Legislator Case Law & Legislation
1662/2006 AI generated

Supreme Court allows partial restitution of court costs but rejects execution-related expenses in appeal case.

Case Number 1662/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled a lower court decision and ordered the appellant to be refunded 500 euros in court costs previously paid to the appellee. While the court accepted this specific amount as legally due, it rejected claims for expenses related to the execution process, such as notice fees and enforcement order costs. The ruling established that only costs mandated by the annulled judgment itself are recoverable upon restitution, excluding those arising from the enforcement procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.K.; Art. 579 para. 2 C.P.D.; Art. 932 C.P.D.; Upon annulment, the losing party must return costs mandated by the annulled judgment, excluding expenses incurred during the execution process.

Keywords

AI generated
restitution of costs court expenses execution proceedings annulment judgment legal fees recovery

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.K.
Art. 579 para. 2 C.P.D.
Art. 932 C.P.D.
Art. 671 para. 1 lit. d C.P.D.
Art. 674 para. 2 lit. a C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 5/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1662 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χατζημιχαηλίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικέζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3432/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-8-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η απαγόρευση της ασκήσεως του δικαιώματος, με τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή όρους, είναι παραδεκτή, όταν πρόκειται για δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όχι από διατάξεις δικονομικού δικαίου.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένσταση του αναιρεσιβλήτου ότι η άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον τέταρτο λόγο της, από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αντίθετη στο άρθρο 281 ΑΚ . Επειδή κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ -το οποίο, κατά το άρθρο 674 παρ. 2 εδ.

α΄, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη- ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσαρες τουλάχιστον ώρες. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τα έγγραφα και τους μάρτυρες και γιαυτό, όταν προσκομίζονται στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτές έχουν ληφθεί υπόψη.

Μοναδική προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη των ένορκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ότι αυτές έγιναν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται, πριν από είκοσι τέσσαρες τουλάχιστον ώρες. Η παρά τον νόμο μη λήψη υπόψη, από το δικαστήριο της ουσίας, ένορκης βεβαιώσεως, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε διάδικος, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ.

γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 επ. ΚΠολΔ, έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν εκείνη της αφανούς εταιρίας και όχι της εξαρτημένης εργασίας, στην οποία στηρίζει ο αναιρεσείων την ένδικη αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας της υποθέσεως, το Εφετείο -που δεν προβαίνει άλλωστε σε ειδική μνεία αυτής, ενώ μνημονεύει τις λοιπές ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν- έλαβε υπόψη την ενώπιον της Συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Ευανθίας Σκενδερίδου 2279/2004 ένορκη βεβαίωση δύο προσώπων, την οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε με τις προτάσεις και προσκόμισε -μετά από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου- για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι εργαζόταν στην επιχείρηση αυτού με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως πρέπει, κατά τον βάσιμο τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2001).

Όμως ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, επιτρέπεται η απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσης, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση, όχι με βάση την απόφαση αυτή, αλλά με βάση τον νόμο (άρθρο 932 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων υπέβαλε με τις προτάσεις του αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης και της επικυρωθείσης από αυτή πρωτόδικης αποφάσεως, επικαλούμενος ότι, σε εκτέλεση αυτών, αναγκάστηκε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο α) τα ποσά των 500 και των 270 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη, που επιδικάστηκε αντιστοίχως σε βάρος του και β) το ποσό των 170 ευρώ για έξοδα επιδόσεως και αμοιβής επιταγής για εκτέλεση και ζήτησε να διαταχθεί, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεως, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων και η καταβολή σ'αυτόν νομιμοτόκως των παραπάνω ποσών.

Η αίτηση αυτή, η οποία υποβάλλεται παραδεκτώς με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπροθέσμως ο αναιρεσείων, είναι νόμιμη, μόνο καθόσον αφορά το ποσό των 500 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε με την αναιρούμενη απόφαση και πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το ποσό αυτό, το οποίο καταβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο, όπως προαποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη -και μη αμφισβητούμενη από αυτόν- από 15-4-2005 εξοφλητική απόδειξη.

Συνεπώς πρέπει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στον αναιρεσείοντα το ποσό αυτό, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας. Κατά τα λοιπά κονδύλια, που αφορούν τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση και έξοδα της εκτελεστικής διαδικασίας, η αίτηση είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3432/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στον αναιρεσείοντα, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας, το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ