλήθηκαν την 22-7-2005 με την κατάθεση και του υπολοίπου ποσού των 553,086 σε τραπεζικό λογαριασμό της, έχοντας λάβει σε εξόφληση των αποδοχών και του επιδόματος αδείας το συνολικό ποσό των 1.053,08€ που εδικαιούτο (δ) την κατάθεση της μάρτυρος και υπαλλήλου της εναγομένης, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου, η οποία κατέθεσε κατηγορηματικά και με σαφήνεια ότι η ενάγουσα έλαβε την αποζημίωση της κατά την ημέρα της καταγγελίας και ειδικότερα ότι κατά την ημέρα που έγινε η καταγγελία ήταν παρούσα (μάρτυρας) μέσα στο κατάστημα και αντιλήφθηκε την εναγομένη να δίνει χρήματα στην ενάγουσα λέγοντας ότι αυτή είναι η αποζημίωση της και ότι θα της καταβάλει αργότερα την άδεια και το επίδομα αδείας, και ότι επομένως εφόσον αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε εγγράφως και καταβλήθηκε η οφειλομένη αποζημίωση (ως προς το καθορισθέν ύψος της οποίας δεν υπάρχει αμφισβήτηση) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι έγκυρη και ισχυρή και η εναγομένη δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Από το προδιαληφθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα του (ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της καταβολής στην ενάγουσα της αποζημίωσης απόλυσης κατά την ημέρα της καταγγελίας) ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 30-5-2005 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δεχθέν πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά απ' αυτά που αναφέρονται στο ως άνω έγγραφο, ούτε άλλωστε στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά απλώς, αφού ορθά ανέγνωσε αυτό και το συνεκτίμησε με τα άλλα ως άνω αποδεικτικά μέσα, συσχετίζοντας και συνδυάζοντας αυτά με αναλυτικές σκέψεις, χωρίς μάλιστα να το εξαίρει, σε σχέση με την καταληκτική κρίση του, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό εκείνου που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα ενάγουσα.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης.
II. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης δεν αποτελούν όμως "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση αυτών ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το α' σκέλος αυτού από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεχθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ότι από την από 30-5-2005 έγγραφη καταγγελία αποδεικνύεται η αυθημερόν είσπραξη εκ μέρους της αναιρεσείουσας ενάγουσας της αποζημίωσης απόλυσης προς επίρρωση και αιτιολόγηση της κρίσης του αυτής δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και ότι η ως άνω έγγραφη καταγγελία κατά τα μη έντυπα στοιχεία της συμπληρώθηκε από την εναγομένη στο κατάστημα της παρουσία της ενάγουσας, τέτοιον, όμως, ισχυρισμό (περί συμπλήρωσης του εντύπου της καταγγελίας την 30-5-2005 στο κατάστημα της εναγομένης ενώπιον της ενάγουσας) δεν προέβαλε η εναγομένη ούτε στον πρώτο ούτε στον δεύτερο βαθμό και κατά συνέπεια το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη προταθέντα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος του αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η γενομένη δεκτή συμπλήρωση των μη εντύπων στοιχείων της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ενώπιον αυτής από την εναγομένη στο κατάστημα της τελευταίας την ημέρα της καταγγελίας (30-5-2005) δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και δη αυτοτελή ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση ένστασης, αλλά όπως και στην αίτηση αναίρεσης αναφέρεται αιτιολόγηση (και επιχείρημα) του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου.
Ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του, από τον αριθ. 10 του αυτού ως άνω άρθρου, κατά το οποίο το δικαστήριο δέχθηκε το ως άνω "πράγμα" χωρίς αποδείξεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε η κρίση αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" (λαμβανομένου υπόψη ότι ο όρος "πράγματα" στην διάταξη του αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του αριθ. 8 του αυτού άρθρου), αλλά και ως αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του γενικά σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και δη, όπως ρητά σ' αυτήν αναφέρεται, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την ενώπιον αυτού (Εφετείου) εξέταση των διαδίκων και της μάρτυρος της εναγομένης, την νομοτύπως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό.
III. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προσάπτεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη παραποίησε την από 18-6-2005 πρόχειρη χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης από την αναιρεσείουσα ποσού 500€ έναντι της οφειλομένης αποζημίωσης, προκειμένου να εμφανίσει (αναιρεσίβλητη) αυτήν ως αφορώσα δήθεν τις επίσης οφειλόμενες αποδοχές αδείας, δεχθέν συναφώς με την προσβαλλομένη απόφαση του "ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι στην άνω πρόχειρη απόδειξη η λέξη 'αδείας' τέθηκε κάτω από την λέξη 'έναντι' από την εναγομένη εκ των υστέρων και ότι το ποσό των 500 ευρώ αφορά μέρος της αποζημιώσεως και όχι την οφειλομένη άδεια, δεν αποδείχθηκε και οπωσδήποτε ασφαλής προϋπόθεση για την παραδοχή του ισχυρισμού αυτού θα ήταν η προσκόμιση από την ενάγουσα άλλοι όμοιου εγγράφου, το οποίο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής θα έπρεπε να έχει στα χέρια της και η ίδια για την καταβολή του ποσού αυτού, στο οποίο δεν θα υπήρχε η λέξη 'αδείας'", με την κρίση του, όμως, αυτή παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς το θέμα της επίδικης απόδειξης, που έχουν ως προς το ζήτημα αυτό εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο, και συγκεκριμένα με δεδομένο ότι σκοπός μιας εξοφλητικής απόδειξης είναι η απόδειξη της γενομένης καταβολής και η διασφάλιση του καταβαλόντος έναντι τυχόν μελλοντικών αξιώσεων του λαβόντος για την ίδια απαίτηση, μία και μόνο απόδειξη είσπραξης υπογεγραμμένη από τον τελευταίο επιτελεί πλήρως την ανωτέρω αποστολή της, εφόσον αυτή βρίσκεται στα χέρια του καταβαλόντος, χωρίς ν' απαιτείται η έκδοση και όμοιας δεύτερης, ενώ εξάλλου το γεγονός ότι η επίμαχη απόδειξη είναι χειρόγραφη και εντελώς πρόχειρη αποτελούμενη από μόνη την φράση "Έλαβα: 18/6/2005 έναντι 500,00€" γραμμένη σε μία σελίδα τετραδίου και μη αναφέροντας τα ονόματα των διαδίκων καθιστά από μόνη της λίαν απίθανο το ενδεχόμενο της ύπαρξης και δευτέρου αντιγράφου αυτής, πάντα δε τα ανωτέρω και μόνον αποτελούν τα αληθινά διδάγματα της κοινής πείρας ως προς το θέμα της επίδικης απόδειξης.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία, μη προσδιοριζόμενων άλλωστε, προδήλως για τον λόγο αυτόν, κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2008 αίτηση της Α.Α. για αναίρεση της 319/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ