Legislator Case Law & Legislation
1662/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to consider specific third-party payment claims.

Case Number 1662/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court erred by dismissing a claim regarding accelerated enforcement and unconsidered third-party payments, but the court found these arguments legally insufficient. The appeal was dismissed because the appellant failed to provide the specific factual assumptions required to prove a violation of substantive law, and the court confirmed it had already considered and rejected the relevant claims.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) & 559(8) KPolD: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible without stating the factual basis for rejected claims or the specific assumptions underlying the court's decision; an appeal based on unconsidered claims fails if the lower court explicitly addressed and rejected them.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation factual assumptions third party payments accelerated enforcement court of appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) KPolD
Art. 559(8) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 578 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1662 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσιβλήτου: Κλεοβούλου Μελίδη του Λαζάρου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μάτελλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαλάνη Αχουζαρίδη, Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17365/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, 2829/2000 μη οριστική και 1383/2001 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Σε όλες όμως αυτές τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και ως εκ τούτου να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην μεν πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, στη δε δεύτερη οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου με βάση τις οποίες κατέληξε στην αποδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή της ενστάσεως ως βάσιμης ή αβάσιμης κατ' ουσίαν.

Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ότι ο πλειστηριασμός που διενεργήθηκε είναι άκυρος, διότι επισπεύσθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη παρά την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας με τον αναιρεσείοντα για την ματαίωσή του και συνεπώς το Εφετείο "εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ούτω εσφαλμένα απέρριψε το λόγο έφεσής του (αναιρεσείοντος)", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, προεχόντως, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού θεμελιωτικού του λόγου ανακοπής του αναιρεσείοντος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ως πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη καίτοι δεν προτάθηκαν ή η μη λήψη υπόψη καίτοι προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται κατά τη διάταξη αυτή την αναίρεση της αποφάσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σχετικές με το ύψος της κατ' αυτού απαιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας για την ικανοποίηση της οποίας επέσπευσε αυτή αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του και με καταβολές που ενήργησαν τρίτοι της απαίτησης αυτής. Οι λόγοι αυτοί, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως απαράδεκτο το σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, που αφορούσε την απαίτηση.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Μαρτίου 2004 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1383/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για μεν την πρώτη που παρέστη δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου Ιωάννας Γαλάνη σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, για δε τους λοιπούς που παρέστησαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Βύρωνα Βοσκίδη σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ