Supreme Court dismisses appeal on loan contract invalidity, ruling declarations were genuine due to debt repayment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision rejecting the claim for contract invalidity. The appellant argued the loan contract was fictitious, but the court found the bank's declarations of will were genuine because the loan proceeds were used to repay an existing debt. Consequently, the court ruled the contract was not void and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1), 577, 309(1), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; Article 138 of the Civil Code: An appeal against a final judgment is admissible only after the judgment ceases to be subject to a declaration of default judgment, and a contract is not void if the parties' declarations of will were made in good faith and the consideration was actually performed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1661 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1661/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "….. A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα, υπό την ιδιότητα της οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "…..A.E." και 2) ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας με την επωνυμία "…..ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ειδική Εκκαθαρίστρια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3199/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5894/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-8-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β` ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β` περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1104/2020).
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει, αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1104/2020).
Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρ. 553 § 1β` ΚΠολΔ με τις διατάξεις των άρθρων74, 75 παρ. 1 και 2, 76 παρ.1 συνάγεται ότι επί απλής ομοδικίας η εκδοθείσα οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου των ομοδικούντων και συνεπώς είναι προσβλητή με αναίρεση κατά το μέρος τούτο, πριν δηλαδή καταστεί τελεσίδικη και ως προς τους λοιπούς διαδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 597/2021).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της δεύτερης αναιρεσίβλητης και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 5894/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 3199/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 26/1/2012 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ερήμην δικασθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, ούτε ότι αυτή παραιτήθηκε νομίμως από το τυχόν ασκηθέν από την ίδια ένδικο μέσον της ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού και συνεπώς η απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση ως προς αυτήν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα μείζονα σκέψη.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητες συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας, δεδομένου ότι (όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης ) ενάγονται από τον αναιρεσείοντα με αίτημα την ακύρωση άλλως την αναγνώριση της ακύροτητας διαφορετικών συμβάσεων για κάθε μία τούτων, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ουσιώδης δε, κατά τη διάταξη τον άρθρ. 141 του ίδιου Κώδικα, είναι η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την κατάρτισή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 143 ΑΚ, δεν είναι ουσιώδης η πλάνη, εάν στρέφεται αποκλειστικώς περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως.
Ως παραγωγικά αίτια της βουλήσεως νοούνται όσα περιστατικά συμβάλλουν στον σχηματισμό της βουλήσεως του δηλούντος. Όμως αν τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν έτσι, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, βάση ή προϋπόθεση αυτής, δηλαδή θεμέλιο της δικαιοπραξίας, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως συμβαίνει όταν τα περιστατικά, που έλαβαν κυρίως υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή στη συνέχεια ανατράπηκαν (ΟλΑΠ 35/1998, ΟλΑΠ 5/1990, ΑΠ 1067/2019, ΑΠ 1/2017).
Πλάνη, επομένως, είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής κατάστασης, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 406/2019).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147, 149 και 152 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 επ. ΑΚ), εφόσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 715/2011).
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι η απάτη αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει αυτός την ακύρωση της δήλωσής του και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος , η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βούλησης αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος. Ειδικότερα απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά, είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν, που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισης του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου, προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωση του, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1756/2011).
Ως λόγος μεν η απάτη, που καθιστά ελαττωματική τη βούληση, αποκτά σημασία, μόνο στο πλαίσιο της δικαιοπραξίας, αφού αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του κύρους της, και θεμελιώνει, ανάλογα προς το εάν ο απατηθείς επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας ή την αποδέχεται παρά το ελάττωμά της, παράλληλες αξιώσεις αντίστοιχα αποζημίωσης από αδικοπραξία, για αρνητικό διαφέρον στην πρώτη, που μπορεί να περιλαμβάνει και περαιτέρω θετική ζημία σαν αποτέλεσμα της κατάρτισης της απατηλής δικαιοπραξίας και για θετικό διαφέρον στη δεύτερη.
Ως αδικοπρακτική δε συμπεριφορά δόλια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 147, 148, 281, 288 και 919 του ΑΚ, ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, δηλαδή η ζημία, και ο αιτιώδης σύνδεσμος της με την απατηλή (δόλια) συμπεριφορά του υπαιτίου, στοιχεία που κατά τη διάταξη του άρθ. 216 παρ. 1 εδ.ά και β` ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 247/2018, ΑΠ 631/2015).
Στην περίπτωση ακυρώσιμης λόγω απάτης δικαιοπραξίας, εφόσον η προκληθείσα πλάνη είναι ουσιώδης, η ακύρωση της δικαιοπραξίας είναι δυνατή τόσο βάσει των περί απάτης διατάξεων, όσο και βάσει των διατάξεων περί πλάνης, υποκείμενη κάθε φορά στους κανόνες εκάστης εξ αυτών(ΑΠ 745/2020). Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ προκύπτει ότι δήλωση βουλήσεως που εν γνώσει του δηλούντος δεν έγινε σπουδαίως παρά μόνο φαινομενικώς είναι εικονική, πάσχουσα ακυρότητα εκ του λόγου αυτού.
Σκοπός της εν λόγω δηλώσεως είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής καταστάσεως άνευ υπάρξεως στον δηλούντα προθέσεως τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, όπως σύμβαση δανείου (άρθρο 806 ΑΚ), στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος (ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016).
Επομένως, για την ακυρότητα μιας συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της καταρτίσεώς της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 563/2016).
Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 874/1996).
Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 502/2018). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων ,που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.
Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας της δίκης:
Ο αναιρεσείων με την αγωγή του που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε, ότι ο ίδιος τυγχάνει μηχανολόγος μηχανικός ,που ασχολείται με τον κατασκευαστικό κλάδο από το έτος 1993 και ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2006, τον προσέγγισαν άτομα, ενεργώντας για λογαριασμό ή τουλάχιστον σε συνεργασία με την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "…..
ΑΕ", δικαιοπάροχο της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) εταιρείας με την επωνυμία "…..ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση, τα οποία επιχείρησαν να τον πείσουν να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, εταιρείας με την επωνυμία "…….", της οποίας η εναγόμενη τράπεζα ήταν μεγαλομέτοχος με την απόκτηση σημαντικού αριθμού μετοχών αυτής, παρουσιάζοντας την επενδυτική αυτή κίνηση ως μεγάλη επενδυτική ευκαιρία, η οποία μόνο οφέλη θα μπορούσε να του αποφέρει, συγχρόνως δε, πρότειναν σε αυτόν την συμμετοχή του, ως μέλους της διοίκησης της εν λόγω εταιρείας.
Ότι, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων εκ μέρους του, τα άτομα αυτά τον ενημέρωσαν ότι η "…… ΑΕ" θα του χορηγούσε το αντίστοιχο ποσό, ως δάνειο, στο πλαίσιο σύναψης σχετικής συμβάσεως πίστωσης. Ότι, στην συνέχεια, πειθόμενος από τους ισχυρισμούς αυτούς, προέβη στις 16/2/2006, την τελευταία ημέρα κάλυψης της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "…..ΑΕ", στην σύναψη σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με την τραπεζική εταιρεία "……ΑΕ", μέχρι του ποσού των 850.000 Ευρώ, δίχως να τηρηθεί ο εσωτερικός κανονισμός της πιστούχου Τράπεζας, ως προς την διαδικασία εξέτασης αιτήματος παροχής πίστωσης, ενός τόσο σημαντικού ποσού, δεδομένου μάλιστα, ότι σε προγενέστερο χρόνο, η ίδια ως άνω Τράπεζα είχε καταγγείλει σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε καταρτισθεί με τον ίδιο, λόγω υπάρξεως δυσμενών στοιχείων του, στην εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ".
Ότι το ποσό της πίστωσης ύψους 850.000 Ευρώ, εκταμιεύτηκε αυθημερόν, με πίστωση του σχετικού λογαριασμού, που είχε ανοιχθεί με την σύμβαση και απεστάλη (το ποσό), στον λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "……ΑΕ", που τηρείτο στην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "……ΑΕ", προς κάλυψη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας.
Ότι, με τον τρόπο αυτό απέκτησε 227.272 μετοχές της εταιρείας ……, ενώ, προς εξασφάλιση της χορηγηθείσας από την πιστούχο Τράπεζα πιστώσεως, υπεγράφησαν 1) σύμβαση ενεχύρασης τραπεζικής κατάθεσης του ιδίου, 2) σύσταση ενεχύρου επί άϋλων κινητών αξιών αυτού, 3) επιπρόσθετα δε, δυνάμει της με αριθμό 11.969Σ/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενεγράφη στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας α' προσημείωση υποθήκης, υπέρ της "…….ΑΕ", επί ακινήτων του, για το ποσό των 450.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Στην συνέχεια ο ενάγων εκθέτει ότι, ενώ αρχικά ορίσθηκε απλό μη εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της εταιρείας "…..ΑΕ", στην συνέχεια του ζητήθηκε να αποχωρήσει, όπως και έγινε, ότι η συμμετοχή του στις Γενικές Συνελεύσεις της εν λόγω εταιρείας, ήταν κάθε φορά σύμφωνη με την τηρούμενη από την ως άνω Τράπεζα στάση, ότι δεν μπορούσε να μεταβιβάσει τις μετοχές που είχε αποκτήσει, λόγω της σύστασης ενεχύρου επ' αυτών υπέρ της Τράπεζας και ότι η αξία των μετοχών της "…..ΑΕ" μειωνόταν δραματικά.
Ότι, κατόπιν οχλήσεών του, η πιστούχος τραπεζική εταιρεία, η οποία, πλέον, έφερε την επωνυμία "…..ΑΕ", πρότεινε σε αυτόν την υπογραφή νέας δανειακής σύμβασης, προς αποπληρωμή της προγενέστερης πίστωσης, με φερόμενο ως σκοπό, την επισκευή και ανακαίνιση ακινήτων, αλλά με πραγματικό σκοπό την οικονομική του διευκόλυνση, η οποία θα του εξασφάλιζε, αφ' ενός μεν περισσότερο χρόνο, μέχρι να υπάρξει οριστική διευθέτηση του προβλήματος, αφ' ετέρου δε άμεση ελάφρυνση του στο μεσοδιάστημα, λογω καλύτερων όρων της νέας σύμβασης.
Ότι, στις 19/6/2009, πεισθείς στις συμβουλές της προέβη στην κατάρτιση με την δεύτερη εναγομένη "……ΑΕ", της με αριθμό ... συμβάσεως χρεωλυτικού δανείου, ποσού ύψους 800.000 Ευρώ, με το οποίο εξοφλήθηκε η προηγούμενη, με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, ενώ, συγχρόνως, δυνάμει της με αριθμό 26.374Σ/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενεγράφη υπέρ της δανείστριας τράπεζας, β' προσημείωση υποθήκης επί ακινήτων του, για το ποσό των 600.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, μέχρι την πλήρη εξόφληση, στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας.
Ότι την 30η/12/2010, όταν μετά από έλεγχο των αρμοδίων αρχών διαπιστώθηκε ότι το ποσό του δανείου δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό που προοριζόταν, σύμφωνα με την σύμβαση, υπεγράφη με την δεύτερη εναγομένη πρόσθετη πράξη τροποποίησης των όρων της ανωτέρω σύμβασης χρεωλυτικού δανείου. Ότι, στην συνέχεια, παρά τις διαβεβαιώσεις της δεύτερης εναγομένης, σχετικά με το ότι οι δύο προαναφερόμενες συμβάσεις είχαν καταρτισθεί, είτε για τυπικούς λόγους, είτε για την χορήγηση παρατάσεως στις απορρέουσες από αυτές, υποχρεώσεις του, μέχρι την οριστική διευθέτηση των εκκρεμών ζητημάτων, η δεύτερη εναγομένη απέστειλε σε αυτόν στις 26/9/2011, έγγραφη επιστολή, με την οποία καλούσε αυτόν να αποπληρώσει την απορρέουσα από την τελευταία δανειακή σύμβαση, οφειλή του ποσού ύψους 27.340,89 Ευρώ, η οποία ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στις 30/6/2011, δηλώνοντας συγχρόνως, ότι σε περίπτωση μη τακτοποίησης της οικονομικής αυτής εκκρεμότητάς του, μέχρι την 14/10/2011, θα προέβαινε στο κλείσιμο των λογαριασμών αυτού και την δικαστική διεκδίκηση των αξιώσεών της.
Ότι, ακολούθως, δυνάμει της από 1/12/2011 εξώδικης δήλωσης- καταγγελίας, που του επιδόθηκε στις 7/12/2011, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, με την επωνυμία "……ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (για την οποία νόμιμα συνεχίζει την δίκη η πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία συστάθηκε ως μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την 9250/9-10-2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών , που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 2246/9-10-2011, ως ειδική διάδοχος της δεύτερης εναγόμενης τράπεζας, στα αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία της, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω αφορώσες τον ίδιο συμβάσεις πίστωσης και δανείου, κατήγγειλε την με αριθμό ...
σύμβαση χρεωλυτικού δανείου, καλώντας τον εναγόμενο να προβεί σε άμεση εξόφληση της συνολικής οφειλής του, ποσού ύψους 845.644,55 Ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και δηλώνοντας ότι σε περίπτωση μη εξοφλήσεως, θα ελάμβανε οιοδήποτε νόμιμο μέτρο προς είσπραξη της απαιτήσεώς της. Με το ιστορικό αυτό , κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτήματος με τις έγγραφες προτάσεις του, ζήτησε: 1) να ακυρωθούν α) η με αριθμό ...
σύμβαση πίστωσης (ανοικτού) αλληλόχρεου λογαριασμού και β) η με αριθμό ... σύμβαση χρεωλυτικού δανείου, λόγω απατηλής συμπεριφοράς των εναγόμενων τραπεζών, άλλως λόγω πλάνης του ιδίου, 2) επικουρικώς να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ως άνω συμβάσεων, λόγω εικονικότητας αυτών, και 3) να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει να καταβάλει στις εναγόμενες οιοδήποτε ποσό από τις ανωτέρω συμβάσεις Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 3199/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία:
Α) απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς την πρώτη εναγόμενη, κατά το σκέλος αυτής, που αφορά στην ακύρωση και επικουρικώς στην αναγνώριση ακυρότητας της με αριθμό ... σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Β) Απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς της δεύτερη εναγομένη, κατά το σκέλος αυτής που αφορά στην ακύρωση, άλλως στην αναγνώριση ακυρότητας της με αριθμό ...
συμβάσεως χρεωλυτικού δανείου. Γ) Απορρίφθηκε η αγωγή ως προς της δεύτερη εναγομένη α) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής κατά το σκέλος της, που αφορά στην ακύρωση της με αριθμό ... σύμβασης πίστωσης λόγω απάτης ,άλλως πλάνης του ενάγοντος και β) ως μη νόμιμη ως προς το επικουρικό αίτημα της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της συμβάσεως αυτής λόγω εικονικότητας.
Δ) Απορρίφθηκε η αγωγή ως προς της πρώτη εναγομένη ως μη νόμιμη αναφορικά με τα αιτήματά της α)περί ακυρώσεως της με αριθμό ... σύμβασης χρεωλυτικού δανείου λόγω απατηλής συμπεριφοράς της πιστούχου τραπεζικής εταιρείας άλλως λόγω πλάνης του ενάγοντα, και β) επικουρικά περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της δανειακής αυτής σύμβασης λόγω εικονικότητας αυτής και Δ) Απορρίφθηκε το αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής περί αναγνωρίσεως ανυπαρξίας οφειλής του από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις, "ως στερούμενο νομικής βάσεως".
Με την από 19/1/2018 έφεσή του ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, κατά της απόφασης αυτής, με την οποία δεν προσέβαλε και τις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης με τις οποίες απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς την ... σύμβαση και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως προς την ...
σύμβαση και συνεπώς οι απορρίψεις αυτές κατέστησαν τελεσίδικες. Η έφεση απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, που αφορά στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140 και 147 ΑΚ και έτσι απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσής του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής του για ακύρωση της ...
σύμβασης δανείου, ενώ αυτό ήταν νόμιμο "δεδομένου ότι εξήρτησε την εγκυρότητα της δεύτερης αυτής σύμβασης, από την ακυρότητα, της πρώτης επίμαχης σύμβασης, για την οποία ευθυνόταν αντικειμενικά η πιστούχος Τράπεζα, και από την οποία (ακυρότητα), ουδεμία, μπορούσε να γεννηθεί, ενοχή υπέρ της τελευταίας και γιατί τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση, περί ανυπαρξίας πλάνης του, λόγω γνώσης, εκ μέρους του των όρων της δεύτερης αυτής σύμβασης, δεν ενέχουν ορθή εφαρμογή των Α.Κ. 140, 147, αφενός, γιατί στηρίζονται στην ανύπαρκτη προϋπόθεση της εγκυρότητας της πρώτης σύμβασης, από την οποία απέρρεε, ως αυτόθροος συνέπεια η δεύτερη, αφετέρου, γιατί, λόγω της προεκτιθέμενης υπάρχουσας διάστασης μεταξύ της βούλησής του και της δήλωσής του, δεν υφίστατο βούληση , ένεκα του ότι η γενεσιουργός, της βούλησής του, αιτία, ήταν επιλήψιμη και επομένως η βούλησή του υπήρξε ελαττωματική, με έννομη συνέπεια, αυτή η παραγωγός αιτία, να αναγνωρίζεται, από τον Αστικό Κώδικα, ως απάτη".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα της αγωγής για ακύρωση της ... σύμβασης δανείου λόγω απάτης, άλλως πλάνης του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ενάγων επικαλείται με την αγωγή του ότι η αντισυμβαλλόμενη τράπεζα παρουσίασε την σύναψη της άνω δανειακής σύμβασης, ως διευκόλυνση προς τον ενάγοντα, που θα του εξασφάλιζε, αφενός μεγαλύτερο χρόνο για την οριστική διευθέτηση του προβλήματος του, ήτοι του χρέους που δημιουργήθηκε σε βάρος του, εξαιτίας της πρώτης ως άνω σύμβασης πιστώσεως δι' αλληλόχρεου λογαριασμού και αφετέρου άμεση ελάφρυνσή του στο μεσοδιάστημα λόγω καλύτερων ορίων.
Τα ανωτέρω εκτιθέμενα όμως ουδόλως στοιχειοθετούν απατηλή συμπεριφορά της άνω πιστούχου τράπεζας, καθόσον με το ποσό που ελήφθη με το δεύτερο επίδικο δάνειο εξοφλήθηκε το χρέος, που απέρρεε από την πρώτη ως άνω σύμβαση. Επιπροσθέτως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σαφώς συνάγεται ότι δεν υφίστατο ούτε πλάνη στη δήλωση βουλήσεως του ενάγοντος, υπό την έννοια της διαστάσεως μεταξύ δηλώσεως και δικαιοπρακτικής βουλήσεως αυτού, κατά την υπογραφή της προαναφερόμενης δεύτερης δανειακής σύμβασης, καθώς ο συγκεκριμένος διάδικος, γνωρίζοντας τους όρους αυτής, προέβη στην κατάρτισή της, με στόχο την εκταμίευση του ποσού του δανείου προς οικονομική του διευκόλυνση και δη προς εξόφληση της προγενέστερης σύμβασης πιστώσεως.
Ο αγωγικός δε ισχυρισμός ότι ο ενάγων πλανήθηκε λόγω των διαβεβαιώσεων της πιστούχου εταιρείας, ότι η δεύτερη δανειακή σύμβαση γινόταν καθαρά για τυπικούς λόγους, για την οποία ο ενάγων επικαλείται ότι παραχώρησε προσημείωση υποθήκης σε ακίνητό του δυνάμει αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν εναρμονίζεται με τους κανόνες της λογικής.
Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απεφάνθη ομοίως, ουδόλως έσφαλε κατά την ερμηνεία του νόμου, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της ένδικης εφέσεως ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για ακύρωση της ...
σύμβασης δανείου, που είχε συνάψει ο αναιρεσείων με την δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 140 και 147 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση, διότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν ούτε πλάνη του αναιρεσείοντος ούτε και απάτη εις βάρος του, δεδομένου ότι ούτε διάσταση μεταξύ της βούλησης και της δήλωσής του υπάρχει , αφού αυτός την επίδικη σύμβαση δανείου με το ανωτέρω συγκεκριμένο περιεχόμενο, που αναφέρεται στην αγωγή, ήθελε να συνάψει και τέτοια σύμβαση τελικά σύναψε, ούτε παρασύρθηκε με απάτη των αρμοδίων υπαλλήλων της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην σύναψη της σύμβασης, αφού τα περιστατικά που του παρέστησαν αυτοί και αποτέλεσαν τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του να προβεί στην σύναψη της σύμβασης του δανείου, ήταν αληθινά και πράγματι του παρέσχον περισσότερο χρόνο για εξόφληση της οφειλής του, γιατί με τα χρήματα που έλαβε με βάση την σύμβαση του δανείου εξόφλησε την προηγούμενη υπαρκτή οφειλή του από την 0145/20006 σύμβαση πίστωσης.
Επομένως ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, που επίσης αφορά στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ , που ήταν εφαρμοστέα, και έτσι απέρριψε σχετικό λόγο έφεσής του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής του για αναγνώριση της ακυρότητας της ...
σύμβασης δανείου λόγω εικονικότητας αυτής, ισχυριζόμενος ότι "η εικονικότητα ήταν ορισμένη αφ' εαυτής, προκύπτουσα από την ίδια, εν λόγω, διάταξη, που εμπεριείχε, κατά νομική αναγκαιότητα και το στοιχείο της γνώσης της εικονικότητας ημών των συμβαλλομένων, το οποίο, ως σύμφυτο με την εικονικότητα, λογίζεται ότι συνέτρεχε αυτονόητα, η δε έτερη παραδοχή της, ότι το ποσό της πρώτης σύμβασης χρησιμοποιήθηκε, για την αγορά μετοχών, εκ μέρους του, από την θυγατρική της εταιρεία "…..Α.Ε." και το δεύτερο ποσό (περίπου ισόποσο του πρώτου) προς εξόφληση του πρώτου, ερείδεται στη, μη υπαρκτή, προϋπόθεση της εγκυρότητας της πρώτης σύμβασης, η οποία, κατά την αρχική παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, καταρτίσθηκε, κατά παρέκκλιση, δηλαδή παράνομα, της ισχύουσας τραπεζικής νομοθεσίας, με συνέπεια να αποκλείεται ο δικαιολογητικός λόγος σύναψης της εξαρτώμενης από την πρώτη τελευταία σύμβαση".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα της αγωγής για αναγνώρισης της ακυρότητας της ... σύμβασης δανείου λόγω εικονικότητας , με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο εναγών δεν επικαλείται με σαφήνεια ότι οι δικαιοπρακτικές βουλήσεις των μερών ήτοι του ιδίου και της αντισυμβαλλομένης δανείστριας Τράπεζας, κατά την σύναψη των επίδικων δανειακών συμβάσεων, δεν αποσκοπούσαν πραγματικά στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων των καταρτιζόμενων δικαιοπραξιών και ότι ουσιαστικά, οι βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών συνέπεσαν, με σκοπό την κατάρτιση εικονικών δικαιοπραξιών.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, κατά την κατάρτιση της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, εκταμιεύθηκε αυθημερόν (16.2.2006) ποσό 850.000 ευρώ, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την αγορά εκ μέρους του ενάγοντος 227.272 μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ", ενώ λόγω της κατάρτισης της υπ' αριθμ. ...
σύμβασης χρεωλυτικού δανείου εκταμιεύθηκε ποσό 800.000 ευρώ ,το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση της ανωτέρω πρώτης συμβάσεως. Η εκταμίευση των ανωτέρω ποσών από την άνω τράπεζα και η χρήση των ποσών αυτών κατά την βούληση του ενάγοντος, συνιστούν πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα για την υλοποίηση των ανωτέρω δύο δανειακών συμβάσεων γεγονός που δεν συνηγορεί υπέρ της εικονικότητας τούτων, κατά τα εκτιθέμενα σύμφωνα με την αγωγή.
Το γεγονός ότι στην δεύτερη σύμβαση χρεολυτικού δανείου, το ποσό των 800.000 Ευρώ που εκταμιεύθηκε δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό που προοριζόταν, ήτοι για την επισκευή και ανακαίνιση ακινήτων, δεν στοιχειοθετεί εικονικότητα στις δηλώσεις βουλήσεως, αμφότερων των συμβαλλόμενων μερών, καθόσον δεν αφορά τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης δανείου κατ' άρθρα 806-809 ΑΚ, και δεν ενδιαφέρει ούτε και εξετάζεται η σχετική βούληση των συμβαλλομένων ως προς άλλα στοιχεία πλήν των essentialia negotii....που στην συγκεκριμένη περίπτωση η βούληση των συμβαλλομένων για το πώς θα χρησιμοποιούταν το δάνειο δεν εμπίπτει σε αυτά.
Επιπλέον, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην υπό κρίση αγωγή, η εκταμίευση αμφότερων των δανείων, συνοδεύθηκε και από την εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, με στόχο την εμπράγματη εξασφάλιση της δανείστριας Τράπεζας, γεγονός που δεικνύει ότι, οι αντίθετες δηλώσεις βουλήσεως με την σύμπτωση των οποίων, καταρτίσθηκαν οι επίδικες δανειακές συμβάσεις, έλαβαν χώρα με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών, σπουδαία και όχι φαινομενικά, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η εικονικότητα και κατ' επέκταση η ακυρότητα για την εν λόγω αιτία, των συγκεκριμένων συμβάσεων".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της ακυρότητας της ... σύμβασης δανείου, που είχε συνάψει ο αναιρεσείων με την δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν καθιστούν εικονικές τις δηλώσεις βουλήσεως του αναιρεσείοντος και των αρμοδίων οργάνων της δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης δεύτερης αναιρεσίβλητης, που συμβλήθηκαν στην ...
σύμβαση δανείου, δηλαδή δηλώσεις, που δεν έγιναν στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά, δεδομένου ότι αναφέρεται στην αγωγή ότι η σύμβαση δανείου αυτή συνάφθηκε για να παρασχεθεί στον αναιρεσείοντα με την χορήγηση του επίδικου δανείου περισσότερος χρόνος για την εξόφληση της προς της δεύτερη αναιρεσίβλητη οφειλής του από την 0146/2006 σύμβαση πίστωσης και πράγματι το ποσό των 800.000 ευρώ, που χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα, με βάση την σύμβαση δανείου χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης οφειλής του από την 0146/2006 σύμβαση πίστωσης και συνεπώς οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην ...
συμβαση δανείου δεν ήταν εικονικές. Επομένως και ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στη σχέση αναιρεσείοντος και δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, γιατί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, που νικά και παραστάθηκε στο δικαστήριο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν κατέθεσε προτάσεις και συνεπώς δεν υπέβαλε και αίτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 17/8/2020 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5894/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης , τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ