Legislator Case Law & Legislation
1661/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague ground citing common sense without specific factual findings.

Case Number 1661/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a local government dispute. The appellants argued for a direct violation of substantive law and common sense teachings, but the court found their appeal grounds insufficiently specific. The court ruled that the appeal failed to detail the factual premises necessary to verify the alleged legal error, rendering the claim inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging a direct violation of substantive law or common sense teachings is inadmissible if it fails to specify the factual premises underlying the alleged error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense teachings substantive law violation factual premises Code of Civil Procedure legal error verification inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Municipal and Community Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1522/2011
Supreme Court Case 633/2011
Supreme Court Case 2075/2007
Supreme Court Case 1506/2007
Supreme Court Case 1188/2007
Supreme Court Case 1072/2011
Supreme Court Case 1411/2007
Supreme Court Case 9/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1661 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1661/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Ν. συζ. Γ., κατοίκου ... και 3) Ε. Σ. συζ. Χ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φραγκούλη, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα της τρίτης αναιρεσείουσας στο ορθό "Ε." από το εσφαλμένο "Ε.".

Του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νάξου" ως ειδικού και καθολικού διαδόχου της Κοινότητας Εγκαρών Νάξου, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους: 1) Παναγιώτη Παπατσίκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 18/9/2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και 2) Σοφία Σαντοριναίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Αποστόλου Κ. του Ν., που δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/1995 του ιδίου Δικαστηρίου και 296/1996 του Εφετείου Αιγαίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου, το οποίο εξέδωσε την 13/2005 απόφαση, και κατόπιν εφέσεως εκδόθηκε η 9/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/4/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 2/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, νομίμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων με δήλωση του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις που κατέθεσε, διόρθωσε το όνομα της τρίτης αναιρεσείουσας από το εσφαλμένο "Ε." στο ορθό "Ε.", δεδομένου ότι από την εσφαλμένη αυτή αναγραφή, που οφείλεται σε γραφική παραδρομή, δε δημιουργείται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητα αυτής της διαδίκου ούτε βλάβη στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν αντιλέγει.

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.1, 5 και 7 του ΚΠολΔ, όπως έχει διαμορφωθεί μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο του Ν. 2915/2001, ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της αποδείξεως ολοκληρώνονται σε μια δικάσιμο, η δε οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. Το άρθρο 270 ΚΠολΔ υπό τη νέα του διατύπωση, τέθηκε σε ισχύ από 16/9/2001 (άρθρο 38 ν. 2915/2001), ενώ με το άρθρο 15 του επακολουθήσαντος νόμου 2943/2001, ο χρόνος αυτός μετατέθηκε για την 1/1/2002. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 2915/2001, οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου Α'. Σε περίπτωση δε αναπομπής της υποθέσεως από το Εφετείο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ, ως πρώτη συζήτηση της υποθέσεως κατά την έννοια του άρθρου 281 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1/1/2002 (άρθρο 15 ν. 2943/2001), είναι η μετά την εισαγωγή της υποθέσεως προς συζήτηση διά κλήσεως, ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής (ΑΠ 990/2008, ΑΠ 1093/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης, επί της από 22/7/1993 αγωγής των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, εξεδόθη η 53/1995 οριστική απόφαση από το εν λόγω δικαστήριο και, κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, η 296/1996 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, διά της οποίας, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως και εξαφανίσεως της εκκληθείσης άνω αποφάσεως, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου.

Κατόπιν της εν λόγω παραπομπής η πρώτη συζήτηση της άνω αγωγής προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 11/11/2004 , κατά την οποία και συζητήθηκε, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 13/2005 αποφάσεως από το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διά της οποία απερρίφθη ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή, χωρίς να εκδοθεί προδικαστική περί αποδείξεως απόφαση.

Ακολούθως, ασκηθείσης εφέσεως από τους αναιρεσείοντες κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διά της οποίας απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε την προμνημονευθείσα δικονομική διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το νόμο 2915/2001 και δεν εξέδωσε προδικαστική περί αποδείξεως απόφαση, αφού η πρώτη δικάσιμος για τη συζήτηση της αγωγής μετά την γενομένη αναπομπή της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, έγινε στις 11/11/2005, οπότε, σύμφωνα με τη μορφή που έλαβε η διάταξη του άρθρου 270 του ΚΠολΔ με το νόμο 2915/2001, ήταν υποχρεωτική η προαπόδειξη και δεν υποχρεούτο το δικαστήριο στην έκδοση προδικαστικής περί αποδείξεως αποφάσεως.

Επομένως η περί αντιθέτου αιτίαση που περιέχεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, (και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, κατ' ορθή υπαγωγή του στο λόγο αυτό διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος) , είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4/11/1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ.53/1974 "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από ανεξάρτητα και νομίμως λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια , β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται, αντίστοιχα, ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της, κατά τα ανωτέρω, δικαστικής προστασίας.

Με την διάταξη αυτή καθορίζονται ποια δικαιώματα παρέχονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, επομένως περί διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως, όταν ουσιαστικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νομίμως με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητος του, εφαρμόσει εσφαλμένως στη συγκεκριμένη υπόθεση κάποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου, οπότε η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Εξάλλου ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, εάν στο αναιρετήριο αναφέρεται, εκτός των άλλων στοιχείων, οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση υπαγωγικό σφάλμα, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στην παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί το Εφετείο παρέλειψε την έκδοση προδικαστικής περί αποδείξεως αποφάσεως στην ένδικη διαφορά, κατά παράβαση των άνω δικονομικών διατάξεων. Πλην όμως στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται λόγοι για τους οποίους παραβιάσθηκε η διάταξη αυτή και ειδικότερα οι λόγοι για τους οποίους το Εφετείο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο δικαστήριο, ούτε και οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέθηκε η παραβίαση της άνω ουσιαστικής διατάξεως. Η αναφορά και μόνον στη μη έκδοση της περί αποδείξεως αποφάσεως, καθ' εαυτή, χωρίς τα μνεία και άλλων περιστατικών, που να υποδηλώνουν ότι το Εφετείο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο δικαστήριο, δεν δύναται να θεμελιώσει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, για τον λόγο αυτό, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου είναι αόριστος (άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1654/2005). Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, γιατί το Εφετείο δεν απήγγειλε ακυρότητα λόγω του εκπρόθεσμου της υπό του αναιρεσιβλήτου καταθέσεως των εγγράφων προτάσεων του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που αφορά σε ακυρότητα στον πρώτο βαθμό εκδικάσεως της υποθέσεως, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες την επικαλέσθηκαν στο Εφετείο με λόγο εφέσεως (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεως των, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας (ΟλΑΠ 11/1996).

Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα", κατά την ανωτέρω έννοια, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κλπ ή πραγματικά ή νομικά αυτών επιχειρήματα που αντλούν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από τον νόμο (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β του ΚΠολΔ , συνισταμένη στο ότι Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι : α) τα όρια που αναφέρονται στο 3585/1926 προικοσυμβόλαιο της δικαιοπαρόχου μητέρας των Ε.

χήρας Ν. Κ., δεν αφορούν στο επίδικο, αλλά σε μείζονα έκταση, εντός της οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, β) ότι η μη ταύτιση των ορίων που αναφέρονται στους τίτλους κυριότητος του αναιρεσειόντων με εκείνα του επιδίκου, οφείλεται στις πωλήσεις ακινήτων που μεσολάβησαν, γ) ότι η δικαιοπάροχος των εναγόντων "αποδεδειγμένως είχε ένα μόνο κτήμα στην συγκεκριμένη θέση".

Οι άνω όμως ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την ανωτέρα έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως (τρίτος κατά το πρώτο μέρος) είναι απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δεν διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητος του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 368, 388 και 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, η διενέργεια ή μη πραγματογνωμοσύνης στη δίκη για κάποιο ζήτημα, που απαιτεί ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για την αντίληψη του ζητήματος για το οποίο ζητήθηκε πραγματογνωμοσύνη.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώληση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα, περί της βασιμότητας της ενστάσεως ίδιας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, λοιπά έγγραφα), από τα οποία το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί του πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητος από τους αναιρεσιβλήτους.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 11 1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη, έγγραφα που οι αναιρεσείοντες νομίμως προσήγαγαν και επικαλέσθησαν ενώπιον του και ειδικότερα, α) την από 14/8/1972 εξώδικη καταγγελία αγρομισθώσεως, β) την από 10/12/1975 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου και γ) την από 3/4/1976 πράξη καταργήσεως δίκης. Από την προσβαλλομένη, όμως, απόφαση και ειδικότερα την σε αυτή υπάρχουσα διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσαχθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό συμπέρασμα, συνεκτιμώντας και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).

Επειδή, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.

Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν (ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 1506/2007, ΑΠ 1188/2007).

Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο εφόσον η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος επιπλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο τελικά εξαρτάται, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1072/2011, ΑΠ 1411/2007, ΑΠ 9/2007).

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 1045 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν διαλαμβάνονται, ούτε και συνοπτικώς, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τις οποίες συντελέσθη το αποδιδόμενο υπαγωγικό σφάλμα, αναφορικώς με την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της άνω ουσιαστικής διατάξεως, καθώς και η αποδιδόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφορικώς προς τη διακρίβωση της αληθούς έννοιας του εν λόγω κανόνος δικαίου ή προς υπαγωγή σ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, είναι αόριστος και απορριπτέος.

Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικος πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 281 του Ν. 3463/2006 Κ. του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση των Γ. Κ., Ε. Κ., και Ε. Σ. περί αναιρέσεως της 9/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ