1661/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1661/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Full text
Απόφαση 1661 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1661/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομμάτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3372/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2925/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουνίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.ΑΠ 23/2007,Ολ.Α.Π. 30/2003). Για την θεμελίωση αυτή της αγωγής από αδικοπραξία απαιτείται ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης - εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ εγνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπροθέσμως εντός προθεσμίας οκτώ ημερών.
Εξάλλου επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο ποινικώς υπεύθυνος υπό τους όρους του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και, άρα, αυτοτελώς υπόχρεος σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 71 εδ. β\ 914, 297 και 298 ΑΚ είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο την εξέδωσε είτε υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου του νομικού προσώπου, είτε έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεως του, είτε εμφανιζόμενο ότι έχει την ανωτέρω ιδιότητα ή εξουσία.
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την αριθ. 3372/2008 απόφαση του η οποία ενσωματώνεται στη προσβαλλόμενη τα εξής: "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), όντας ο πραγματικός διαχειριστής και ασκώντας τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "FAMILY CENTER Α.Ε." εμφανιζόμενος άλλωστε στον ενάγοντα με τις ιδιότητες αυτές (βλ.
κατάθεση μάρτυρα), ενεργώντας στα πλαίσια αυτών των καθηκόντων του και για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της ως άνω εταιρίας, εξέδωσε το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1999 τρεις επιταγές. Συγκεκριμένα, για την εξόφληση οφειλής της άνω εταιρίας προς τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία, εξέδωσε τις με αριθμούς ..., ...
και ... τραπεζικές επιταγές της τράπεζας ΕFG ΕUROBΑΝΚ Α.Ε., οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες, με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-1999 η πρώτη και 29-2-2000 η δεύτερη και η τρίτη, ποσού 5.000.000 δρχ. κάθε μία από τις πρώτη και δεύτερη και ποσού 6.000.000 δρχ. η τρίτη, από τον με αριθμό ... λογαριασμό της εταιρίας και στο όνομα της, όλες πληρωτέες σε διαταγή του ενάγοντος.
Από τις άνω επιταγές, ο ενάγων οπισθογράφησε τη μεν πρώτη στη Σ. Ν., τις δε άλλες δύο στο Ν. Κ.. Οι επιταγές αυτές, αν και εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην άνω πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή και συγκεκριμένα στην τράπεζα ΕFG ΕUROΒΑΝΚ Α.Ε., η πρώτη την 7-12-1999 και η δεύτερη και η τρίτη την 1-3-2000, όπως βεβαιώνεται με την σημείωση των αρμοδίων υπαλλήλων τους, δεν εξοφλήθηκαν λόγω μη επαρκούς υπολοίπου και, επιπλέον, για την δεύτερη και την τρίτη και λόγω κλειστού λογαριασμού.
Ο εναγόμενος, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης των προμνησθεισών επιταγών, τελούσε σε γνώση της ανυπαρξίας κεφαλαίων προς πληρωμή τους (βλ. κατάθεση μάρτυρα αποδείξεως), ως εκ της θέσεως του αυτής του νομίμου εκπροσώπου της άνω ανώνυμης εταιρίας. Σημειωτέον ότι, ο ενάγων κατέβαλε στους τελευταίους κομιστές των άνω επιταγών (Σ.
Ν. για την πρώτη και Ν. Κ. για την δεύτερη και την τρίτη των επιταγών) το τίμημα αυτών και ανέλαβε τα σώματα τους (βλ. τις από 3-4-2006 συμβάσεις εκχωρήσεως) και, επομένως, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο II. νομική σκέψη της παρούσας, δικαιούται αποζημίωση, ίση με το ποσό των επιταγών, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή τους, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη-εναγομένου και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.
Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να γίνει, εν μέρει, δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, το ανωτέρω ποσό των 46.955,25 ευρώ (= 16.000.000 δρχ.). με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, πρέπει να απαγγελθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας που έχει τελέσει, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας, η διάρκεια της οποίας πρέπει να οριστεί σε τρεις (3) μήνες, ενόψει του πταίσματος και της αφερεγγυότητας του και του μεγέθους της ζημίας του ενάγοντος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 46.955,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και με προσωπική του δε κράτηση διάρκειας 3 μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις που εφάρμοσε, αλλά ούτε και άλλες διά της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους.
Ειδικότερα τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο ως άνω πραγματικά γεγονότα ανταποκρινόμενα πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων, καταφάσκουν την ύπαρξη αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου χωρίς προς τούτο να απαιτούνταν και άλλα στοιχεία.
Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τους αριθ. 14 και 6 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δίκασε τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα ερήμην δεχόμενο επίσπευση της συζήτησης από αυτόν που προέκυπτε από την υπ.
αριθ. 1491 Β/15-12-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... με την οποία αυτός επέδωσε στον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο σχετικό αντίγραφο της έφεσης και της κλήσης ,έγγραφο το οποίο ανεπιτρέπτως λήφθηκε υπόψη για τη σχετική κρίση ενόψει του ότι τούτο το προσκόμισε και το επικαλέστηκε αυτός με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο οι οποίες όμως από το ίδιο Δικαστήριο κρίθηκαν απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Δικαστήριο σε περίπτωση ερημοδικίας αυτεπαγγέλτως εξετάζει την εγκυρότητα αυτής με βάση τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο κατά το μέρος που εξεκλήθη, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολομ. 16/1990).
Κατ'ακολουθίαν ο λόγος της αναίρεσης (με αριθ. δικογράφου 3) από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την απαγγελθείσα με τη πρωτόδικη απόφαση προσωπική κράτηση ως προς την οποία όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν εξεκκλήθη η απόφαση αυτή και συνεπώς δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο του οποίου και μόνο η απόφαση προσβλήθηκε με την αναίρεση.
Επίσης και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 14 και 6 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι ακύρως δικάστηκε ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο αναιρεσείων είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι και κατά το μέρος τούτο δεν εξεκλήθη η πρωτόδικη απόφαση και συνακόλουθα δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο.
Κατά το άρθρο 524 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ., σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν κα! όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους. Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης η έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε κατ ουσίαν λόγω της ερημοδικίας του και όχι ως απαράδεκτη. Κατ'ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι θεμελιώνεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η έφεση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην.
Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα χωρίς να έχουν προταθεί και συγκεκριμένα 1) ότι αυτός εξέδωσε τις παραπάνω επιταγές ως "πραγματικός διαχειριστής και ασκώντας τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FΑΜΙLΥ CΕΝΤΕR Α.Ε,"εμφανιζόμενος άλλωστε στον ενάγοντα με τις ιδιότητες αυτές, ενεργώντας στα πλαίσια αυτών των καθηκόντων του και για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της ως άνω εταιρείας " 2) ότι τις άνω επιταγές ο ενάγων οπισθογράφησε τη μεν πρώτη στη Σ.
Ν., τις δε άλλες δύο στο Ν. Κ." και 3) "ότι ο ενάγων κατέβαλε στους τελευταίους κομιστές των άνω επιταγών (Σ. Ν. για τη πρώτη και Ν. Κ. για τη δεύτερη και την Τρίτη των επιταγών) το τίμημα αυτών και ανέλαβε τα σώματα τους (βλ. τις από 3-4-2006 συμβάσεις εκχωρήσεως) και επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, δικαιούται αποζημίωση, ίση με το ποσό των επιταγών, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή τους η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη εναγομένου και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή" είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου καθόσον ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δικάστηκε ερήμην.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (αρθρ.183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουνίου 2010 αίτηση του Σ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2925/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ