Legislator Case Law & Legislation
1661/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal on interest calculation and statute of limitations in construction contract dispute.

Case Number 1661/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision in a construction contract dispute. The appellant argued that interest should be calculated from the service of the lawsuit rather than from default, and that the statute of limitations had not expired. The court found the lower court erred in applying the default interest provision and incorrectly assessed the statute of limitations period, ruling that the debt was due and the limitation period had not yet elapsed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 342 and 346 of the Civil Code; The creditor is entitled to legal interest from the service of the lawsuit on a due debt regardless of the debtor's default, and the statute of limitations begins from the final acceptance of the work, not from the filing of the claim.

Keywords

AI generated
legal interest from service statute of limitations construction contract acceptance default interest provision partial appeal allowed

Cited Legislation

AI generated
Article 346 of the Civil Code
Article 342 of the Civil Code
Article 14 of Law 1266/1972
Article 17 of Law 1266/1972
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Pent. Ef. Doud. 27/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1661 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1661/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο.Α.ΔΥ.Κ.) Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στα Χανιά, Όαση Ν. Κυδωνίας, και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δαμηλάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δερβιτσιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/1996 προδικαστική, 77/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 483/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 483/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε επί των από 8-6-2007 και 8-6-2007 εφέσεων των διαδίκων, κατά της υπ' αριθμ. 77/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-1994 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίσθηκε "εκ λόγων δικαίου και επιεικείας προς τον δανειστήν", αφού επιρρίπτει τον κίνδυνο του δικαστικού αγώνα στον (και αναίτιο ακόμη) οφειλέτη προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής που αναφέρεται σε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος, ο οφειλέτης χρεωστεί νόμιμους τόκους από την επίδοση σ' αυτόν της καταψηφιστικής αγωγής, ανεξάρτητα από την υπερημερία ή υπαιτιότητά του για την καθυστέρηση.

Ληξιπρόθεσμο ή απαιτητό είναι το χρέος όταν η πληρωμή του δεν εξαρτάται από αίρεση, που δεν πληρώθηκε ή από προθεσμία που δεν έληξε, αλλά έχει επέλθει ο χρόνος εξόφλησής του και μπορεί να εξαναγκασθεί ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσής του χωρίς να δικαιούται να αντιτάξει οιαδήποτε αναβλητική ένσταση.

Με τα δεδομένα αυτά, αξίωση νομίμων τόκων από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής, υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 346 Α.Κ., μόνον εφόσον κατά το χρόνο αυτό υπάρχει η οφειλή του εναγομένου και είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, χωρίς η καταβολή της να εξαρτάται από την πλήρωση όρου ή προϋποθέσεως που τίθεται είτε από νομοθετική διάταξη είτε και από τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών (Ολομ.

ΑΠ 41/2002). Περαιτέρω, στο άρθρο 36 § 1 Ν. 849/1978 "Δια την εκπόνησιν προγραμμάτων αναπτύξεως, τοπικών, νομαρχιακών και περιφερειακών, την μελέτην, την εκτέλεσιν, την λειτουργίαν και την εκμετάλλευσιν έργων κοινωφελών και δημοσίου εν γένει ενδιαφέροντος ως και την χρηματοδότησίν των δύναται δια Προεδρικών Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Δημοσίων Έργων να συνιστώνται ανά ένα έκαστον ή πλείονας Νομούς της Χώρας, Δημόσιοι Οργανισμοί υπό την μορφήν Ανωνύμων Εταιρειών, τελούντες υπό την εποπτείαν των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Δημοσίων Έργων.

Επί των ανωτέρω Οργανισμών εφαρμόζονται αι περί Ανωνύμων Εταιρειών κείμεναι διατάξεις, εκτός αν άλλως ήθελεν ορισθή υπό των εις εκτέλεσιν του παρόντος εκδοθησομένων Προεδρικών Διαταγμάτων και Κανονισμών". Κατ' εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος νόμου, εκδόθηκε το ΠΔ 383 της 17/24-5-1979 "Περί συστάσεως Οργανισμού Αναπτύξεως Δυτικής Κρήτης", στο άρθρο 1 οποίου ορίζεται ότι: "1.

Συνιστάται Νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού Δίκαιου υπό την επωνυμίαν "Οργανισμός Αναπτύξεως Δυτικής Κρήτης" και εν συντομογραφία (Ο.Α.Δ.Υ.Κ.). 2. Ο ΟΑΔΥΚ λειτουργεί χάριν τού δημοσίου συμφέροντος, διεπόμενος από τους κανόνας της Ιδιωτικής οικονομίας, υποκείμενος εις τας περί Ανωνύμων Εταιρειών διατάξεις, πλην αν άλλως ορίζεται εν τω παρόντι, και απολαμβάνων διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας, τελεί δε υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του κράτους, ασκουμένην υπό των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών καί Δημοσίων Έργων, οι οποίοι παρέχουν εις τον Οργανισμόν την πλήρη συμπαράστασιν και εγγύησιν αυτών διά την επιτυχίαν του σκοπού του".

Περαιτέρω, στο άρθρο 26 § 1 εδ. α' Ν. 1882/1990 ορίζεται ότι "με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται να επιβάλλονται κατά οφειλετών, που δεν έχουν εκπληρώσει τις από οποιαδήποτε αιτία οφειλές τους προς το Δημόσιο, περιορισμοί και απαγορεύσεις, που ανάγονται στις κάθε φύσεως συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών είτε με τους ιδιώτες, είτε με το Δημόσιο, δήμους κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ιδρύματα κάθε κατηγορίας, οργανισμούς, τράπεζες, επιχειρήσεις δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία".

Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2048300/6844-11/0016/9-8-1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στο άρθρο 1 της οποίας αναφέρεται ότι "Καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για τα από οποιαδήποτε αιτία χρέη προς το Δημόσιο από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο: 1.

Για την είσπραξη χρημάτων ή την εξόφληση τίτλων πληρωμής από δημόσιους υπολόγους, δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ), τελωνεία, δήμους, κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία, καθώς και από αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των παραπάνω, εφόσον το ποσό του τίτλου υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την από 9-5-1985 σύμβαση εργολαβίας, που υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου στα Χανιά, ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Καταθλιπτικός Αγωγός Αγυιάς - Μυλωνιανών και Συμπληρωματικές Εργασίες Γ' Αγωγού Υδρεύσεως Δήμου Χανίων".

Κατά την υπογραφείσα σύμβαση το έργο αυτό έπρεπε να περατωθεί μετά από οκτώ (8) μήνες από την εγκατάσταση του αναδόχου (ενάγοντος). Η βεβαίωση περαιώσεως του άνω έργου εκδόθηκε από τον εναγόμενο οργανισμό και υπογράφηκε από τον ενάγοντα την 14-4-1986. Ο ενάγων αν και ήταν υποχρεωμένος να υποβάλει στον εναγόμενο οργανισμό την τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε προθεσμία - δύο μηνών από τη βεβαίωση περαίωσης του τελευταίου, υπέβαλε αυτήν καθυστερημένα, την 4-9-1987 ( βλ.

υπ' αρ. πρωτ. 3665/4-9-1987 έγγραφο του ενάγοντος στον εναγόμενο οργανισμό), όπως επίσης καθυστερημένα υπέβαλε και τα πρωτόκολλα αφανών εργασιών, τα οποία έπρεπε να υποβάλει εντός μηνός από της περαιώσεως του έργου ( βλ. υπ' αρ. πρωτ. 3150/7-8-1987, 3382/18-8- 1987 και 3666/4-9-1987 έγγραφα του ενάγοντος προς τον εναγόμενο οργανισμό).

Όμως η άνω τελική επιμέτρηση, αλλά και τα πρωτόκολλα αφανών εργασιών περιείχαν σφάλματα, αποκλίσεις και ανακρίβειες και για το λόγο αυτό επεστράφησαν εις αυτόν προς διόρθωση. Ο ενάγων στη συνέχεια επανυπέβαλε διορθωμένη στον εναγόμενο οργανισμό την άνω επιμέτρηση, καθώς και τα πρωτόκολλα αφανών εργασιών, την 9-11-1990 με το υπ' αρ. 3845/9-11-1990 έγγραφό του, δηλαδή καθυστέρησε την υποβολή των εγγράφων αυτών επί τριετία.

Λόγω της καθυστερήσεως αυτής ο εναγόμενος οργανισμός δεν ηδύνατο μέχρι τότε, τον Νοέμβριο του έτους 1990, να προβεί στη σύνταξη σχεδίων του συγκριτικού πίνακα. Λόγω του ότι στο έργο είχαν εκτελεσθεί και πρόσθετες εργασίες ο εναγόμενος οργανισμός με τα υπ' αρ. 743/22-2-1991, 2623/3-7-1991, 2769/11-7-1991 και 4532/30-10-1991 έγγραφά του ζήτησε επανειλημμένα από τον ενάγοντα - ανάδοχο να του αποσταλούν από αυτόν τα πρωτόκολλα νέων τιμών του ως άνω έργου, καθώς και το σχέδιο του τελικού συγκριτικού πίνακα, ώστε να ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία για την πληρωμή του.

Εν τω μεταξύ για να μην καθυστερεί το "κλείσιμο" του έργου και πριν ο ενάγων αποστείλει στον εναγόμενο οργανισμό τα έγγραφα που εζητούντο από αυτόν (πρωτόκολλα κλπ), συστήθηκε από τον εναγόμενο οργανισμό Επιτροπή για την παραλαβή του έργου, η οποία, και παρέλαβε το έργο την 20-3-1991 (βλ. από 20-5-1991 πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής).

Ο ενάγων, ο οποίος δεν είχε παραδώσει τα έγγραφα που του ζητήθηκαν από τον εναγόμενο οργανισμό, υπέβαλε με το υπ' αρ. 3020/29-7-1991 έγγραφό του ένσταση κατά του πρωτοκόλλου παραλαβής, η οποία έγινε δεκτή από τον εναγόμενο οργανισμό με την προσκομιζόμενη υπ' αρ. 4209/9-10-1991 απόφασή του και δόθηκε εντολή στην αρμόδια υπηρεσία του ως άνω οργανισμού για τη σύνταξη των συγκριτικών πινάκων, οι οποίοι θα περιελάμβαναν τις εκτελεσθείσες ποσότητες εργασιών του αναδόχου και για την προώθηση τους προς έγκριση στο Δ.Σ του εναγομένου οργανισμού.

Ο πρώτος συγκριτικός πίνακας υπογράφηκε και θεωρήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου την 2-3-1992 και εγκρίθηκε από το Δ.Σ του εναγομένου οργανισμού ( βλ. υπ' αρ. 2407/5-7-1992 έγγραφο του εναγομένου οργανισμού). Στη συνέχεια ο ενάγων υπέβαλε την 5η πιστοποίηση εκτελεσθεισών εργασιών μετά πάροδο έξι (6) μηνών περίπου, όπως προκύπτει από το με αρ. 5605/7-12-1992 έγγραφο του ενάγοντος.

Η άνω πιστοποίηση επεστράφη στον ενάγοντα για διορθώσεις και στη συνέχεια με το υπ' αρ. 65/11-1-1993 έγγραφο του αυτή επανυποβλήθηκε στον εναγόμενο οργανισμό, υπογράφηκε και θεωρήθηκε από. τους αρμοδίους του εναγομένου εντός της νόμιμης προθεσμίας. Το ποσό της 5ης πιστοποιήσεως ύψους 54.288.913 δραχμών πλέον Φ.Π.Α 9.772.004 δραχμών, το οποίο ο εναγόμενος οργανισμός συνομολογεί ότι οφείλει, δεν έχει εξοφληθεί, γιατί ο ενάγων - ανάδοχος δεν έχει προσκομίσει τα απαιτούμενα κατά νόμο δικαιολογητικά για την εκταμίευση του άνω ποσού, δηλαδή πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενημερότητας περί μη οφειλής ασφαλιστικών εισφορών, τιμολόγιο και απόδειξη ότι έχει καταβάλει τις κατά νόμο κρατήσεις υπέρ τρίτων.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε υποβάλει την από 21-1-1992 αίτηση θεραπείας στο ΥΠΕΧΩΔΕ, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αρ. Δ6/20745 απόφαση του τελευταίου και κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο οργανισμό. Την απόφαση αυτή ο εναγόμενος οργανισμός κοινοποίησε στον ενάγοντα με το υπ' αρ. 2685/2-6-1993 έγγραφο του, καλώντας αυτόν για τις δικές του ενέργειες.

Την 5-8-1993 ο ενάγων απέστειλε στον εναγόμενο οργανισμό σχέδιο του 2ου συγκριτικού πίνακα (τακτοποιητικού), το οποίο επεστράφη εις αυτόν αμέσως για διορθώσεις με το υπ' αρ. 4089/6-8-1993 έγγραφο, του εναγομένου. Οι διορθώσεις αφορούσαν τους πίνακες κατανομής ποσοτήτων εργασιών και τους πίνακες υπολογισμού της οριστικής αναθεωρήσεως.

Ο ενάγων υπέβαλε εκ νέου το σχέδιο του δεύτερου συγκριτικού πίνακα στον εναγόμενο, ο δε τελευταίος επέστρεψε ξανά τούτο εις αυτόν προκειμένου να τον υπογράψει σε σύντομο χρονικό διάστημα ( βλ. υπ αρ. 4515/8-9-1993 και 5045/4-10-1993 έγγραφα). Κατά του 2ου συγκριτικού πίνακα ο ενάγων υπέβαλε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 5331/26-10-1993 απόφαση του εναγομένου οργανισμού.

Τελικά ο δεύτερος συγκριτικός πίνακας εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 2/1994 απόφαση του Δ.Σ του εναγομένου οργανισμού. Ακολούθως ο ενάγων - ανάδοχος με το υπ' αρ. 2028/8-6-1994 έγγραφο του υπέβαλε την 6η και τελική πιστοποίηση του ως άνω έργου στον εναγόμενο οργανισμό, η οποία υπογράφηκε και θεωρήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του τελευταίου στις 22-6-1994.

Το ποσό της εν λόγω πιστοποίησης (6ης ) ύψους 31.464.820 δραχμών πλέον ΦΠΑ εκ δραχμών 5.663.668, το οποίο ο εναγόμενος οργανισμός συνομολογεί ότι οφείλει, δεν έχει εξοφληθεί γιατί ο ενάγων ανάδοχος δεν προσκόμισε για την εκταμίευση του τα απαραίτητα δικαιολογητικά (πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, πιστοποιητικό ασφαλιστικής ενημερότητας κλπ).

Πριν την υπογραφή και θεώρηση από τον εναγόμενο της άνω 6ης πιστοποιήσεως η αρμοδία επιτροπή του εναγομένου . οργανισμού προέβη στην οριστική παραλαβή του έργου με την έγκριση του Πρακτικού Συνεδριάσεως της άνω Επιτροπής με την υπ' αρ. 16/11-1- 1993 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του εναγομένου οργανισμού. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι η μη έγκαιρη σύνταξη και έγκριση του επιμετρικού πίνακα οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εναγόμενος οργανισμός δεν φέρει ευθύνη και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ο ενάγων - ανάδοχος αν και κλήθηκε να συμπράξει στη σύνταξή του, αυτός κωλυσιέργησε, με αποτέλεσμα να καθυστερήσουν οι διαδικασίες ολοκληρώσεως του ως άνω έργου.

Ενδεικτικό είναι ότι ο ενάγων αν και του επεστράφη για διόρθωση η τελική επιμέτρηση, την οποία είχε υποβάλει καθυστερημένα, την 4-9-1987, μετά πάροδο δεκαεπτά μηνών και η οποία παρουσίαζε ασάφειες και δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικά και πραγματικά εκτελεσθείσες εργασίες, αυτός καθυστέρησε επί μία τριετία να υποβάλει την επιμέτρηση διορθωμένη, με αποτέλεσμα αυτή να εγκριθεί τον Νοέμβριο του 1990 και μέχρι τότε να είναι αδύνατη η εκ μέρους του εναγομένου οργανισμού σύνταξη και έγκριση των σχεδίων του συγκριτικού πίνακα.

Επιπροσθέτως μολονότι κατά τα προεκτεθέντα ο ενάγων επανειλημμένως κλήθηκε να αποστείλει στον εναγόμενο οργανισμό τα πρωτόκολλα των νέων τιμών του άνω έργου καθώς και το σχέδιο του τελικού συγκριτικού πίνακα, αυτός αδράνησε επί ένα έτος από τότε που εστάλη εις αυτόν το πρώτο ως άνω έγγραφο του εναγομένου (749/22-2-1991) με συνέπεια εξ αιτίας αυτής της τακτικής του να καθυστερούν οι διαδικασίες ολοκληρώσεως του έργου και η πληρωμή του.

Τα ως άνω αποδείχθηκαν πλήρως από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον εναγόμενο αποδεικτικά μέσα χωρίς να αναιρούνται από οιοδήποτε προσκομιζόμενο ανταποδεικτικώς από τον ενάγοντα αποδεικτικά μέσο. Επομένως η ένσταση που πρόβαλε ο εναγόμενος οργανισμός πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αφού αποδείχθηκε ότι ο αυτός δεν κατέστη υπερήμερος ως προς την καταβολή των ως άνω ποσών της 5ns και 6ης πιστοποιήσεως.

Επίσης η μη προσκόμιση για την εκταμίευση των άνω ποσών του πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας και της βεβαιώσεως περί καταβολής των υπό του αναδόχου ενάγοντος οφειλομένων τυχόν ασφαλιστικών εισφορών αίρει την υπερημερία του εναγομένου οργανισμού ως προς την πληρωμή των άνω ποσών, υπό την έννοια ότι δεν γεννάται υποχρέωση αυτού προς καταβολή τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών, καθ' όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη του να προσκομίσει αυτά (πρβλ.

Στ.Ε 3474/2006 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν τίθεται θέμα υπερημερίας του εναγομένου και αυτός δεν οφείλει τόκους υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 31-12-1994 επί του κεφαλαίου των άνω πιστοποιήσεων ύψους 165.887.931 δραχμών, πλέον ΦΠΑ εκ δρχ. 29.859.828 και παρακρατητέου φόρου 33.177.586 δρχ, ούτε τόκους επί των άνω τόκων ύψους 205.254.814 δραχμών πλέον Φ.Π.Α 36.945.867 δραχμών και παρακρατητέου φόρου 41.050.963 δραχμών και επομένως τα σχετικά αγωγικό, κονδύλια πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Πλην όμως ο εναγόμενος, όπως προεκτέθηκε συνομολογεί ότι οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των άνω πιστοποιήσεων 54.288.913 και 31.464.820, δηλαδή συνολικά 85.753.733 δραχμών και ήδη 251.661,72 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α 18% , που ανέρχεται στο ποσό των 9.772.004 και 5.663.668 δηλαδή συνολικά 15.435.672 δραχμών ή 45.299,11 ευρώ, που κατά νόμο βαρύνει τον εργοδότη.

Όμως για το άνω ποσό των πιστοποιήσεων αποδείχθηκε ότι δεν έχει εκδοθεί τιμολόγιο και ως εκ τούτου δεν έχει καταβληθεί ο αναλογών εις αυτά Φ.Π.Α από 45.299,11 ευρώ. Επομένως για μεν το ποσό των πιστοποιήσεων εκ ποσού 251.661,72 ευρώ οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, ενώ για το ποσό του Φ.Π.Α εκ ποσού 45.255,11 ευρώ οφείλονται τόκοι από την καταβολή του ποσού των 251.661,72 ευρώ, καθόσον από την είσπραξη αυτών καθίσταται απαιτητός ο εν λόγω φόρος.

Τέλος λαμβανομένου υπόψιν ότι από τις διατάξεις του αρθρ. 14 ν. 1266/1972 αφετηρία της παραγραφής των αξιώσεων του αναδόχου από την εργολαβική σύμβαση αποτελεί η οριστική παραλαβή του έργου ( Πεντ. Εφ. Δωδ. 27/2002. ΝΟΜΟΣ) και στην προκειμένη υπόθεση, η οριστική. παραλαβή του έργου, όπως ο εναγόμενος ομολογεί, εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 16/11-1-1993 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του εναγομένου οργανισμού, η ένσταση παραγραφής που προτείνει, πέραν της αοριστίας της, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον από της άνω οριστικής παραλαβής του έργου μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής 30-12-1994, δεν έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των 2 ετών που προβλέπεται στο άρθρο 17 ν. 1266/1972.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε σιγή την ένσταση αυτή, δεν έσφαλε και επομένως ο σχετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό κρίση αγωγή πρέπει, να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε τις από 8-6-2007 και 8-6-2007 εφέσεις.

Όμως, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, αλλά και εκείνη του άρθρου 342 ΑΚ, αφού με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το αναιρεσείον, το οποίο, ας σημειωθεί, σύμφωνα με το ΠΔ 383/1979, αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, δεν περιήλθε σε υπερημερία λόγω μη προσκομιδής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των απαιτουμένων κατά νόμο δικαιολογητικών και ειδικότερα του πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας και ως εκ τούτου το χρέος δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο, προϋπόθεση απαραίτητη για την εφαρμογή της άνω διάταξης κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ στην προσβαλλόμενη λαμβάνεται και η παραδοχή ότι το αναιρεσείον επικαλέσθηκε γενικά ως λόγο άρσης της υπερημερίας του το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερος.

Κατόπιν τούτου, πρέπει και οι δύο συναφείς λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ - όσον αφορά τον πρώτο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του - πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και όσον αφορά το κεφάλαιό της περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας επί του ποσού των 251.661,72 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 483/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ