Legislator Case Law & Legislation
1661/2019 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request based on new legal interpretation without new facts.

Case Number 1661/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected a prisoner's request to retry his final conviction for fraud, ruling that the request was inadmissible. The applicant argued that a new interpretation of criminal statutes by the Supreme Court's Plenary Session constituted new facts warranting a retrial. The court held that a change in legal interpretation alone does not qualify as new facts under Article 525 of the Criminal Procedure Code and constitutes an impermissible substantive and legal review. Consequently, the retrial request and the associated stay of execution were both dismissed, and the applicant was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 525(1) para. 2, Art. 528(3) of the Criminal Procedure Code; A change in the interpretation of substantive criminal laws by the Supreme Court's Plenary Session does not constitute new facts or evidence for the purpose of retrial under Article 525(1) para. 2, as it merely represents a correction of the previous judgment's legal application without altering the factual basis of the case.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Retrial of Proceedings New Facts Requirement Legal Interpretation Change Plenary Session Precedent Inadmissible Request Stay of Execution

Cited Legislation

AI generated
Art. 525(1) para. 2 of the Criminal Procedure Code
Art. 528(3) of the Criminal Procedure Code
Art. 531 of the Criminal Procedure Code
Art. 578(1) of the Criminal Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Plenary Session of the Supreme Court, No. 3/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1661 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1661/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2019, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Κ. Π. του Β., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.2135/2018 απόφαση του Α'Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και αναστολής εκτέλεσης ποινής.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2019 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 985/2019.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Κωνσταντινόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου με αριθμό πρωτ.174/09.09.2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω στο Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2 και 528 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, την από 8-7-2019 αίτηση του Κ. Π. του Β., κρατούμενου στις Φυλακές ..., η οποία ασκήθηκε νομότυπα από τον έχοντα την απαιτούμενη προς τούτο ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, κατά το άρθρο 96 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο ΤΣΟΒΟΛΑ και ζητεί την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ., 2135/2018 αμετάκλητη απόφαση του Α Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, Με την απόφαση αυτή ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης ένδεκα (11) ετών, για το έγκλημα της απάτης, κατ' εξακολούθηση, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της παραγρ, 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950.

Επίσης, εισάγεται αίτημα του ίδιου κρατούμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 531 του ΚΠοινΔ, για αναστολή εκτέλεσης της ποινής του. Επί της αιτήσεως αυτής εκθέτω τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠοινΔ "1. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. 3... ".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 528 του ίδιου Κώδικα "Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγο του ή τον συνδεόμενο με σύμφωνο συμβίωσης ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού ή από το συνήγορο του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε.

Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και μετά το θάνατο του καταδικασμένου ή έπειτα από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής που του επιβλήθηκε". Τέλος, κατά άρθρο 529 του εν λόγω Κώδικα "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 528 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα , ο οποίος κλητεύεται πριν από πέντε ημέρες και παρίσταται κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ.

Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση.

Κατά της απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα, και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485". Όπως προκύπτει από την υπό κρίση αίτηση του Κ. Π. του Β., με την προαναφερόμενη υπ" αριθ. 2135/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ενώ το συνολικό περιουσιακό όφελος, στο οποίο απέβλεψε με την ως άνω αξιόποινη πράξη του, η οποία στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου με βλάβη τούτου, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000 €), η πράξη του δε αυτή τελέσθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα και το ποσό της ωφέλειας και ζημίας είναι ιδιαίτερα μεγάλο.

Ειδικότερα, στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-1997 έως 31-12-2015, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους εκάστοτε αρμόδιους υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και της Βουλής των Ελλήνων, που ήταν αρμόδιοι για την απασχόληση του και έκριναν την εκάστοτε υπηρεσιακή του κατάσταση ως δημοσίου υπαλλήλου και ως υπαλλήλου της Βουλής των Ελλήνων, καθώς και εκείνους που ήταν αρμόδιοι για την καταβολή των μηνιαίων του αποδοχών ότι τύγχανε απόφοιτος του 1ου Λυκείου ..., κάνοντας χρήση ως δήθεν τέτοιου του πλαστού εγγράφου (απολυτηρίου Λυκείου), ώστε να παρέχεται πεπλανημένα η εντύπωση ότι διαθέτει τον ανωτέρω τίτλο και ότι ένεκα τούτου έχει τα απαιτούμενα προσόντα, ώστε να θεωρηθεί δήθεν υπάλληλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε τα απαιτούμενα νόμιμα τυπικά προσόντα προκειμένου να θεωρηθεί δημόσιος υπάλληλος του κλάδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), να ενταχθεί στον κλάδο αυτό και, εν συνεχεία, ως δήθεν υπάλληλος του κλάδου αυτού, να αποσπασθεί, να μεταταχθεί και να μονιμοποιηθεί στον αντίστοιχο κλάδο στην Βουλή των Ελλήνων, ως κατωτέρω ειδικότερα εκτίθεται, αφού δεν ήταν νόμιμος κάτοχος του τίτλου, ήτο απολυτήριου Λυκείου, που απαιτούσε ο νόμος ως τυπικό προσόν προς τούτο και το σχετικό έγγραφο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ως δήθεν τέτοιο ήταν πλαστό.

Συγκεκριμένα, κάνοντας χρήση πλαστού απολυτηρίου Λυκείου στις 5/1/1984, δυνάμει του οποίου βεβαιώνονταν ότι τύγχανε απόφοιτος του 1ου Λυκείου ... από τις 7/7/1977 διορίσθηκε στις 16/1/1984 σε θέση μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, κατά τη διάρκεια δε της υπηρεσίας του σε αυτό μετατάχτηκε στις 29/1/1987 από τον κλάδο ΥΕ κλητήρων σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΔΕ Διοικητικών.

Εν συνεχεία στις 2274/1999 αποσπάστηκε στη Βουλή των Ελλήνων, και την 1/7/2002 κατέλαβε προσωποπαγή οργανική θέση του - κλάδου ΔΕ 1 Διοικητικού - Λογιστικού της Βουλής των Ελλήνων. Συνέχισε δε να εργάζεται στην ως άνω θέση μέχρι τις 31-12-2015 αποκρύπτοντας από τους εκάστοτε αρμόδιους υπάλληλους ότι δεν διαθέτει ως τυπικό προσόν απολυτήριο Λυκείου, παρότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώσει σε αυτούς το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την πρόσληψη του και τη λήψη μισθού εν συνεχεία, η δε υποχρέωση του αυτή απέρρεε από τη σχέση εργασίας του (361 ΑΚ), από τον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (Ν. 3528/07), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του οποίου (και στα αντίστοιχα άρθρα των προϊσχυσάντων Ν. 2683/1999 και ΠΔ 611/1977), οι υπάλληλοι είναι υπεύθυνοι για τη νομιμότητα των υπηρεσιακών ενεργειών, στον οποίο παραπέμπει ο Κανονισμός της Βουλής - Μέρος Β' - Κώδικας Οργανώσεως των Υπηρεσιών της Βουλής, Καταστάσεως του Προσωπικού της, καθώς επίσης και από τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη (άρθ. 197, 288 και 330 ΑΚ).

Αυτό δε που είχε αρχικά προσκομίσει ήταν πλαστό, και παρήγαγε σε αυτούς αντίστοιχη πλάνη, ώστε αυτοί να του καταβάλουν τον αντίστοιχο μισθό, συνέχισε δε τις ψευδείς παραστάσεις αποσιωπώντας την πραγματική του κατάσταση στις εν γένει υπηρεσιακές μεταβολές και πληρωμές και συνέχισε να αμείβεται για τις υπηρεσίες του έως τις 31/12/2015, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε από αυτόν, αλλά και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο επί μακρό χρονικό διάστημα, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 633.608,02 ευρώ και το οποίο αντιστοιχεί στις πάσης φύσεως μικτές αποδοχές του, τις οποίες έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-1997 έως 31-12-2015 κατά το οποίο υπηρέτησε στην Ελληνική Βουλή, όπως αυτό (ποσό) ειδικότερα αναλύεται λεπτομερώς στο σκεπτικό του παρόντος.

Το ποσό δε αυτό κατά το οποίο αυτός ωφελήθηκε και αντίστοιχα ζημιώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ως εκ του ύψους του (633.608, 02 ευρώ) ήταν ιδιαίτερα μεγάλο και η εκτέλεση του εγκλήματος εξακολούθησε επί μακράν χρόνο (σε βάθος εικοσαετίας) "..Κατά της ως άνω απόφασης ο αιτών άσκησε τις υπ' αριθ. 75/7-9-2018 και 89/19-10-2018 αιτήσεις αναιρέσεως με λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 98, 111, 112 και 386 Π Κ και του άρθρου 1 του ν. 1608/50.

Με την υπ' αρ. 233/2019 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκαν, κατά πλειοψηφία, όλοι οι προβληθέντες λόγοι αναιρέσεως. Όμως, μετά την έκδοση της ανωτέρω με αριθ. 233/2019 αποφάσεως του 2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, άλλη υπόθεση αναιρεσείουσας, η οποία κατείχε θέση της καθαρίστριας στο Δημόσιο, με τα ίδια νομικά ζητήματα.

Η Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αρ.3/27-6-2019 απόφαση της δέχθηκε ότι "..Με αυτά, όμως που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ως προς την τέλεση της απάτης κατ' εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 386 ΠΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον, αφού δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε από την αναιρεσείουσα αρχικά με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ήτοι με την υποβολή στα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ, στις 13.5.1996, του επίδικου πλαστού τίτλου σπουδών, οπότε και αυτά παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν και, έγινε η πρόσληψη αυτής στη θέση καθαρίστριας, η πράξη της απάτης τελέστηκε με την άπαξ ως άνω προκληθείσα πλάνη με θετική ενέργεια.

Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί, όπως ακολούθως έγινε δεκτό, και καταδικάστηκε, ότι η πράξη αυτή της απάτης συνεχίστηκε και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, που τέλεσε η αναιρεσείουσα, κατά το χρονικό διάστημα από 13.5.1996 έως 31.7.2015, με παρασιώπηση της αλήθειας, ήτοι με παράλειψη ανακοίνωσης, κάθε μήνα που εισέπραττε το μισθό της, περί της πλαστότητας του τίτλου και έλλειψης του απαιτούμενου τυπικού προσόντος, δηλαδή με τη μορφή του διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου, διότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες, χωρίς την πρόκληση κάθε φορά νέας χωριστής πλάνης προκληθείσας από νέα χωριστή απατηλή συμπεριφορά και την πρόκληση νέας διαφορετικής βλάβης.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης από 19.11.2018 αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο συμπληρωματικός επ' αυτού τελευταίος λόγος της από 15.1.2019 συμπληρωματικής αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, που παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως άνω, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται, μεταξύ των άλλων, βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε. Όπως γίνεται δεκτό, δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντας ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στον εξαπατηθέντα από την πράξη, την οποία αυτός παραπείστηκε να διαπράξει.

Έτσι. στην περίπτωση, που κάποιος προσκομίζοντας πλαστό πτυχίο επιτύχει να προσληφθεί σε δημόσια θέση, καίτοι δεν έχει τα νόμιμα προσόντα να καταλάβει τη θέση αυτή, η ζημιά του Δημοσίου από την καταβολή σε αυτόν αποδοχών της θέσης που παράνομα κατέλαβε, ισοσταθμίζεται από την παροχή της εργασίας του, με συνέπεια να μην υφίσταται βλάβη, εκτός εάν το Δημόσιο ή το Ν^ΤΔΔ απέβλεψε στις ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα του προσλαμβανόμενου, όπως αυτές τεκμηριώνονταν με βάση το τυπικό προσόν, που έθεσε, ως τυπική προϋπόθεση, και το πλαστό πτυχίο παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα και η παροχή εργασίας, ενόψει της φύσης της, απαιτεί κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για "ισάξια αντιπαροχή".

Αντίθετη άποψη, ότι προϋπόθεση για να ισοβαθμισθεί η παροχή εργασίας του εξαπατήσαντος με τις παροχές (μισθός) που έλαβε αυτός, αποτελεί, απαραιτήτως, η νομιμότητα της αντιπαροχής, ήτοι η νομιμότητα της εργασίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ενόψει και του άρθρου 904 ΑΚ, που παρέχεται δυνατότητα στον εργαζόμενο αναζήτησης μη καταβληθέντων (μισθών) για παρασχεθείσα εργασία και επί άκυρης σύμβασης εργασίας και συνακόλουθα και μη νόμιμης εργασίας, με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, και προαναφέρθηκαν, ως προς τη βλάβη της περιουσίας του εξαπατηθέντος ΝΠΔΔ, παραβίασε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, ενώ δέχεται την παροχή εργασίας από την αναιρεσείουσα καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα στο εξαπατηθέν ΝΠΔΔ, ως καθαρίστριας, ακολούθως δέχεται ότι η ζημιά του εξαπατηθέντος, ανερχόμενη, κατά τις παραδοχές της, στο ύψος των μικτών μισθών που καταβλήθηκαν στην αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να ισοσταθμισθεί λόγω του μη σύννομου της εργασίας της, χωρίς όμως να διευκρινίζει και υπάρχει ασάφεια, ως προς το εάν το πρώτο (ΝΠΔΔ) απέβλεψε σε ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα της αναιρεσείουσας, με βάση το τυπικό προσόν του απολυτηρίου δημοτικού, που έθεσε ως τυπική προϋπόθεση, ούτε εάν το πλαστό πτυχίο (απολυτήριο δημοτικού) παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, ούτε εάν η παροχή εργασίας ενόψει της φύσης της απαιτούσε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα, ώστε μόνο στις παραπάνω περιπτώσεις η ζημιά του εξαπατηθέντος Ν.Π,Δ.Δ, να μη μπορεί να ισοσταθμισθεί με την παροχή εργασίας.

Έτσι, όμως κατά τα ως άνω καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής του νόμου και δη της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Επομένως, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, είναι βάσιμοι, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε τρίτος λόγος της κρινόμενης από 19.11.2018 αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο συμπληρωματικός επ' αυτού πρώτος λόγος της από 15-1-2019 συμπληρωματικής αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή (εκ πλαγίου παραβίαση) της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι δεν επήλθε περιουσιακή βλάβη λόγω του ότι η ζημιά ισοσταθμίστηκε από την παροχή εργασίας, που παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως άνω, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί".

Μετά τις παραπάνω εξελίξεις, ο αιτών ισχυρίζεται ότι "Οι δικαστές όμως που εξέδωσαν την ως άνω καταδικαστική απόφαση, έχοντας προηγουμένως απορρίψει τους νομικούς ισχυρισμούς μου, αγνοούσαν την υπ' αριθ. 3/2019 απόφαση της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την κάτωθι ερμηνεία περί εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98, 11, 112, 386 και του άρθρου 1 του ν. 1608/50, την οποία ερμηνεία, αν γνώριζαν οι ως άνω Δικαστές, θα είχαν κάνει δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς μου και θα με είχαν αθωώσει.

Τα αυτά ισχύουν και για τους δικαστές του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, οι οποίοι αγνοούσαν στις 5-12-2018 την υπ' αριθ. 3/2019 απόφαση της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την κάτωθι ερμηνεία περί εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98, 11, 112, 386 και του άρθρου 1 του ν. 1608/50, την οποία ερμηνεία αν γνώριζαν οι ως άνω δικαστές, θα είχαν κάνει δεκτούς τους προβληθέντες λόγους αναίρεσης και θα με είχαν αθωώσει ".

Με βάση τα προαναφερόμενα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι "Νέο γεγονός θεωρείται μεταξύ άλλων και η έκδοση απόφασης της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που επιλύει αμετάκλητα αναφυέν νομικό ζήτημα και δεσμεύει κατ' αυτόν τον τρόπο όχι μόνο τα επιληφθέντα της αυτής υποθέσεως δικαστήρια, ως προς τα υπ' αυτών επιλυθέντα νομικά ζητήματα, αλλά ασκεί έννομη επιρροή και σε αμετακλήτως περατωθείσες ποινικές διαδικασίες, στις οποίες έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση για όμοιο ζήτημα".

Κατόπιν των προαναφερομένων, υποβάλλει αίτημά για επανάληψη της διαδικασίας ισχυριζόμενος ότι "Με την υπό κρίση αίτησή μου περί επανάληψης της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αρ. 233/2019 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε κατά πλειοψηφία τις από 07.09.2013 με αρ. 75 και 19,10.2013 με αρ. 39 εκθέσεις αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2135/2013 καταδικαστικής απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, διώκω την ακύρωση της απόφασης αυτής και την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ για τους εξής βάσιμους και αληθείς λόγους, επικαλούμενος νέα γεγονότα άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν, αλλά και σε εμένα κατά το χρόνο της έκδοσης της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, αλλά και της συζήτησης της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είμαι αθώος, άλλως ότι η διωκόμενη πράξη έχει ήδη υποπέσει σε παραγραφή λόγω της δημοσίευσης της με αριθ, 3/27-6-2019 απόφασης της Ποινικής Ολομέλειας, με την οποία επιλύθηκαν τα ως άνω νομικά ζητήματα, αν δε οι δικαστές του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών γνώριζαν την ερμηνεία που έδωσε στις ως άνω οικείες διατάξεις του ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου η Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, θα με είχε κηρύξει μετά βεβαιότητας αθώο της αποδιδόμενης πράξης".

Επί των ως άνω ισχυρισμών και νομικών επιχειρημάτων του αιτούντα πρέπει, κατ' αρχήν, να αναφερθεί ότι οι Δικαστές του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίοι και τον καταδίκασαν σε δεύτερο βαθμό επί της ουσίας της υποθέσεως, ασφαλώς και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν το περιεχόμενο αποφάσεων Τμήματος του Αρείου Πάγου ή της Ποινικής Ολομέλειας του οι οποίες θα επέλυαν τα σχετικά νομικά θέματα του ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου.

Πέραν δε τούτου, κατά την πραγματική έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 παρ, 1 αριθ. 2 του ΚΠοινΔ, τα νέα άγνωστα στους καταδικάσαντας Δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις που ανακαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία συγκροτούν τη νομική σκέψη του Δικαστηρίου, με την οποία, κατά περίπτωση, δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τελέσεως ορισμένου εγκλήματος.

Δεν περιλαμβάνονται όμως στα άγνωστα γεγονότα όσα αναφέρονται στο μέρος εκείνο του δικανικού συλλογισμού το οποίο αφορά την ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία καθιερώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος. Άλλωστε αυτό είναι πρόδηλο και από το γεγονός ότι ο νομικός συλλογισμός του Δικαστηρίου που αναφέρεται στην ερμηνεία των αντίστοιχων διατάξεων, όταν είναι εσφαλμένος ελέγχεται με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε ΚΠοινΔ).

Συνεπώς, ως άγνωστα στους καταδικάσαντας Δικαστάς γεγονότα δεν νοούνται εκείνα που στηρίζουν νέες ερμηνευτικές εκδοχές ή επιχειρήματα ως προς την έννοια και το χαρακτήρα της συγκεκριμένης ουσιαστικής διατάξεως που ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο που καταδίκασε εκείνον προς το συμφέρον του οποίου επιδιώκεται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας. Άλλωστε, σύμφωνα και με τη θεωρία, δεν συμπεριλαμβάνονται στα γεγονότα που θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας ούτε η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία του Νόμου, ούτε και η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, ασφαλώς δε δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν την επανάληψη της διαδικασίας νέες νομολογιακές ερμηνευτικές εκδοχές ως προς την έννοια και το χαρακτήρα της κατά περίπτωση εφαρμοσθείσης ποινικής διατάξεως ή η κατάργηση ή τροποποίηση του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου (Βλ. Θ. Δ.: Επανάληψη της διαδικασίας, σελ. 185 - 186). Κατόπιν των προαναφερομένων πρέπει να απορριφθεί η σχετική αίτηση του κατηγορουμένου καθώς και το αίτημά του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής του.

ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Α) Να απορριφθεί η από 8-7-2019 Αίτηση του Κ. Π. του Β., κρατούμενου στις Φυλακές ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθ. 233/2019 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Β) Να απορριφθεί η με την αυτή ημερομηνία αίτηση του ως άνω καταδίκου με την οποία ζητεί την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη σε βάρος του αιτούντα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ε.Ντογιάκος".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 525 του ΚΠοινΔ "1. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις : 1... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε... ".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Τα νέα, άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν, πρέπει να αφορούν τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, τα οποία συγκροτούν το συλλογισμό του δικαστηρίου, με τον οποίο αυτό δέχεται ότι συντρέχουν οι αντικειμενικοί ή υποκειμενικοί όροι τέλεσης ορισμένου εγκλήματος.

Δεν είναι νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου ή νέες ερμηνευτικές εκδοχές, ακόμη και νομολογιακές, ως προς την έννοια και το χαρακτήρα της κατά περίπτωση εφαρμοσθείσας ποινικής διάταξης, ούτε η εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση.

Επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση,αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα,με τα οποία επιδιώκεται ο επανέλεγχος, από ουσιαστική και νομική πλευρά,της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί τακτικό αλλά έκτακτο ένδικο μέσο, κατά το οποίο συγχωρείται η προσβολή αμετάκλητων αποφάσεων για τους περιοριστικά αναφερόμενους και συσταλτικά ερμηνευόμενους λόγους που περιέχονται στη διάταξη του άρθρου 525 Κ.Ποιν.Δ (βλ.

Αιτιολογική Έκθεση του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4620/2019 και άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 ,κατά το άρθρο δεύτερο αυτού).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 8-7-2019 αίτησή του, ο αιτών ζητεί α) την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 2135/2018 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης ένδεκα (11) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης, κατ' εξακολούθηση, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/1950 και β) την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του. Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου (άρθρα 528 παρ. 3, 529 παρ. 1,531 Κ.Ποιν.Δ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Ειδικότερα, ο αιτών εκθέτει στην υπό κρίση αίτηση, ότι με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το διατακτικό αυτής, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξεις με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, ενώ το συνολικό περιουσιακό όφελος, στο οποίο απέβλεψε με την ως άνω αξιόποινη πράξη του, η οποία στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου με βλάβη τούτου, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000 €), η πράξη του δε αυτή τελέσθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα και το ποσό της ωφέλειας και ζημίας είναι ιδιαίτερα μεγάλο.

Ειδικότερα, στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-1997 έως 31-12- 2015, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους εκάστοτε αρμόδιους υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και της Βουλής των Ελλήνων, που ήταν αρμόδιοι για την απασχόληση του και έκριναν την εκάστοτε υπηρεσιακή του κατάσταση ως δημοσίου υπαλλήλου και ως υπαλλήλου της Βουλής των Ελλήνων, καθώς και εκείνους που ήταν αρμόδιοι για την καταβολή των μηνιαίων του αποδοχών ότι τύγχανε απόφοιτος του 1ου Λυκείου ..., κάνοντας χρήση ως δήθεν τέτοιου του πλαστού εγγράφου (απολυτηρίου Λυκείου), ώστε να παρέχεται πεπλανημένα η εντύπωση ότι διαθέτει τον ανωτέρω τίτλο και ότι ένεκα τούτου έχει τα απαιτούμενα προσόντα, ώστε να θεωρηθεί δήθεν υπάλληλος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε τα απαιτούμενα νόμιμα τυπικά προσόντα προκειμένου να θεωρηθεί δημόσιος υπάλληλος του κλάδου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ), να ενταχθεί στον κλάδο αυτό και, εν συνεχεία, ως δήθεν υπάλληλος του κλάδου αυτού, να αποσπασθεί, να μεταταχθεί και να μονιμοποιηθεί στον αντίστοιχο κλάδο στην Βουλή των Ελλήνων, ως κατωτέρω ειδικότερα εκτίθεται, αφού δεν ήταν νόμιμος κάτοχος του τίτλου, ήτοι απολυτήριου Λυκείου, που απαιτούσε ο νόμος ως τυπικό προσόν προς τούτο και το σχετικό έγγραφο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ως δήθεν τέτοιο ήταν πλαστό.

Συγκεκριμένα, κάνοντας χρήση πλαστού απολυτηρίου Λυκείου στις 5/1/1984, δυνάμει του οποίου βεβαιώνονταν ότι τύγχανε απόφοιτος του 1ου Λυκείου ... από τις 7/7/1977 διορίσθηκε στις 16/1/1984 σε θέση μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, κατά τη διάρκεια δε της υπηρεσίας του σε αυτό μετατάχτηκε στις 29/1/1987 από τον κλάδο ΥΕ κλητήρων σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΔΕ Διοικητικών.

Εν συνεχεία στις 22/4/1999 αποσπάστηκε στη Βουλή των Ελλήνων, και την 1/7/2002 κατέλαβε προσωποπαγή οργανική θέση του - κλάδου ΔΕ 1 Διοικητικού - Λογιστικού της Βουλής των Ελλήνων. Συνέχισε δε να εργάζεται στην ως άνω θέση μέχρι τις 31-12-2015 , αποκρύπτοντας από τους εκάστοτε αρμόδιους υπάλληλους ότι δεν διαθέτει ως τυπικό προσόν απολυτήριο Λυκείου, παρότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ανακοινώσει σε αυτούς το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την πρόσληψη του και τη λήφη μισθού εν συνεχεία, η δε υποχρέωση του αυτή απέρρεε από τη σχέση εργασίας του (361 ΑΚ), από τον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (Ν. 3528/07), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του οποίου (και στα αντίστοιχα άρθρα των προϊσχυσάντων Ν. 2683/1999 και ΠΔ 611/1977), οι υπάλληλοι είναι υπεύθυνοι για τη νομιμότητα των υπηρεσιακών ενεργειών, στον οποίο παραπέμπει ο Κανονισμός της Βουλής - Μέρος Β' - Κώδικας Οργανώσεως των Υπηρεσιών της Βουλής, Καταστάσεως του Προσωπικού της, καθώς επίσης και από τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη (άρθ. 197, 288 και 330 ΑΚ).

Αυτό δε που είχε αρχικά προσκομίσει ήταν πλαστό, και παρήγαγε σε αυτούς αντίστοιχη πλάνη, ώστε αυτοί να του καταβάλουν τον αντίστοιχο μισθό, συνέχισε δε τις ψευδείς παραστάσεις αποσιωπώντας την πραγματική του κατάσταση στις εν γένει υπηρεσιακές μεταβολές και πληρωμές και συνέχισε να αμείβεται για τις υπηρεσίες του έως τις 31/12/2015, βλάπτοντας την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, το δε συνολικό περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε από αυτόν, αλλά και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο επί μακρό χρονικό διάστημα, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 633.608,02 ευρώ και το οποίο αντιστοιχεί στις πάσης φύσεως μικτές αποδοχές του, τις οποίες έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-1997 έως 31-12-2015 κατά το οποίο υπηρέτησε στην Ελληνική Βουλή, όπως αυτό (ποσό) ειδικότερα αναλύεται λεπτομερώς στο σκεπτικό του παρόντος.

Το ποσό δε αυτό κατά το οποίο αυτός ωφελήθηκε και αντίστοιχα ζημιώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ως εκ του ύψους του (633.608,02 ευρώ) ήταν ιδιαίτερα μεγάλο και η εκτέλεση του εγκλήματος εξακολούθησε επί μακράν χρόνο (σε βάθος εικοσαετίας) ". Ότι κατά της ως άνω απόφασης άσκησε τις 75/7- 9-2018 και 89/19-10-2018 αιτήσεις αναίρεσης, επικαλούμενος ως λόγους 1) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση, των διατάξεων των άρθρων 98,111,112 και 386 ΠΚ και του άρθρου 1 του ν. 1608/50,για το λόγο ότι η φερόμενη ως πράξη απάτης τελέστηκε άπαξ κατά την υποβολή της αίτησης για μετάταξη το έτος 1986 και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, 2) την εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες σχετικά με τον ποσοτικό προσδιορισμό της ζημίας του Δημοσίου και της δικής του ζημίας, οι οποίες (αιτήσεις αναίρεσης) απορρίφθηκαν με την 233/2019 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Ότι, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπόθεση άλλης αναιρεσείουσας, η οποία κατείχε θέση καθαρίστριας στο Δημόσιο, με τα ίδια νομικά ζητήματα και συγκεκριμένα για την περίπτωση που κάποιος, εξαπατώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ με πλαστό τίτλο σπουδών, προσληφθεί και παρέχει εργασία λαμβάνοντας κάθε μήνα ή δεκαπενθήμερο το μισθό του ,α) αν αυτός διαπράττει άπαξ απάτη ή αν διαπράττει περισσότερες κατ' εξακολούθηση πράξεις απάτης και β) όταν αυτός έχει τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα και δύναται να προσφέρει την εργασία για την οποία προσλήφθηκε, αν υπάρχει η απαιτούμενη ζημία του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, ενόψει της προσφερόμενης σ' αυτό εργασίας έναντι καταβαλλόμενου μισθού και αν από την παροχή της εργασίας ισοσταθμίζεται πλήρως η βλάβη που υφίσταται το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ από το μισθό που καταβάλλει, επί της οποίας εκδόθηκε η 3/27-6-2019 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία :

α) για το υπό στοιχείο (α) ζήτημα, της τέλεσης απάτης άπαξ ή κατ' εξακολούθηση, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ,η οποία είχε προσληφθεί στο Δημόσιο στις 13-5-1996, υποβάλλοντας πλαστό τίτλο σπουδών, τέλεσε την πράξη της απάτης άπαξ, με την υποβολή του πλαστού τίτλου σπουδών (θετική ενέργεια), οπότε τα όργανα του Δημοσίου παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν και έγινε η πρόσληψη αυτής στη θέση καθαρίστριας, καθώς και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι η πράξη αυτή της απάτης συνεχίστηκε και τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, που τέλεσε η αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από 13.5.1996 έως 31.7.2015 με παρασιώπηση της αλήθειας, ήτοι με παράλειψη ανακοίνωσης, κάθε μήνα που εισέπραττε το μισθό της, περί της πλαστότητας του τίτλου και έλλειψης του απαιτούμενου τυπικού προσόντος, δηλαδή με τη μορφή διαφορετικού υπαλλακτικού τρόπου σε σχέση με την αρχική θετική απατηλή ενέργειά της, διότι, υπό τα ανωτέρω περιστατικά, δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς απάτες χωρίς την πρόκληση κάθε φορά νέας χωριστής πλάνης προκληθείσας από νέα χωριστή απατηλή συμπεριφορά και την πρόκληση νέας διαφορετικής βλάβης, β) για το υπό στοιχείο (β) ζήτημα, της ύπαρξης ή μη βλάβης του ΝΠΔΔ ή του Δημοσίου, δέχθηκε, ότι σε περίπτωση που ο δράστης έχει τα απαιτούμενα ουσιαστικά προσόντα και δύναται να προσφέρει την εργασία για την οποία προσλήφθη κε δεν επέρχεται βλάβη του Δημοσίου, αφού η ζημία του Δημοσίου από την καταβολή των αποδοχών ισοσταθμίζεται από την παροχή της εργασίας, εκτός, βέβαια, αν το Δημόσιο απέβλεψε στις ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα του προσλαμβανόμενου και το πλαστό πτυχίο παραπέμπει σε κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα και η παροχή της εργασίας απαιτεί κάποια ιδιαίτερη γνώση ή δεξιότητα.

Περαιτέρω, ο αιτών ισχυρίζεται ότι, αν οι δικαστές που εξέδωσαν την άνω καταδικαστική απόφαση γνώριζαν την ερμηνεία των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98, 111, 112, 386 και του άρθρου 1 του ν. 1608/50,που δόθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, θα είχαν κάνει δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του και θα τον είχαν αθωώσει, τα αυτά δε ισχύουν και για τους δικαστές του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου , οι οποίοι θα είχαν κάνει δεκτούς τους προβληθέντες λόγους αναίρεσης και θα τον είχαν μετά βεβαιότητας αθωώσει .

Τέλος, όπως κατά λέξη εκτίθεται στην αίτηση, ότι "νέο γεγονός θεωρείται μεταξύ άλλων και η έκδοση απόφασης της Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που επιλύει αμετάκλητα αναφυέν νομικό ζήτημα και δεσμεύει κατ' αυτόν τον τρόπο όχι μόνο τα επιληφθέντα της αυτής υποθέσεως δικαστήρια, ως προς τα υπ' αυτών επιλυθέντα νομικά ζητήματα, αλλά ασκεί έννομη επιρροή και σε αμετακλήτως περατωθείσες ποινικές διαδικασίες, στις οποίες έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση για όμοιο ζήτημα".

Με βάση τα ανωτέρω ζητεί α) να ακυρωθεί η 2135/2018 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, β) να ανασταλεί η εκτέλεση της σε βάρος του καταδικαστικής απόφασης και γ) να επαναληφθεί η διαδικασία. Με το παραπάνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση δεν περιέχει νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού τα επικαλούμενα ως νέα γεγονότα, ήτοι η διαφορετική ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98, 386 ΠΚ, που δόθηκε με την 3/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δεν αφορά τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης, που κάνουν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, ούτε επιδρά κατά οποιοδήποτε τρόπο στην απόδειξη της μη τέλεσης της ένδικης πράξης από τον αιτούντα.

Με την επίκληση της διαφορετικής ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, καθίσταται πρόδηλο ότι ο αιτών επιδιώκει ανεπιτρέπτως τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχο της υπόθεσης, με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη αμετάκλητη απόφαση, με την οποία απέρριψαν τους ίδιους παραπάνω ισχυρισμούς του.

Δηλαδή, με τον τρόπο αυτό πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων που εφάρμοσε και απέρριψε τους παραπάνω νομικούς ισχυρισμούς του ,πλην όμως, όσα προβάλλει είναι απαράδεκτα ως λόγος επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ούτε γεγονότα άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές κατά την προπαρατεθείσα έννοια αποτελούν, ούτε με οποιοδήποτε τρόπο εμπίπτουν στην έννοια του λόγου επανάληψης της διαδικασίας που θεσπίζει η επικαλούμενη από τον ίδιο διάταξη με αριθμό 2 του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την αμετάκλητη 2135/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 528 παρ.3 Κ.Ποιν.Δ). Συνακόλουθα, μετά την απόρριψη της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί και το σωρευόμενο σ' αυτήν αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2019 αίτηση του Κ. Π. του Β., κρατούμενου στις Φυλακές ..., με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την 2135/2018 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει το αίτημα του ως άνω καταδίκου, περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής του .

Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2019. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ