Supreme Court allows overtime claim for Saturday work but dismisses it for other workers due to legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding labor claims. The Court found the lower court erred in calculating overtime pay for Saturday work as illegal, yet correctly recognized the validity of the claim for out-of-town work. Consequently, the judgment was annulled only for the second plaintiff regarding the specific overtime issue, while the appeal against the first and third plaintiffs was dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 of the Civil Code; The court may reclassify claims within a determined lawsuit to the correct legal provision, provided the core claim remains valid and the reclassification does not alter the substantive outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1661 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ανεξάρτητα από το πως χαρακτηρίζονται στην αγωγή οι αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, το Εφετείο, αφού δεχθεί ότι η αγωγή είναι ορισμένη, μπορεί να υπαγάγει αυτές στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις είναι νόμιμες. Το ότι εσφαλμένα σ΄ αυτές οι ενάγοντες υπολόγισαν ως παράνομη υπερωρία και την οκτάωρη απασχόλησή των τις ημέρες του Σαββάτου δεν καθιστά το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο αόριστο. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίσει ο ενάγων ειδικότερα ποιες από τις διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης που τίθενται με τα άρθρα 4 & 1 και 9 &&1 και 2 του ΠΔ 27/06-04/07/1932, δεν συνέτρεχαν. Ο λόγος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί παραλείψεως των απαραιτήτων διατυπώσεων και διαδικασιών έγκρισης για την πραγματοποίηση της εργασίας, δίχως αυτός να προταθεί, είναι απορριπτέος, διότι η κρίση αυτή του δικαστηρίου είναι πλεοναστική και δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης. Το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ διότι συνυπολόγισε το επίδομα γάμου και πολυετίας για την επιδίκαση αμοιβής λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, δεν υπέπεσε όμως σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ορθώς δε επιδίκασε αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία.
Αριθμός 1661/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δογάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ... και 3) Ψ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σιμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3122/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α)σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ)ορισμένο αίτημα.
Εξάλλου, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημόσιας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως.
Ειδικότερα: Kατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που απεκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100 % του καταβαλλόμενου, ωρομισθίου τους.
Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26-2-1975, η οποία κυρώθηκε με το ν.133/1975, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργασίμων ημερών ή το λεγόμενο διαφορετικά πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκαν, ως χρονικό όριο εργασίας, οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20-3-1984 (ΦΕΚ Β',81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1980 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ.12425/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983 (βλ. ΟΛ.ΑΠ 4/1999).Ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως και η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με τη μη πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.
Ειδικώς επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η πέραν των 45 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών απασχόληση θεωρείται ως νόμιμη "ιδιόρρυθμη" υπερωρία και αμείβεται με προσαύξηση 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, ενώ δεν συναριθμούνται οι ως άνω ώρες με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση.
Περαιτέρω, επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.
Ακολούθως, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, ορίστηκαν τα εξής: "1.από 1-4-2001 σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. 2.Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός, αντίστοιχα, υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). 3.
Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. 4. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%.
Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.435/1976 ••• 5.Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του δικαιούται αποζημίωση, ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας". Τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων (αναφορικά με τις αξιώσεις από υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση ή υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη) πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή.
Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρονται, η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του νόμιμου ημερησίου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, ενώ είναι δυνατόν να προσδιορίζονται αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα, και οι νόμιμες ή οι καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογιστεί το ωρομίσθιο.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτήν οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων, το ημερήσιο και εβδομαδιαίο συμφωνημένο ωράριο εργασίας των, ότι αυτοί εργαζόταν από την πρόσληψή μέχρι την απόλυση των καθημερινά επί πλέον του οκταώρου επί δύο και τρείς ώρες ημερησίως, καθώς επίσης με το ίδιο ως άνω ωράριο τακτικό και ανελλιπώς (3) φορές κάθε μήνα την ημέρα του Σαββάτου και 3-5 την ημέρα των Κυριακών πραγματοποιώντας τις αναγραφόμενες κατά μήνα ώρες παράνομης υπερωρίας.
Έτσι όπως είχε η αγωγή ήταν πράγματι ορισμένη, αφού αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα γεγονότα (μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα, λόγω της παροχής της ως άνω εργασίας των αναιρεσειόντων, είχε καταστεί πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία κατά την αξία της παρασχεθείσας εργασίας αυτής σε βάρος των τελευταίων, προς στήριξη των οικείων αγωγικών κεφαλαίων, για τη θεμελίωση των οποίων απαιτούνταν και το στοιχείο αυτό, όπως τούτο συμβαίνει και αναφορικά με την απασχόληση του μισθωτού κατά την ημέρα που έπρεπε να του χορηγηθεί εβδομαδιαία ανάπαυση, όπως και εκείνη της απασχολήσεως του μισθωτού επί έξι ημέρες την εβδομάδα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεδομένου ότι μια τέτοια απασχόληση του δεν είναι επιτρεπτή και γι' αυτό η εργασία της έκτης ημέρας, ως παρεχόμενη χωρίς έγκυρη σύμβαση, γεννά μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού), κατά την ανωτέρω έννοια, που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκηση της από τους αναιρεσίβλητους κατά της αναιρεσείουσας.
Και αυτό ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζονταν στην αγωγή οι σχετικές αξιώσεις των αναιρεσίβλητων, διότι το Εφετείο, αφού δεχόταν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, μπορούσε στη συνέχεια να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αξιώσεις στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις ήταν νόμιμες.
Το ότι εσφαλμένα σ' αυτές οι ενάγοντες υπολόγισαν ως παράνομη υπερωρία και την οκτάωρη απασχόλησή των τις ημέρες του Σαββάτου δεν καθιστά το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο αόριστο, αφού με απλές μαθηματικές πράξεις μετά την αφαίρεση των ωρών αυτών, της πρόσθετης εργασίας των και της ιδιόρρυθμης υπερωρίας κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή, ευχερώς μπορεί να εξακριβωθεί ο αριθμός των παρανόμων υπερωριών που πραγματοποίησαν σε μηνιαία βάση.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ακολούθως, αφού δέχθηκε σχετικό λόγο της εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνισε την 403/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί ως αόριστη η αγωγή κατά το κεφάλαιο των παράνομων υπερωριών και στη συνέχεια ερεύνησε κατ' ουσία την αγωγή και τη δέχθηκε κατά ένα μέρος.
Κρίνοντας έτσι, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, δεν είναι βάσιμος. Εξάλλου για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής δεν ήταν απαραίτητο να αναγράφεται σ' αυτή και ότι 1) δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση υπερωριακής εργασίας, και 2) η τελευταία δεν αναγγέλθηκε αρμοδίως, αντίγραφο της δεν αναρτήθηκε στον εργασιακό χώρο ή δεν καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο υπερωριών.
Και τούτο διότι οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 9 && 1 και 2 του ΠΔ. της 27/06-04/07/1932, όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν.Δ 515/1970, πρέπει δε να τηρούνται από τον εργοδότη, προκειμένου να είναι νόμιμη η υπερωριακή απασχόληση, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής αλλά θεμελιώνουν ένσταση, την οποία οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει η εναγομένη.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 14, λόγος, με τον οποίο γίνεται επίκληση των παραπάνω ελλείψεων και αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τη μη κήρυξη της αγωγής ως απαράδεκτης.
Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρώτη ενάγουσα πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως επτά (7)ώρες εργασίας μετά την εξάντληση της κανονικής εργασίας της (37 ώρες), της πρόσθετης εργασίας της (3 ώρες) και της ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας της (3 ώρες) και οι δεύτερος και τρίτος από τους ενάγοντες πραγματοποιούσαν εβδομαδιαίως δέκα πέντε (15) ώρες εργασίας μετά την εξάντληση της κανονικής εργασίας τους, της πρόσθετης εργασίας τους και της ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας τους.
Τις ώρες της εβδομαδιαίας εργασίας των αντιδίκων, με την απόφαση του, το Εφετείο χαρακτηρίζει ως ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας με την πρόσθετη παραδοχή, ότι η εργασία αυτή παρεσχέθη χωρίς να έχουν ακολουθηθεί οι "απαραίτητες διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Με την κρίση του αυτή, επαρκώς αιτιολογεί την επιδίκαση αποζημίωσης για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφαση του περισσότερα στοιχεία και να προσδιορίσει ειδικότερα ποιές από τις διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης που τίθενται με τα άρθρα 4& 1 και 9 && 1 και 2 του ΠΔ 27/06-04/07/1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το ΝΔ 515/1970, δεν συνέτρεχαν.
Επομένως είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, κατά το μέρος αυτό, από το μη καθορισμό, ειδικότερα, των "απαραίτητων διατυπώσεων και διαδικασιών έγκρισης" για την παροχή της εργασίας αυτής.
Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη επίκληση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό περί παραλείψεως των απαραιτήτων διατυπώσεων και διαδικασιών έγκρισης για την πραγματοποίηση της ως άνω εργασίας, ο οποίος (ισχυρισμός) στηρίζει την κρίση περί μη νομίμου (παρανόμου) υπερωριακής εργασίας και δεν προτάθηκε από κανένα διάδικο, είναι αβάσιμος διότι η κρίση αυτή του δικαστηρίου είναι πλεοναστική και δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ενόψει μάλιστα του ότι, όπως συνομολογεί η αναιρεσείουσα, δεν προτάθηκε ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, για την παροχή της εργασίας πέραν του νομίμου ωραρίου, ώστε αυτή να είναι επιτρεπτή.
Επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, όπως προαναφέρθηκε, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού.
Εξάλλου, αν ο μισθωτός εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 6η ημέρα την εβδομάδα (εκτός Κυριακής ή εξαιρετέας ή ημέρας αναπληρωματικής αναπαύσεως λόγω εργασίας κατά την Κυριακή), η απασχόλησή του την ημέρα αυτή είναι άκυρη αφού πρόκειται για εργασία παρεχομένη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης και δικαιούται γι' αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ.
ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εργάζονταν παράνομα πέραν του νομίμου ωραρίου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας όλες της λοιπές ημέρες και τα Σάββατα, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην απόφαση και δικαιούται για την εργασία του αυτή αμοιβή, την οποία υπολόγισε με βάση το συνολικό μηνιαίο μισθό του, που περιλάμβανε όμως και το επίδομα πολυετίας και γάμου.
Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ και είναι βάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγόμενη είναι ανώνυμη τεχνική εταιρεία και αναλαμβάνει εργολαβικώς την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων, διατηρεί δε οργανωμένη επιχείρηση με έδρα το Δήμο .... Κατόπιν συμβάσεως με τη ΔΕΗ ανέλαβε στις 19-3-2002 την εκτέλεση του έργου ΔΙΚΤΥΑ Τ.Σ.Κ.Σ.Δ.
στις διοικητικές περιοχές Αθηνών, Πειραιά, Καλλιθέας, Περιστερίου, Ελευσίνας, Φιλοθέης - Κηφισιάς, Μεσογείων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και τα έργα τα σχετιζόμενα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004 στην Αθήνα, καθώς και στις διοικητικές περιοχές Αλεξανδρούπολης, Κομοτηνής, Ξάνθης, Χίου και Λέσβου, ενώ στις 3-12-2004 ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΕΝΤΟΛΩΝ ΕΡΓΟΥ ΔΙΚΤΥΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ", με βάση την οποία σύμβαση ήταν υποχρεωμένη να εκτελέσει τις εργασίες στην γεωγραφική περιοχή που περιλαμβάνει τους νομούς Βοιωτίας, Φθιώτιδας και Φωκίδας, για τις ανάγκες δε της επιχείρησης της προσέλαβε τους ενάγοντες.
Ειδικότερα: Το δεύτερο ενάγοντα προσέλαβε στις 2-9-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως ηλεκτροτεχνίτη ΣΓ τάξεως, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 37 ωρών και με μηνιαίες αποδοχές 802 ευρώ. Κατά την πρόσληψη του ο άνω ενάγων γνωστοποίησε στην εναγόμενη ότι ήταν έγγαμος και ότι είχε προϋπηρεσία 30 ετών στην ίδια ειδικότητα, Με την άνω ειδικότητα του και ως υπεύθυνος συνεργείου προσέφερε τις υπηρεσίες του σε διάφορα έργα της ΔΕΗ, που είχε αναλάβει εργολαβικώς η εναγόμενη στην Αθήνα και στην επαρχία, αλλά και στα Ολυμπιακά έργα.
Ειδικότερα μετά τη διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, ο ενάγων εργάστηκε στη Λειβαδιά σε άλλο έργο, που είχε αναλάβει η εναγόμενη εταιρεία. Η τελευταία είχε προσλάβει τον ενάγοντα όχι για την εκτέλεση ορισμένου έργου, ήτοι των Ολυμπιακών έργων και του έργου της Λιβαδειάς, όπως αυτή ισχυρίζεται, αλλά για όποιο έργο προέκυπτε, ήτοι για να εργαστεί σε διάφορα έργα που αναλάμβανε διαδοχικά.
Στην από 2.9.2002 "γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας" του ενάγοντος αναφέρεται στην ένδειξη "είδος σύμβασης": ορισμένου χρόνου (ΔΙΚΤΥΑ ΔΕΗ), αλλά δεν καθορίζεται η διάρκεια της εργασίας του, ώστε να εξασφαλίζει τη δέσμευση των συμβαλλομένων μερών για τη διάρκεια της συμβάσεως μέχρις αποπερατώσεως του έργου, Στις ενδείξεις "ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ" και "ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ" δεν αναφέρεται κάτι σχετικό και τούτο γιατί, ως εκ του αντικειμένου του έργου (ένα ιδίως μεγάλο έργο), αυτό δεν αφορούσε μόνο την Αθήνα και ήταν απροσδιόριστη η χρονική διάρκεια αποπερατώσεως του.
Το έργο "ΔΙΚΤΥΑ ΔΕΗ" αποτέλεσε την αιτία απλώς της πρόσληψης του β' ενάγοντος και δεν καθόρισε τη διάρκεια εργασίας αυτού. Εξάλλου ούτε ο σκοπός, ούτε το είδος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, που απασχολήθηκε σε διάφορα έργα ανά την Αττική, τα οποία αναλάμβανε εργολαβικώς η εναγομένη, αλλά και εκτός της έδρας αυτής, υποδηλώνουν ότι η πρόσληψή του έγινε, για να εργαστεί για ένα συγκεκριμένο έργο, ώστε να θεωρηθεί περαιτέρω ότι η εργασιακή του σύμβαση είχε ορισμένη χρονική διάρκεια.
Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο έκρινε ότι ο δεύτερος ενάγων προσλήφθηκε στην πραγματικότητα από την εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση συγκεκριμένου και μόνο έργου, και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης, αναφορικά με αυτόν τον ενάγοντα.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και ο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση του το περιεχόμενο της από 2-9-2002 Γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας του δεύτερου ενάγοντος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, αλλά, αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Με την 21091/1946 κανονιστική απόφαση των Υπουργών οικονομικών και εργασίας (ΦΕΚ Β' 142), που εκδόθηκε κατ1 εξουσιοδότηση του Ν.28/1944, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το Ν.866/1946, ορίζεται ότι "εις το εκτός έδρας αποστελλόμενον προσκαίρως δι' εργασίαν υπαλληλικόν, υπηρετικόν και εργατοτεχνικόν προσωπικόν πασών εν γένει των επιχειρήσεων και εργασιών, πλην εκείνων περί ων προβλέπουσιν ειδικαί διατάξεις, καταβάλλεται πλην των οδοιπορικών εξόδων και πρόσθετος αποζημίωσης δι' εκάστην εκτός έδρας διανυκτέρευσιν ίση προς το εκάστοτε νόμιμον ημερομίσθιον ή το 1/25 του εκάστοτε νομίμου μηνιαίου μισθού".
Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη χορήγηση της οριζόμενης από αυτή αποζημίωσης είναι η πρόσκαιρη απασχόληση και διανυκτέρευση του μισθωτού σε τόπο άλλον από εκείνο που συμφωνήθηκε για την παροχή της εργασίας του. Εξάλλου, ως έδρα εργασίας ή έδρα της επαγγελματικής κατοικίας του μισθωτού νοείται ο τόπος στον οποίο αυτός, κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη παρέχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι :1) Από 1.2.2005 και επί οκτώ μήνες ο δεύτερος ενάγων, κατ' απαίτηση και κατ' εντολή της εναγομένης εταιρείας, εργάστηκε εκτός της έδρας αυτής (...). Συγκεκριμένα εργάστηκε με το ίδιο ωράριο σε εργοτάξιο της στη ..., όπου μάλιστα διανυκτέρευε, χωρίς να λαμβάνει τη νόμιμη αποζημίωση.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων όφειλε να παράσχει την εργασία του εκτός έδρας, επειδή είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος αφού εξαρτημένη εργασία ορισμένου χρόνου δεν καταρτίστηκε ποτέ στην πραγματικότητα με την εναγόμενη. Η αόριστη επίκληση από την εναγόμενη ότι η απασχόληση του ενάγοντος θα γινόταν "σε έργα της ΔΕΗ", δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κάλυπτε, κατ' επιλογήν της εναγομένης, οποιοδήποτε έργο, σε οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδος και για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, όταν μάλιστα αποδείχτηκε ότι ο ενάγων συνδεόταν μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως, για την αιτία αυτή και αφού δεν υπήρχε σχετική πρόβλεψη για την οφειλόμενη αποζημίωση του ενάγοντος στην ένδικη σύμβαση εργασίας, ο ενάγων, που δεν ζητά οδοιπορικά έξοδα, δικαιούται αποζημίωση ίση με το 1/25 των μηνιαίων αποδοχών του, για κάθε ημέρα εκτός έδρας εργασίας. 2) Από 22.7.2005 έως 25.8.2005 ο τρίτος ενάγων εργάστηκε για 27 ημέρες σε εργοτάξιο της εναγομένης στη ..., ήτοι εκτός έδρας του τόπου εργασίας του (Αττική) και για την αιτία αυτή δικαιούται ένα ημερομίσθιο για κάθε ημέρα εκτός έδρας εργασίας του Δηλαδή δικαιούται 44 ευρώ ημερομίσθιο Χ.27 ημέρες = 1.188 ευρώ.
Έλαβε από την εναγομένη το συνολικό ποσό των 319 ευρώ και δικαιούται 869 ευρώ. Έτσι κρίνοντας το εφετείο, το οποίο σαφώς με την απόφαση του δέχεται ότι η έδρα της εργασίας των εναγόντων ήταν η περιφέρεια της Αττικής, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Επομένως είναι αβάσιμος, στο σύνολο του, ο έκτος λόγος της αιτήσεως, με το πρώτο μέρος του οποίου προβάλλονται αιτιάσεις από τον αρ. 19 και με το δεύτερο από τον αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση της αναιρεσείουσας, ως προς τους πρώτη και τρίτο από τους αναιρεσίβλητους και να γίνει δεκτή εν μέρει ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ.
ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, που παρασχέθηκε όλες τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος και το Σάββατο και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) να καταδικασθούν δε 1) η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πρώτης και τρίτου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
και 2) ο δεύτερος αναιρεσίβλητος σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας "Έντεχνος Α.Ε Τεχνική-Δομική-Τουριστική-Εμπορική-Οικοδομικών Υλικών Ανώνυμος Εταιρεία", για αναίρεση της 3122/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσίβλητους Ψ1 και Ψ3.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2 και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ