1661/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1661/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Full text
Απόφαση 1661 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1661/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και ήδη μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "... ΜΕΠΕ" (... ΜΕΠΕ), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος και κατά ποσοστό 50% της αποβιωσάσης στις 12-10-2013 ομοδίκου μητέρας του Ζ. χας Σ. Τ., το γένος Δ. Γ. και 3) Ν. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος και κατά ποσοστό 50% της αποβιωσάσης στις 12-10-2013 ομοδίκου μητέρας του Ζ. χας Σ. Τ., το γένος Δ. Γ., εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δήμητρα Μπελούμπαση και Κωνσταντίνο Παπασπύρου και ως μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της ως άνω εταιρείας, νομιμοποίησε αυτούς να την εκπροσωπήσουν και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπελούμπαση, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω τροποποίηση της 1ης των αναιρεσειόντων.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ελένη Κοροβέση και Νικόλαο Κλαμαρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ζ. χας Σ. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 306/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1975/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-5-2014 αίτησή τους και τους από 30-10-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 26-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή όλων των λόγων της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής κατά της υπ' αριθμ. 1975/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: α) η από 30-5-2014 με αρ. …/2015 αίτηση αναιρέσεως και β) οι παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο (άρθρ. 569 ΚΠολΔ) από 30-10-2015 με αρ. …/2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της υπ' αριθμ. 1975/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Πρέπει, επομένως, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να ερευνηθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ο λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Κατά το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 αυτού, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι χάριν του δημοσίου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 726/2013, ΑΠ 1329/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν αχθεί με αγωγή προς διάγνωση δικαστική μία έννομη σχέση, από την τελεσιδικία της επ' αυτής απόφασης παράγεται δεδικασμένο και για κάθε ζήτημα που εξετάσθηκε παρεμπιπτόντως και αναγκαίως κρίθηκε για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, εφόσον το (πρωτοβάθμιο) δικαστήριο είχε υλική αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς, αν αυτή εισαγόταν ενώπιόν του ως κύριο ζήτημα (Ολ.ΑΠ 10/2002). Από το σκοπό δε της καθ' ύλην αναρμοδιότητος και τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 2 και 47 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το προδικαστικό ζήτημα καλύπτεται από το δεδικασμένο ακόμη και όταν υπάγεται στην καθ' ύλην (συνηθισμένη ή εξαιρετική) αρμοδιότητα ιεραρχικά κατώτερου δικαστηρίου. Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη, προϋποθέτει, ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (ΑΠ 644/2015).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Τέτοια διόρθωση, ακόμη και του διατακτικού, δεν αποτελεί μεταβολή της έννοιας της απόφασης, αλλά ορθή διατύπωση της πραγματικής κρίσης του δικαστηρίου και είναι επιτρεπτή και αν ακόμα μ' αυτήν επέρχεται μεταβολή του διατακτικού, χωρίς να αποτελεί παράβαση των αρχών του δεδικασμένου. Περαιτέρω, κατά την ίδια διάταξη, αρμόδιο για τη διόρθωση, είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση. Όταν όμως το Εφετείο απορρίπτει την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως εκ τούτου επέρχεται σιωπηρή ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην απορριπτική της έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται παράλληλη αρμοδιότητα του Εφετείου να διατάξει και τη διόρθωση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 1124/ 1997). Τέλος η ανωτέρω διάταξη είναι εφαρμοστέα αναλογικά και επί γραφικών ή λογιστικών λαθών που παρεισέφρυσαν κατά τη σύνταξη των πρακτικών (ΑΠ 250/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (1975/2012) αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ο ήδη αποβιώσας Σ. Τ. και η πρώτη αναιρεσείουσα - ασκούσα πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-4-2001, με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 3849/2001 αγωγή τους, στρεφόμενοι κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και του Π. Δ., με την οποία, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτών (εναγομένων) να τους καταβάλουν εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα στο δικόγραφο χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με την υπ' αριθμ. 4227/2004 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η αγωγή, ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως καθ' ύλην αρμόδιο, ενώ ως προς τους λοιπούς απορρίφθηκε εξ ολοκλήρου. Ακολούθως, με την από 15-10-2004 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου …/25-10-2004 κλήση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες εισήγαγαν προς συζήτηση την αγωγή τους, ως προς το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., ορίσθηκε δε δικάσιμος η 26-11-2004.
Κατ' αυτή ο πληρεξούσιος δικηγόρος των καλούντων - εναγόντων Α. Π. δήλωσε, ότι ο αρχικός ενάγων Σ. Τ. απεβίωσε και τη δίκη γι' αυτόν συνεχίζουν οι κληρονόμοι του Δ., Ζ. και Ν. Τ., επιπρόσθετα δε ότι, ως πληρεξούσιος όλων των καλούντων - εναγόντων, παραιτείται από το δικόγραφο της αγωγής, συνταχθέντος του υπ' αριθμ.
…/2004 πρακτικού συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου. Στη συνέχεια οι κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου Σ. Τ. και η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με την από 20-11-2004, με αρ. εκθ. καταθ. .../2004 κλήση τους ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, εισήγαγαν προς συζήτηση την ως άνω αγωγή τους, η οποία, με την υπ' αριθμ. 1896/2005 απόφαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 15-11-2005 έφεσή τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και ζήτησαν την εξαφάνισή της και την κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής τους. Το εναγόμενο ΝΠΔΔ, με τις, ενώπιον του Εφετείου, κατατεθείσες προτάσεις του, ισχυρίσθηκε το πρώτον, ότι οι ενάγοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που είχε καταχωρηθεί στα πρακτικά της δικασίμου 20-11-2004 (υπ' αριθμ.
…/2004) παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους, με συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι αυτοδικαίως άκυρη. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3222/2006 απόφαση του ως άνω Εφετείου, με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (υπ' αριθμ. 1896/2005), κρατήθηκε η υπόθεση, αποφάνθηκε το δικαστήριο ότι δεν υφίστατο αγωγή προς κρίση ως προς το ΝΠΔΔ, "Εκκλησία της Ελλάδος", διότι έγινε παραίτηση από το δικόγραφό της (αγωγής), με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επέβαλε σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 2-3-2008 με αυξ. αρ. καταθ. …/2008 αίτησή τους, με την οποία και για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, ζήτησαν τη διόρθωση των υπ' αριθμ. …/26-11-2004 πρακτικών του προαναφερθέντος δικαστηρίου, από το εσφαλμένως αναφερόμενο σ' αυτό, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της με αριθμό καταθ. 3849/2001 αγωγής τους, στο ορθό, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της, από 15-10-2004 και με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2004, με αριθμό δε κατάθεσης δικογράφου .../2004, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κλήσης τους κατά του καθ' ου ΝΠΔΔ. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 306/2009 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Κατόπιν, ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1975/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 3222/2006 απόφασή του (που αποφάνθηκε ότι δεν υφίστατο αγωγή προς κρίση) και ότι μόνο η προσβολή των πρακτικών ως πλαστών είναι επιτρεπτή και όχι η διόρθωσή τους, το δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις περί δεδικασμένου, ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε καθόσον, με την υπ' αριθμ. 3222/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, το ανωτέρω δικονομικό ζήτημα της παραιτήσεως των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής τους, καθόσον όπως αναφέρεται στην απόφαση, αυτή έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, για την ακρίβεια των οποίων δεν διατυπώθηκε αντίρρηση και μόνο η προσβολή τους ως πλαστών είναι δυνατή.
Καταλαμβάνει δε η κρίση αυτή του Δικαστηρίου και την εισαχθείσα προς κρίση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 2-3-2008 αίτηση περί διορθώσεως των πρακτικών (επί της οποίας αιτήσεως εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 306/2009 και 1975/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα).
Τέλος επισημαίνεται, ότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της υπ' αριθ. 4263/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες από 30-1-2013 αίτηση αναψηλαφήσεως κατά της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 3222/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν αυτών, οι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 16 και 19 και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής από το άρθρο 559 αρ. 16 και 14 αυτού, ο τελευταίος διότι, κατά τους αναιρεσείοντες κακώς η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι η αίτηση διορθώσεως ήταν απαράδεκτη, καθότι μόνο η προσβολή των πρακτικών ως πλαστών, ήταν επιτρεπτή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους: η από 30-5-2014 αίτηση αναιρέσεως και οι από 30-10-2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2014 με αριθμό …/2015 αίτηση αναιρέσεως και τους από 30-10-2015 με αριθμό …/2015 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1975/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων για την άσκησή της παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ