Legislator Case Law & Legislation
1661/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding unproven historical facts in property dispute.

Case Number 1661/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the lower court's decision on res judicata grounds. The appellants argued that the trial court erred by accepting facts not explicitly proven in the original lawsuit regarding a property exchange agreement. The court held that res judicata only covers rights and historical facts actually pleaded and decided upon in the initial action, excluding unproven alternative bases.

Legislator headnote

AI generated

Articles 322(1), 324, 559(1)(a), 561(2) of the Code of Civil Procedure: Res judicata applies only to rights and historical facts specifically pleaded and decided in the original action, excluding unproven alternative bases that were not presented to the court.

Keywords

AI generated
res judicata Code of Civil Procedure property exchange historical facts appeal dismissal unproven allegations legal precedent

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 322(1) of the Code of Civil Procedure
Article 324 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1661 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1661/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... ΟΕ" που εδρεύει στη Ξάνθη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αντωνόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Ιορδανίδη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 556/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 31-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 559 αριθμ. 16 περ. α ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση συγχωρείται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και εάν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και συνακόλουθα νομική αιτία. Δεν γεννάται δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατό να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε.

Ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απερρίφθη, να στηρίξει με νέα αγωγή το όμοιο αίτημα σε διαφορετική ιστορική αιτία. Η βάση όμως, επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή, επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης.

Προκειμένου, επομένως, να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνά του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας αιτήματος, θα ληφθεί υπόψιν η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά τη ιστορική αιτία, επί της οποίας έκρινε, και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.

ΑΠ 15/1998 - ΑΠ 759/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσίβλητοι Ψ1 και Ψ2 ιστορούσαν στην από 1-11-2000 αγωγή τους: ότι ήταν συγκύριοι ενός οικοπέδου στην πόλη της ....., επί του οποίου συμφώνησαν την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής εκ μέρους των αναιρεσειόντων και ότι σ' αυτούς, δηλαδή στους ενάγοντες οικοπεδούχους, θα περιείρχοντο, κατά τη σχετική σύμβαση, συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες του υπό ανέγερση οικοδομήματος με τα αντίστοιχα επί του εδάφους ποσοστά, ότι,πλέον τούτων, οι εναγόμενοι εργολήπτες ανέλαβαν προσθέτως την υποχρέωση (υπογράφοντας σχετικό ιδιωτικό έγγραφο) να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα στους ενάγοντες ένα ακόμα διαμέρισμα ενός δωματίου (γκαρσονιέρα) μιας άλλης οικοδομής, την οποία επρόκειτο να ανεγείρουν επί παρακειμένου ακινήτου (άλλων οικοπεδούχων), πράγμα που αυτοί τελικώς αρνήθηκαν να πράξουν ότι η πρόσθετη αυτή συμφωνία έγινε, επειδή, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, ο πρώτος εναγόμενος, Χ1, που ενεργούσε για λογαριασμό και του δευτέρου (υιού του) -με τον οποίο είχε συστήσει τότε ομόρρυθμη εν τοις πράγμασι εταιρία- είπε στους ενάγοντες ότι "δεν μπορούσε (δεν συνέφερε στον εργολάβο) να κατασκευάσει γκαρσονιέρα στην εν λόγω πολυκατοικία" (σημ:

δηλαδή σε εκείνη επί του οικοπέδου των εναγόντων). Προσέθεταν δε στην ίδια αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι, κατά λέξιν, και τα ακόλουθα: "Όπως μάλιστα μου δήλωσε, δεν χρειαζόταν να κάνουμε καμία συμβολαιογραφική πράξη ή άλλη γραπτή συμφωνία, αφού "ο λόγος του ήταν συμβόλαιο". Μετά από δική του πίεση υπογράψαμε στις 23 Απριλίου 1997 ιδιωτικό συμφωνητικό ο πρώτος από εμάς για τον εαυτό μου και για λογαριασμό της δευτέρας από εμάς, με αντισυμβαλλόμενο τον πρώτο από τους εναγομένους, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του δευτέρου από τους εναγομένους ή ως αφανής εταίρος της αφανούς εταιρίας που είχε συσταθεί μεταξύ των δυο πρώτων εναγομένων, άλλως της εν τοις πράγμασι ομορρύθμου εταιρίας που είχε συσταθεί μεταξύ των δυο πρώτων εναγομένων, με το οποίο ανέλαβε ο πρώτος από τους εναγομένους με την ιδιότητα που ενεργούσε και συνεπώς ο δεύτερος από τους εναγομένους και η τρίτη από τους εναγομένους εταιρία να μεταβιβάσει και να παραδώσει....μια γκαρσονιέρα καθαρής επιφάνειας 34-40 τετραγωνικών μέτρων....Ενώ οι εναγόμενοι δεν παρέδωσαν την εν λόγω γκαρσονιέρα....βρέθηκαν σε υπερημερία ....και εμείς....τους τάξαμε εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση....ενώ τους δηλώσαμε ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας θα αποκρούσομε την παροχή.

Επειδή ήδη έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή....απαιτούμε να αποζημιωθούμε, όπως άλλωστε συμφωνήθηκε με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μας για την μη εκπλήρωση της σύμβασης με το ποσό των....12.000.000 δραχμών.... Επίσης, επειδή η πρωτογενής μας αξίωση προς εκπλήρωση της παροχής έχει αντικατασταθεί από την δευτερογενή αξίωση αποζημιώσεως, δικαιούμαστε να απαιτήσουμε πέρα από την αποζημίωση και την καταβολή της ποινής που συμφωνήθηκε με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μας, δηλαδή το ποσό των 2.000.000 δραχμών.

Συνεπώς οι εναγόμενοι πρέπει να μας καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των (12.000.000+2.000.000=) 14.000.000 δραχμών από μισό στον καθένα από εμάς, δηλαδή 7.000.000 δραχμές στον πρώτο από εμάς και 7.000.000 δραχμές στην δεύτερη από εμάς. Άλλως οι εναγόμενοι μας οφείλουν τα ως άνω αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση επειδή μας ζημίωσαν παράνομα και υπαίτια, άλλως επειδή έγιναν πλουσιώτεροι χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας μας κατά τα ως άνω αναφερόμενα ποσά. Οι δυο πρώτοι εναγόμενοι πρέπει να υποχρεωθούν να μας καταβάλουν τα εν λόγω ποσά και με προσωπική τους κράτηση διαρκείας έξι μηνών για τον καθένα, λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσαν και της κακής πίστης αυτών απέναντί μας".

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, με την 125/2002 απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, αφού ανέφερε το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα της αγωγής, κατέληξε ως εξής: "Πρέπει όμως αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη διότι από τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά προκύπτει ότι η επίδικη δεν ήταν αυτοτελής συμφωνία αλλά συμφωνία που είχε εσωτερική σχέση με την κύρια παροχή, αναγόμενη στο καθορισμό του παρασχεθησόμενου από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες συνολικού ανταλλάγματος για την απόκτηση από τους πρώτους του οικοπέδου των δευτέρων.

Εφόσον δε αυτή καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως έπρεπε, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι άκυρη, της ακυρότητας λαμβανομένης υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επομένως, σε περίπτωση αθέτησης αυτής, δεν δικαιούνται οι ενάγοντες να απαιτήσουν από τους εναγόμενους την εκτέλεσή της αλλά ούτε και αποζημίωση να ζητήσουν για τις ζημίες, που προκλήθηκαν εξαιτίας της αθέτησης αυτής.

Η ανόρθωση της ζημίας τους μπορεί να αξιωθεί μόνο με τη συνδρομή των όρων και των προϋποθέσεων του άρθρου 914 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 ή 919 ΑΚ, οι οποίες όμως δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή. Επιπλέον, ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι οι ενάγοντες προέβησαν στη σύναψη της συμβάσεως έργου διότι αυτοί πείσθηκαν από την απατηλή, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, υπόσχεση των εναγομένων, δηλαδή ότι στηρίζουν την αξίωσή τους στη διάταξη των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, η αγωγή και πάλι πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη.

Και τούτο διότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εν προκειμένω, διότι δεν αναφέρονται σε άκυρες, όπως η επίδικη, συμφωνίες, αλλά σε ακυρώσιμες δικαιοπραξίες, δηλαδή δικαιοπραξίες που παράγουν μεν νομική ενέργεια, αλλά που, λόγω ελαττώματος (απάτης, πλάνης, απειλής), μπορούν να προσβληθούν και να ακυρωθούν.

Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί".

Κατά της αποφάσεως εκείνης (125/2002) δεν ασκήθηκε - όπως εκατέρωθεν συνομολογείται - κανένα ένδικο μέσο και έτσι αυτή έγινε αμετάκλητη.

Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι, άσκησαν στο ίδιο δικαστήριο την από 11-2-2003 αγωγή τους κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν να τους επιδικασθεί το ίδιο ως άνω ποσό, ως αποζημίωση λόγω αδικήματος που οι εναγόμενοι (υπό το αυτό ιστορικό) είχαν διαπράξει εις βάρος τους. Διέλαβαν δε στο νέο αγωγικό δικόγραφό τους και τα ακόλουθα, κατά λέξιν: "Ήδη με την παρούσα αγωγή μας στηρίζουμε τις αξιώσεις μας σε διαφορετική νομική βάση και συγκεκριμένα στο άρθρο 919 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 914 ΑΚ διότι οι δυο πρώτοι εναγόμενοι, με τις παραπάνω ιδιότητες τους και συνεπώς και η τρίτη εναγόμενη, με πρόθεση μας ζημίωσαν με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, δηλαδή παράνομα, αφού αρνούνται, παρά τις οχλήσεις μας, να παραδώσουν και να μεταβιβάσουν στα υποδειχθέντα από εμάς πρόσωπα την ως άνω γκαρσονιέρα ή να μας αποζημιώσουν γι' αυτό, ενεργώντας αντιδιαμετρικά αντίθετα με τις ιδέες του κατά την γενική αντίληψη "χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου", ο δε πρώτος εναγόμενος (Χ1 - πατέρας) υπέγραψε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό για να το καταστρατηγήσει και να μας εξαπατήσει, αφού σκοπό είχε απλώς να καταφέρει με κάθε τρόπο "να πάρει την εργολαβία" υποσχόμενος να μας "δώσει" την ως άνω γκαρσονιέρα, ενώ δεν είχε τέτοια πρόθεση, επιδεικνύοντας έτσι ανήθικη συμπεριφορά κατά την ανάπτυξη οικοδομικής δραστηριότητα, αφού άλλωστε το δήλωσε πριν την κατάθεση της πρώτης αγωγής στον πρώτο από εμάς ότι "υπέγραψα το συμφωνητικό για να πάρω την εργολαβία, αλλά γκαρσονιέρα δεν σας δίνω, αφού οι γκαρσονιέρες δεν δίνονται τόσο.....εύκολα".

Συνεπώς οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να μας αποζημιώσουν καταβάλλοντας, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 41.085,84 ευρώ από μισό στον καθένα από εμάς." Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης δέχθηκε την (δεύτερη) αγωγή και επιδίκασε σε καθένα από τους ενάγοντες χρηματικό ποσό 20.542 ευρώ, το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση των εναγομένων καθώς και την προβληθείσα υπ' αυτών ένσταση δεδικασμένου. Με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν παραβίασε το δεδικασμένο της 125/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Τούτο δε, διότι το δικαστήριο εκείνο ουδόλως εξήτασε αγωγική βάση εξ αδικήματος, κρίνοντας (ορθώς ή εσφαλμένα και πάντως) δεσμευτικά και με δύναμη δεδικασμένου, ότι τέτοια βάση δεν περιεχόταν στο αγωγικό δικόγραφο. Παραδεκτώς, επομένως, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν, με νέα αγωγή, όμοιο με εκείνο της πρώτης αγωγής, αίτημα, ήτοι το αίτημα να τους επιδικασθεί αποζημίωση, κατά τα ανωτέρω, επιστηρίζοντας αυτό στις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ) με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο.

Κατά την έννοια του άρθρου 1 και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι μία εκ των προϋποθέσεων της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η δι' αυτής πρόκληση ζημίας στον παθόντα. Νοείται δε ως θετική ζημία εκείνη που προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ της ενεστώσας και της πριν από το ζημιογόνο γεγονός περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος (πρ βλ. Ολ. ΑΠ 807/1973 - ΑΠ 1449/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, σχετικώς με την προκληθείσα στους ενάγοντες ζημία τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην ..... . Με τον δεύτερο των εναγομένων, αυτοί (ενάγοντες) υπέγραψαν .... προσύμφωνο - εργολαβικό συμβόλαιο........

με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε την ανέγερση επί του παραπάνω οικοπέδου πολυωρόφου οικοδομής με δικές του δαπάνες κατά το σύστημα της αντιπαροχής...... Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων...... συμφωνήθηκε επιπλέον να παραχωρηθεί στους ενάγοντες...... ως πρόσθετη αντιπαροχή, μία γκαρσονιέρα..... από αυτές που θα κατασκευαζόταν από τους εναγομένους σε άλλο οικόπεδο.... . "Η γκαρσονιέρα έπρεπε, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, να παραδοθεί, όταν θα παραδίδονταν και τα υπόλοιπα διαμερίσματα της οικοδομής, για την περίπτωση δε μη εκπληρώσεως εκ μέρους του εργολάβου συμφωνήθηκε, πέραν της οφειλόμενης αποζημίωσης στους ενάγοντες, ανερχόμενης στην αξία της γκαρσονιέρας, η κατάπτωση ποινικής ρήτρας ποσού 2.000.000 δραχμών.

Όλα τα παραπάνω ανεγράφησαν σε ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε στις 23-4-1997 από τους ως άνω συμβληθέντες, και αυτό υπεγράφη μετά από πίεση των εναγόντων, αφού ο πρώτος εναγόμενος τους δήλωνε ότι δεν χρειαζόταν να κάνουν καμμία συμβολαιογραφική πράξη ή άλλη γραπτή συμφωνία αφού "ο λόγος του ήταν συμβόλαιο".

Οι εναγόμενοι όμως, μετά την κατασκευή της ανωτέρω οικοδομής, μεταβίβασαν σε τρίτα πρόσωπα τόσο τις γκαρσονιέρες όσο και τα διαμερίσματα της οικοδομής, αθετώντας έτσι τη συμφωνία τους με τους ενάγοντες.... Οι ενάγοντες, εάν εγνώριζαν ότι δεν θα ανταποκρίνονταν οι εναγόμενοι στην υποχρέωσή τους αυτή, δεν θα προχωρούσαν σε περαιτέρω συνεργασία μ' αυτούς (εργολάβους) στον τομέα της αντιπαροχής.

Η πεποίθησή τους ότι θα λάβουν την παραπάνω γκαρσονιέρα, ως πρόσθετη αντιπαροχή, οδήγησε αυτούς σε εκτέλεση της συμφωνηθείσας συμβάσεως . Πράγματι, η συμπεριφορά, που, κατά τις παραδοχές αυτές, επέδειξαν οι εναγόμενοι, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα χρηστά ήθη, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, και ενδεχόμενος δόλος να επιφέρει ζημία στους ενάγοντες.

Αυτό καταδεικνύει, πρόθεση των εναγομένων να ωφεληθεί από το σύστημα της αντιπαροχής, αφού η μη υπόσχεση της ανωτέρω γκαρσονιέρας στους ενάγοντες, θα μπορούσε ν' ασκήσει επιρροή στην απόφαση των τελευταίων να αποδεχθούν όρους του πιο πάνω συμφωνητικού και τους οποίους δεν θα "αποδέχονταν εάν δεν υπήρχε η εν λόγω πρόσθετη παροχή της γκαρσονιέρας.

Ο πρώτος εναγόμενος (Χ1-πατέρας) υπέγραψε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό για να το καταστρατηγήσει και για να εξαπατήσει τους ενάγοντες, όντας μάλιστα εργολάβος (εργολαβίες -ανέγερση κατοικιών), και γνωρίζοντας ότι η συμπεριφορά του, πράγματι, αντίκειται στα χρηστά ήθη (βλ. προσαγόμενο και επικαλούμενο απόσπασμα από το βιβλίο "αστικός κώδιξ" των Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, παρ. 38 υπό άρθρο 919) επιδεικνύοντας έτσι ανήθικη συμπεριφορά κατά την ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας, αφού άλλωστε το δήλωσε πριν την κατάθεση της πρώτης αγωγής στον πρώτο των εναγόντων, ότι, ""υπέγραψα το συμφωνητικό για να πάρω την εργολαβία, αλλά γκαρσονιέρες δεν σας δίνω, αφού οι γκαρσονιέρες δεν δίνονται τόσο .....

εύκολα". Το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό ήταν η επιπλέον συμφωνία των εναγόντων με τους εναγόμενους για τις ιδιοκτησίες που θα "έπαιρναν από την αντιπαροχή", λόγω δε του ότι δεν θα υπήρχαν γκαρσονιέρες στην οικοδομή που θα κτιζόταν στο οικόπεδο τους, προσπάθησαν να εξασφαλίσουν με το εν λόγω συμφωνητικό την εν λόγω γκαρσονιέρα, που θα τους δινόταν από άλλη πολυκατοικία που έκτιζαν ή θα έκτιζαν οι εναγόμενοι, ως εργολάβοι οικοδομών.

Ο πρώτος εναγόμενος διαβεβαίωσε τους εναγομένους ότι δεν ήταν απαραίτητο να γραφεί πουθενά η συμφωνία τους για την γκαρσονιέρα, μόνο δε μετά από πίεση του πρώτου ενάγοντος υπέγραψε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, γι' αυτό οι ενάγοντες περίμεναν υπομονετικά να κτισθεί και η διπλανή οικοδομή, που ξεκίνησε και τελείωσε αργότερα από την οικοδομή των εναγόντων, και φυσικά μέχρι τότε, αυτοί (ενάγοντες) ήταν καθόλα εντάξει στις υποχρεώσεις τους προς τον εργολάβο, δεδομένου μάλιστα ότι στη δική τους οικοδομή δεν υπήρχαν γκαρσονιέρες.

Όλα αυτά εγένοντο κατά το διάστημα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, και ειδικότερα με τον πρώτο των εναγομένων, με την ιδιότητα που ενεργούσε, για να αναλάβει αυτός εργολαβικά την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο οικόπεδό αυτό κατά το σύστημα της οριζόντια ιδιοκτησίας με "αντιπαροχή", δηλαδή διαμορφώνονταν οι όροι της αντιπαροχής".

Από τις εκτεθείσες παραδοχές, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται σαφές ότι μ' αυτή έγινε δεκτό : (α) ότι η ζημία που οι ενάγοντες οικοπεδούχοι υπέστησαν εκ του ενδίκου αδικήματος είναι ίση προς το εκ άθροισμα της αξίας του επίμαχου διαμερίσματος και της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας και (β) ότι η ζημία αυτή προήλθε από την (δια παραπλανήσεως προκληθείσα σ' αυτούς) πεποίθηση ότι, για την εξίσωση των αξιών των εκατέρωθεν παροχών της συμφωνίας τους με τους αναιρεσείοντες, θα περιλαμβανόταν στη δική τους παροχή και το επίμαχο (εκτός του οικοπέδου τους) διαμέρισμα και έτσι συμφώνησαν να παραχωρήσουν το ακίνητό τους για ανοικοδόμηση, πράγμα που άλλως δεν θα έπρατταν, ήτοι δεν θα εκποιούσαν το οικόπεδό τους και θα συνέχιζαν να το έχουν στην κυριότητά τους ως οικονομική αξία (στην οποία θα περιλαμβανόταν και αξία ίση προς το επιδικασθέν ως αποζημίωση ποσό).

Έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με την προκληθείσα στους ενάγοντες ζημία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα.

Κατόπιν τούτων πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-12-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 και της εταιρίας "..... ΟΕ" για αναίρεση της 556/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ