Supreme Court dismisses appeal for failure to prove appellate court ignored evidence under Article 559(11) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a tenant and a company against a First Instance Court judgment regarding rent arrears. The appellant argued the appellate court ignored specific letters, declarations, and a sworn testimony proving the lease ended in 2011. The court found the appellate court had actually considered all submitted evidence, including the disputed testimony, when forming its factual findings. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging an appellate court failed to consider specific evidence is inadmissible if the appellate judgment explicitly demonstrates that such evidence was reviewed and weighed in the final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1660 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1660/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β. του Θ., κατοίκου ... και 2) εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…", που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νικολέττα Τσαγκαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. και 5)…. . Το 1ο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2015 ανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, την με αριθμό κατάθεσης 87492/11633/25-9-2015 ανακοίνωση δίκης και την με αριθμό κατάθεσης 106226/13670/23-11-2015πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6912/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6627/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-2-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 2ης, 3ης, 4ης και 5ης αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ` αυτόν τα περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 290/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της δίκης:
Η πρώτη αναιρεσείουσα άσκησε κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 8/9/2015 ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της 37090/2015 ατομικής ειδοποίησης ληξιπρόθεσμων χρεών της ΔΟΥ … και των …. ταμειακών βεβαιώσεων της ίδιας ΔΟΥ, με τις οποίες βεβαιώθηκαν εις βάρος αυτής, ως διαχειρίστριας της δεύτερης αναιρεσείουσας και ως εγγυήτριας υπέρ αυτής της μίσθωσης του αναφερόμενου στην ανακοπή καταστήματος, τα εκχωρηθέντα στο πρώτο αναιρεσίβλητο μισθώματα από τους εκμισθωτές δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ι.
Τ. (ήδη θανόντα) και τρίτη αναιρεσίβλητη. Το ανωτέρω δικαστήριο με την 6912/2017 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την ανακοπή, με την από 24/9/2015 ανακοίνωση δίκης του πρώτου αναιρεσίβλητου προς τις λοιπές τέσσερις αναιρεσίβλητες και με την από 20/11/2015 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, (των τριών τελευταίων ως συνιδιοκτητών του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας του εκμισθωθέντος καταστήματος, το οποίο είχε εκμισθωθεί από τον αποβιώσαντα επικαρπωτή του Ι.
Τ.) υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου και κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν την από 11/6/2018 έφεση αμφότερες οι αναιρεσείουσες, (η δεύτερη τούτων ως μισθώτρια του καταστήματος), επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα ως απαράδεκτη, γιατί αυτή "δεν μετείχε στην πρωτοβάθμια δίκη ως διάδικος με την ιδιότητα της ανακόπτουσας" και ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ως αβάσιμη και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.
Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου και από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, χωρίς όμως στην αίτηση αυτή να περιέχεται και λόγος αναίρεσης για την απόρριψη της έφεσής της ως απαράδεκτης και συνεπώς, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η αίτηση αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτη.
Αντίθετα η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. Α.Κ. σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 του ν.δ. 356/1974 Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/94 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως το τελευταίο αυτό άρθρο ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 72 παρ.22 του Ν.4272/2013, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ. 11 Ν. 4223/2013, προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα, που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής, με σχετική δήλωση του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα.
Από την δήλωση αυτή του εκχωρητή, που συνοδεύεται με βεβαίωση του ιδίου ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαιτήσεως υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, χωρίς να απαιτείται, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελία της εκχωρήσεως προς τον μισθωτή-οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο, το οποίο συνεπώς εισπράττεται από τον οφειλέτη- μισθωτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..
Στον οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της ως άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαιτήσεως, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 645/2017, ΑΠ 1245/2010).
Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντιρρήσεως, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαιτήσεως, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1074/2019, ΑΠ 645/2017, ΑΠ 1245/2010), το οποίο βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή (ΑΠ 1010/2017, ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 2284/2009).
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 του Ν. 2238/1994 δεν αντίκειται σε κάποια διάταξη του Συντάγματος, αφού τόσον η πρόβλεψή της ότι δεν απαιτείται αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη -μισθωτή, όσον και η δυνατότητα είσπραξης της εκχωρηθείσας απαίτησης κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, είναι ανεκτές συνταγματικά, ενόψει ιδίως και του ότι ο οφειλέτης μισθωτής μπορεί να προβάλει όλες τις αντιρρήσεις του με την ανακοπή του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, όπως προαναφέρθηκε.
Από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 εδ. α' και 164 ΑΚ, που ορίζουν ότι "...η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος" (άρθρο 158), "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη" (άρθρο 159 εδ. α') και "ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της" (άρθρο 164), σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι, αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία, για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής ή αν με αυτές διευρύνονται οι υποχρεώσεις των μερών, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως.
Τούτο συμβαίνει, επειδή μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, καθόσον η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 424/2011). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 106, 108, 338 § 1 και 559 αριθ. 11 περίπτ.
β ΠολΔ, η προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και όταν διατάχθηκε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 107 του ίδιου κώδικα, γίνεται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι, επομένως, αφού μπορούν να μη προσκομίσουν ή να μην επικαλεστούν ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος επιτρέπει για την απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, μπορούν και να συμφωνήσουν τη μη χρησιμοποίηση, δηλαδή τη μη προσαγωγή κι επίκληση, των αποδεικτικών αυτών μέσων, στις μεταξύ τους δίκες.
Η ίδια περίπτωση συντρέχει και όταν συμφωνείται η χρήση ορισμένου μόνον αποδεικτικού μέσου, οπότε αποκλείονται τα υπόλοιπα. Η συμφωνία αυτή είναι άκυρη αν το αποδεικτικό μέσο, που καθορίζεται ως αποκλειστικό, είναι απρόσφορο να παράσχει την οικεία απόδειξη, πράγμα που συμβαίνει και όταν υφίσταται εξαρχής αντικειμενική αδυναμία απόκτησης ή προσαγωγής του στο δικαστήριο.
Διότι τότε η συμφωνία αντίκειται στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, και ειδικότερα στους κανόνες αφενός των άρθρων 179 περιπτ. α' του Αστικού Κώδικα και 5 § 1 του Συντάγματος και, αφετέρου, των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 εδ. α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ.
ν.δ. 53/19.9.1974), αφού δεσμεύει υπέρμετρα την ελευθερία του συμβαλλομένου (και δυνάμει διαδίκου) να αξιώσει την παροχή από το αρμόδιο δικαστήριο δίκαιης και αποτελεσματικής έννομης προστασίας, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα του ενδιαφερομένου όχι να προσφύγει απλώς στο δικαστήριο, ασκώντας αγωγή ή αλλο ένδικο βοήθημα, αλλά και να προσκομίσει σ` αυτό όσα αποδεικτικά μέσα είναι απαραίτητα για τη διάγνωση της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1993).
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, την οποία καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις, οι οποίες υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, είναι έγκυρες, να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσο από την διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, είτε από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κώδικα αυτού ή άλλου νόμου, είτε όχι (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1778/2014, 1746/2013).
Το χρηματικό ποσό, που δίνεται με αιτία σύμβαση μίσθωσης (άρθρα 574 επ. ΑΚ) από τον μισθωτή στον εκμισθωτή κατά την έναρξη της μίσθωσης και αποκαλείται στις συναλλαγές "εγγύηση", αλλά αποτελεί στην πραγματικότητα εγγυοδοσία, αφού δεν έχει καμία σχέση με την σύμβαση της εγγύησης των άρθρων 847 επ. ΑΚ,, διέπεται ως προς τη λειτουργία του και ιδίως την τύχη του από την ειδικότερη συμφωνία των συμβαλλομένων (άρθρο 361 ΑΚ).
Ο σκοπός για τον οποίο δίνεται η εγγυοδοσία είναι βασικά η εξασφάλιση του εκμισθωτή για την καλή εκτέλεση της σύμβασης εκ μέρους του μισθωτή. Η εξασφάλιση αυτή περιλαμβάνει ιδίως: α) ζημιές από φθορές στο μίσθιο, β) πληρωμή δαπανών, τις οποίες υποχρεούται να καταβάλει ο μισθωτής, γ) καταβολή μισθωμάτων και τόκων, δ) πληρωμή τυχόν συμφωνημένων ποινών και γενικά οποιαδήποτε χρηματική αξίωση του εκμισθωτή κατά του μισθωτή που προέρχεται από τη λειτουργία της συγκεκριμένης μισθωτικής σύμβασης και ε) ποινική ρήτρα για την περίπτωση μη εκπλήρωσης ή ατελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του μισθωτή.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το ποσό της ποινικής ρήτρας που κατέπεσε δεν μπορεί κατά τη διάρκεια της μίσθωσης να προταθεί από το μισθωτή σε συμψηφισμό άλλης ζημίας που υπέστη ο εκμισθωτής, διότι η ανταπαίτηση του μισθωτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη. Μετά τη λήξη της μίσθωσης, η εγγυοδοσία μπορεί να προτείνεται σε συμψηφισμό απαιτήσεως του εκμισθωτή, έστω και από μισθώματα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, συνυπάρχουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτηση του σε συμψηφισμό (ΑΠ 742/2014, ΑΠ 411/2014).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ.1 και 222 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει μεταξύ άλλων, να αναφέρεται η απαίτηση του ενάγοντος δανειστή η οποία προτείνεται σε συμψηφισμό, το ποσό αυτής και ο χρόνος, κατά τον οποίο γεννήθηκε (ΑΠ 742/2014).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 14/2021), Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου και τούτο, γιατί, μόνο με την παράθεση ολοκληρωμένων των παραδοχών της απόφασης, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 887/2019)).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με το από … ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, ο Ι.
Τ., ως επικαρπωτής κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και η σύζυγός του Ε. Τ. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, της ψιλής κυριότητας ανήκουσας κατά ισομοιρία στις 4η, 5η και 6η των εφεσιβλήτων (ήδη τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων), εκμίσθωσαν στην ανακόπτουσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), ενεργούσα ατομικά και ως νόμιμη εκπρόσωπο (ς) της εταιρίας "…., το υπό στοιχεία Κ-5 ισόγειο κατάστημα του κτιρίου III, ....επιφάνειας 66, 15 τ.μ. ....που βρίσκεται στην … ....επί της συμβολής της Λεωφόρου ….
αρ. και της οδού … αρ. ... Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δωδεκαετής και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 1.2.2004 μέχρι και 31.1.2016. Με τον όρο 2 του μισθωτηρίου, το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε για το πρώτο έτος της μίσθωσης....στο ποσό των 4.500 ευρώ, ενώ από 1.1.2005 και την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου έτους, συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται αυξανόμενο κατά ποσοστό ίσο με εκείνο το δείκτη τιμών καταναλωτή (τιμάριθμου), όπως αυτό ορίζεται και ανακοινώνεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, προσαυξημένο κατά τρεις (3) ποσοστιαίες μονάδες, υπολογιζόμενο επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του τελευταίου μηνός πριν την αναπροσαρμογή, πλέον χαρτοσήμου 3, 6% και συμπληρωματικού φόρου 3%.
Με τον όρο 3 του μισθωτηρίου, συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πωλήσεως ειδών εξοπλισμού, κατοικίας και εναποθήκευσης των σχετικών εμπορευμάτων, ενώ με τον όρο 16, η ανακόπτουσα, ενεργούσα ως νόμιμη εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρίας, αλλά και ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, εγγυήθηκε υπέρ των εκμισθωτών, για την εκπλήρωση από την ως άνω εταιρία, όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως για την πληρωμή των μισθωμάτων, δηλώνοντας επιπρόσθετα ότι για την τήρηση όλων των όρων της μίσθωσης υποχρεούται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον, παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως.
Σύμφωνα με τον όρο 5 του ως άνω μισθωτηρίου, η μισθώτρια εταιρία, δια της ως άνω εκπροσώπου της ανακόπτουσας, αφού εξέτασε το μίσθιο, πριν την υπογραφή του από 23.12.2003 μισθωτηρίου και το βρήκε απολύτως κατάλληλο και πρόσφορο για τη χρήση που το προόριζε, το παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Με τον ίδιο όρο επίσης, έγινε γνωστό στην μισθώτρια και καταχωρήθηκε στο μισθωτήριο ότι το μίσθιο στερείται του μεσότοιχου με το παρακείμενο κατάστημα ιδιοκτησίας Μ., γεγονός για το οποίο δεν φέρει ευθύνη η μισθώτρια, σ' αυτή δε την κατάσταση θα παραμείνει ένεκα της μίσθωσης και του ομόρου ακινήτου από τη μισθώτρια και έτσι θα παραδοθεί.
Η πιο πάνω σημείωση έγινε, διότι η μισθώτρια, χάριν της λειτουργικότερης και αποδοτικότερης άσκησης της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και κυρίως για δημιουργία ευρύχωρου εκθεσιακού χώρου, ταυτόχρονα με την μίσθωση του υπό στοιχεία Κ-5 καταστήματος, ήτοι στις …, μίσθωσε από τις Η. θυγ. Β. Μ. και 1, το όμορο, υπό στοιχεία Κ-6 ισόγειο κατάστημα, επιφάνειας 78, 11 τ.μ., αποτελούμενο από μία ισόγεια αίθουσα, αποθήκη, πατάρι και WC.
Τα ως άνω όμορα ισόγεια καταστήματα Κ-5 και Κ-6 επικοινωνούσαν μεταξύ τους, γιατί είχε αφαιρεθεί ο μεσότοιχος και έτσι παρέμεινε, κατόπιν επιθυμίας της μισθώτριας- ανακόπτουσας, για το λόγο δε αυτό η τελευταία ήθελε να διευκρινισθεί με το μισθωτήριο, ότι δεν ήταν εκείνη που είχε αφαιρέσει τον διαχωριστικό τοίχο μεταξύ των δύο ομόρων μισθίων καταστημάτων και ότι έτσι θα το παρέδιδε κατά τη λύση ή λήξη της μίσθωσης, ως είχε δηλαδή κατά την έναρξη της μίσθωσης.
Η μίσθωση λειτούργησε κανονικά, κατά τα συμφωνηθέντα μέχρι την 30.6.2010. Στη συνέχεια, η ανακόπτουσα, ζήτησε από τους εκμισθωτές Ι. Τ. και Ε. Τ., την μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος, που είχε διαμορφωθεί στις 30.6.2010, στο ποσό των 5.953 ευρώ και οι τελευταίοι αποδέχθηκαν το αίτημά της αυτό. Για το λόγο αυτό, με το από 1.7.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της αρχικής μίσθωσης, συμφωνήθηκε η μείωση του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος για το ανωτέρω υπό στοιχεία Κ-5 κατάστημα, για μία διετία, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.7.2010 μέχρι και 30.6.2012, στο ποσό των 4.797 ευρώ μηνιαίως.
Επίσης, με το ως άνω από 1.7.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της αρχικής μίσθωσης, συμφωνήθηκε ακόμη, ότι μετά την πάροδο της διετίας και συγκεκριμένα από 1.7.2012, το μηνιαίο μίσθωμα θα επανερχόταν στο μέχρι την 30.6.2010 συνολικά καταβαλλόμενο ποσό των 5.953 ευρώ και θα αναπροσαρμοζόταν την 1.7.2013 με τους όρους του 23.12.2003 μισθωτηρίου.
Ωστόσο, από 1.1.2012, η ανακόπτουσα, έπαυσε να καταβάλει τα μισθώματα για το υπό στοιχεία Κ-5 μίσθιο κατάστημα. Μετά ταύτα, οι εκμισθωτές με την από 2.5.2012 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση-δήλωσή τους, που επιδόθηκε στη μισθώτρια εταιρία στις 4.5.2012 και στην ανακόπτουσα, ως εγγυήτρια, στις 21.5.2012, τις κάλεσαν να τους καταβάλουν τα οφειλόμενα μισθώματα, που ανέρχονταν στο ποσό των 24.782 ευρώ, μετά δε την άρνησή τους να τα καταβάλουν και την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, κατόπιν της από 6.6.2012 αίτησής τους, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1397/2012 διαταγή απόδοσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο της οποίας με την παρά πόδας αυτής από … επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στη μισθώτρια εταιρία και ατομικά στην εγγυήτρια - ανακόπτουσα, με την οποία επιτάσσονταν ν' αποδώσουν τη χρήση του υπό παραπάνω Κ-5 μισθίου καταστήματος, επειδή από δυστροπία αρνούνταν να καταβάλουν στους εκμισθωτές τα μισθώματα των μηνών Ιανουάριου, Φεβρουάριου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου του έτους 2012, ποσού 4.797 ευρώ για έκαστο μήνα, καθώς και το ποσό των 797 ευρώ, για υπόλοιπο μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2011, πλέον χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου, συνολικού ποσού 29.579 ευρώ.
Ακολούθως, επειδή η ανακόπτουσα συνέχιζε να μη καταβάλει το ως άνω σύμφωνημένο μίσθωμα οι εκμισθωτές του ακινήτου, προκειμένου να απαλλαγούν από αντίστοιχη φορολογική τους υποχρέωση, για τα αντίστοιχα μη εισπραχθέντα κατ'αυτούς μισθώματα κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 2238/1994, εκχώρησαν την ανωτέρω απαίτησή τους και συγκεκριμένα ο Ι.
Τ. του Α., υπέβαλε την με αριθ. πρωτ. … δήλωση εκχώρησης προς τη ΔΟΥ …., με την οποία εκχώρησε τις απαιτήσεις του έναντι της μισθώτριας εταιρίας για την καταβολή μισθωμάτων της χρονικής περιόδου από 1.1.2012 έως και 31.12.2012 και για το συνολικό ποσό των 43.000 ευρώ, η Ε. συζ. Ι. Τ. υπέβαλε την με αριθ. πρωτ. 22694/31.7.2013 δήλωση εκχώρησης προς τη ΔΟΥ …, με την οποία εκχώρησε τις απαιτήσεις της έναντι της μισθώτριας εταιρίας για την καταβολή μισθωμάτων της χρονικής περιόδου από 1.1.2012 έως και 31.12.2012 και για το συνολικό ποσό των 21.500 ευρώ και η Ε.
Τ. του Ι. υπέβαλε την με αριθ. πρωτ.38787/2.7.2014 δήλωση εκχώρησης προς τη ΔΟΥ …, με την οποία εκχώρησε τις απαιτήσεις της έναντι της μισθώτριας εταιρίας για την καταβολή μισθωμάτων της χρονικής περιόδου από 1.1.2013 έως και 30.6.2013 και για το συνολικό ποσό των 7.937, 33 ευρώ, προς το καθ'ού η ανακοπή -εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Μετά την ως άνω γενόμενη εκχώρηση των απαιτήσεών τους, το Δημόσιο Ταμείο της αρμόδιας ΔΟΥ …. δια του Προϊσταμένου της κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/1994, χωρίς να απαιτείται αναγγελία ή άλλη γνωστοποίηση της εκχώρησης, βεβαίωσε ως δημόσιο έσοδο την οφειλή, λόγος για τον οποίο συντάχθηκαν οι υπ'αριθ. 117/1/2015, 111/1/2015 και 536/2015 χρηματικοί κατάλογοι και απέστειλε στην ανωτέρω μισθώτρια την υπ'αριθ. 2222/1.4.2015 αρχική ατομική ειδοποίηση χρεών, καλώντας την να καταβάλει τα βεβαιωθέντα σε βάρος της ποσά.
Ακολούθως, το Δημόσιο Ταμείο της ΔΟΥ …. απέστειλε στην μισθώτρια εταιρία την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 37090/19.8.2015 ατομική ειδοποίηση ληξιπροθέσμων χρεών προς την ανακόπτουσα, με την ιδιότητα της τελευταίας ως διαχειρίστριας της εταιρίας … και ως συνυπαίτια (ς) για τα χρέη της, κατά της οποίας άσκησε την ένδικη ανακοπή, η οποία, μετά την απόρριψή της με την 6912/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που προσβάλλεται με την ένδικη έφεση, κρίνεται εκ νέου. .....Τέλος, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της ένδικης έφεσης, που βάλλουν κατά της απορριπτικής κρίσεως της εκκαλουμένης ως προς τον τρίτο λόγο ανακοπής της εκκαλούσας, ....η τελευταία ισχυρίσθηκε ότι δεν έχει καμία οφειλή από μισθώματα προς τις εκμισθώτριες - 3η, 4η, 5η και 6η των εφεσιβλήτων, καθώς ισχυρίσθηκε ότι συμφωνήθηκε να περιορισθεί η ως άνω εταιρία στη χρήση μόνο του καταστήματος υπό στοιχεία Κ-6, πλην όμως, ο ισχυρισμός της αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, αφού σύμφωνα με τον 11° όρο του από 23.12.2003 μισθωτηρίου, οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων του, θα μπορούσε να γίνει μόνο εγγράφως, αποκλεισμένου παντός άλλου μέσου, ενώ δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από την ανακόπτουσα έγγραφα ότι υπήρξε τέτοια τροποποίηση.
Η ανακόπτουσα ακόμη ισχυρίζεται ότι μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2012, δεν υπήρχε καμία οφειλή από μισθώματα προς τους εκμισθωτές, Ι. Τ. και την Ε. συζ. Ι. Τ.. Ο ισχυρισμός της αυτός, ομοίως δεν κρίνεται βάσιμος, αφού αναιρείται από το γεγονός ότι η ίδια και η ως άνω εταιρία, άσκησαν σε βάρος τους την από 21.5.2012 (Γ.Α.Κ. 94586 - αριθ.
κατ. δικ. 2078/23.5.2012) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν το δικαστικό καθορισμό του μισθώματος και τη μείωση του καταβαλλομένου μισθώματος του υπό στοιχεία Κ-5 καταστήματος των εκμισθωτών και τον προσδιορισμό του μισθώματος στο ποσό των 2.250 ευρώ μηνιαίως από 1.2.2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής επί μία διετία, επικαλούμενοι ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν ήταν δυνατό να ανταπεξέλθουν στην καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος.
Πλην όμως, επί της αγωγής αυτής δεν εκδόθηκε τελικώς απόφαση, αφού η συζήτηση αυτής κατά τη προσδιορισθείσα δικάσιμο ματαιώθηκε. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι αναγκάσθηκε το καλοκαίρι του έτους 2013 να αποχωρήσει και από το όμορο κατάστημα υπό στοιχείο Κ-6 των ως άνω αδελφών Μ., και ότι τότε οι εκμισθωτές-εφεσίβλητοι δέχθηκαν να υπογράψουν τη λύση της μίσθωσης, είναι αβάσιμος, καθώς αναιρείται από την 82/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών επί της από 27.9.2012 (αριθ.
κατ. 2034/2012) αγωγής της ανακόπτουσας και της ως άνω εταιρίας, με την οποία αυτές ζητούσαν την αναπροσαρμογή του μισθώματος για το υπό στοιχεία Κ-6 κατάστημα, στο ποσό των 2.000 ευρώ, από 1.2.2012 επί μία διετία, πλην όμως με την ως άνω απόφαση η αγωγή τους απορρίφθηκε. Περαιτέρω, αναφορικά με τα όσα επικαλείται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσης, περί συμψηφισμού της προβαλλόμενης απαίτησης του πρώτου εφεσιβλήτου με ανταπαίτησή της ποσού 59.000 ευρώ, που δόθηκε στους παραπάνω εκμισθωτές ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση των όρων της μίσθωσης και που γεννήθηκε πριν από τις γενόμενες εκχωρήσεις των μισθωμάτων στο καθ'ού η ανακοπή-εφεσίβλητο, ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ειδικότερα, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ζήτησε να συμψηφισθούν τα μισθώματα του έτους 2012 με την πρόσθετη εγγύηση των 50.000 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς της είχε εισπράξει ο Ι. Τ. και για το λόγο αυτό είχε λάβει με την κατάρτιση της μίσθωσης τρεις επιταγές της ….. για εγγυοδοσία πέραν της αναγραφόμενης στο μισθωτήριο, πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός αναιρείται από τον 10° όρο του από 23.12.2003 μισθωτηρίου, στον οποίο αναγράφεται ότι ως εγγύηση που κατέβαλε η μισθώτρια στους εκμισθωτές αναφέρεται το ποσό των 9.000 ευρώ, για την πιστή τήρηση των όρων της μισθώσεως και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από αυτή.
Το ποσό αυτό θα παραμείνει εις χείρας των εκμισθωτών και θα επιστραφεί άτοκο στην μισθώτρια όταν αυτή αποδώσει το μίσθιο, έχοντας εκπληρώσει όλες τις συναφείς υποχρεώσεις της. Το ποσό αυτό θα αναπροσαρμόζεται ταυτόχρονα με κάθε αναπροσαρμογή του μισθώματος, ώστε να αντιστοιχεί πάντοτε στο ποσό δύο μηνιαίων μισθωμάτων.
Άρα, στο παραπάνω μισθωτήριο, που κατά ρητή πρόβλεψη, υπέχει θέση αποδείξεως, δεν υπάρχει κανένας όρος για περαιτέρω πρόσθετη εγγύηση, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα., αφού αν υπήρχε τέτοια συμφωνία θα αναγραφόταν στο μισθωτήριο, η τελευταία δε, δεν δικαιούται και για κανένα λόγο να παρακρατήσει και να συμψηφίσει κάποιο μίσθωμα ή μέρος τούτου, σύμφωνα με τον 2° όρο του μισθωτηρίου.
Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τις επιταγές της …, που προσκομίζει και επικαλείται η ανακόπτουσα, καθώς ο σχετικός ισχυρισμός της δεν ενισχύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της ανακόπτουσας είναι αβάσιμες και απορριπτέες". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την ανακοπή της.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 158, 159, 164 και 361 Α.Κ. αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από αυτές και ειδικότερα αξίωσε έγγραφο τύπο για την τροποποίηση του όρου 11 του από 23/12/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, που ορίζει ότι κάθε τροποποίηση του συμφωνητικού μπορεί να γίνει μόνο εγγράφως, ενώ η τροποποίηση αυτή μπορεί να γίνει και ατύπως με νεότερη συμφωνία και έτσι απέρριψε τον λόγο ανακοπής της ότι είχε λυθεί η μίσθωση με νεότερη προφορική συμφωνία και συνεπώς δεν οφείλει τα επίδικα μισθώματα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές του δεν απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής της πρώτης αναιρεσείουσας γιατί έκρινε ότι είναι απαγορευμένη η με προφορική συμφωνία της μισθώτριας με τους εκμισθωτές λύση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, αλλά επειδή δέχθηκε ότι με τον 11ο όρο του από 23/12/2003 μισθωτηρίου του επιδίκου Κ-5 καταστήματος οι συμβληθέντες σε αυτό και ειδικότερα ή πρώτη αναιρεσείουσα ως μισθώτρια και η δεύτερη αναιρεσίβλητη και ο θανών Ι.
Τ. ως εκμισθωτές, είχαν συμφωνήσει με νόμιμη, όπως προαναφέρθηκε, εξώδικη δικονομική σύμβαση, ότι οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων του μισθωτηρίου θα μπορούσε να γίνει μόνο εγγράφως, αποκλεισμένου παντός άλλου μέσου και ότι, αφού τέτοιο έγγραφο δεν προσκομίστηκε, δεν αποδεικνύεται η προβαλλόμενη από την πρώτη αναιρεσείουσα λύση της σύμβασης μίσθωσης με προφορική συμφωνία των διαδίκων.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 447, 450 παρ. 2 και 813 Α.Κ. και έτσι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την περιεχόμενη στην ανακοπή της και επαναφερθείσα, μετά την απόρριψη της πρωτοδίκως, με λόγο έφεσης στο Εφετείο, ένσταση συμψηφισμού προς την επίδικη απαίτηση των εκμισθωτών για οφειλόμενα μισθώματα, της δικής της ανταπαίτησης εναντίον τους για επιστροφή του ποσού των 50.000 ευρώ, που είχε καταβάλει ως πρόσθετη εγγύηση στους εκμισθωτές, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, με τις υπ' αριθ.
…. επιταγές της Τράπεζας … ποσών 15.000, 19.980 και 15.020 ευρώ, αντιστοίχως, που εισπράχθηκαν από αυτούς και οφείλουν να της το επιστρέψουν κατά τη λήξη της μίσθωσης και έτσι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον σχετικό λόγο της ανακοπής της. Ο λόγος αναίρεσης αυτός ως προς την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρει το συγκεκριμένο υπαγωγικό ή ερμηνευτικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, και ως πλημμέλεια τόσον από τον αριθμό 1 όσο και από τον αριθμό 19 του ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος γιατί σε αυτόν δεν αναγράφονται ολοκληρωμένα αλλά μόνον αποσπασματικά και περιληπτικά οι κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή, κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, στον εκ των εκμισθωτών Ι. Τ. (όπως είχε ισχυρισθεί η πρώτη αναιρεσείουσα στην ανακοπή της), ποσού 50.000 ευρώ ως πρόσθετη εγγύηση της πιστής τήρησης από τη μισθώτρια εταιρεία των όρων της μίσθωσης, με την παράδοση σε αυτόν των επιδίκων τριών επιταγών της ….
γιατί: α) η καταβολή αυτή δεν αναφέρεται στο από 23/12/2003 έγγραφο μισθωτήριο, στον 10ο όρο του οποίου αναφέρεται μόνο η καταβολή από τη μισθώτρια ως εγγύηση για την πιστή τήρηση των όρων της μίσθωσης από αυτήν του ποσού των 9.000 ευρώ και β) γιατί ο ισχυρισμός της πρώτης ανακόπτουσας ότι η καταβολή αυτή αποδεικνύεται από τις τρεις ανωτέρω επιταγές είναι απορριπτέος επειδή "δεν ενισχύεται από κάποιο (ενν.
άλλο) αποδεικτικό μέσο" δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον οι ανωτέρω συνοπτικές μεν, αλλά σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ουσιαστικές παραδοχές του θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδεικνύεται η παράδοση από τη μισθώτρια εταιρεία στους εκμισθωτές (εκπροσωπούμενους από τον Ι.
Τ.) του ποσού των 50.000 ευρώ ως πρόσθετη εγγύηση για την πιστή τήρηση από τη μισθώτρια των όρων της σύμβασης μίσθωσης και συνεπώς ότι είναι απορριπτέα η προβληθείσα με την ανακοπή της πρώτης αναιρεσείουσας ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης αυτής με τα επίδικα μισθώματα.
Σύμφωνα με τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020), ούτε δε και οι νομικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, όπως είναι και ο ισχυρισμός, ότι μια διάταξη είναι αντισυνταγματική (ΑΠ 776/2011).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στη διάταξη αυτή.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007) ή νομικό ισχυρισμό του έκκαλούντος.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8, άλλως αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τον πραγματικό ισχυρισμό της, που προέβαλε για πρώτη φορά επικουρικώς με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ότι, αν θεωρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 Ν. 2238/1994 επιτρέπει:
α) την εκχώρηση οφειλομένων μισθωμάτων στο Ελληνικό Δημόσιο χωρίς αναγγελία στον οφειλέτη μισθωτή και β) το δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου να επιδιώξει την είσπραξή τους κατά τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), τότε η διάταξη αυτή είναι κατά το μέρος αυτό αντισυνταγματική, άλλως δε, αν θεωρηθεί ότι τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως απαράδεκτο γιατί δεν είχε προταθεί με την ανακοπή, εσφαλμένα κήρυξε το απαράδεκτο αυτό, αφού κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος η έρευνα περί της συνταγματικότητας ή μη των νόμων ενεργείται αυτεπαγγέλτως.
Ο λόγος αυτός ως πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο νομικός ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 4 παρ. 7 Ν. 2238/1994, δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό, ώστε, εφόσον δεν ληφθεί υπόψη, αν και προτάθηκε, να γεννάται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τον προβληθέντα πράγματι, για πρώτη φορά, με τον πρώτο λόγο έφεσης της πρώτης αναιρεσείουσας, ανωτέρω ισχυρισμό, τον απέρριψε το Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι λόγοι της ένδικης έφεσης με τους οποίους η εκκαλούσα (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) παραπονείται:
α) για την παράλειψη αναγγελίας των εκχωρηθεισών απαιτήσεων των εκμισθωτών, ..., 3ης, 4ης, 5ης και 6ης των εφεσιβλήτων (ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων) των ανείσπρακτων μισθωμάτων τους στην... εκκαλούσα (άρθρα..., 4 παρ. 7 Ν. 2238/1994)... β)... γ)... είναι απαράδεκτοι γιατί... δεν υπεβλήθησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συνεπώς αποτελούν νέους λόγους προσβολής των ανακοπτομένων πράξεων, οι οποίοι για πρώτη φορά προβάλλονται με το δικόγραφο της...
έφεσης". Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο έλαβε υπόψη και εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά ως απαράδεκτο μαζί με τον κύριο και τον ανωτέρω επικουρικό ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσείουσας περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 7 του Ν. 2238/1994, που προβλήθηκε για πρώτη φορά με την έφεση, αφού την εξέταση της αντισυνταγματικότητας ενός νόμου υποχρεούνται να την κάνουν τα δικαστήρια και χωρίς την υποβολή ειδικού ισχυρισμού διαδίκου, κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος.
Όμως με την απόφασή του αυτή το Εφετείο ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 Ν. 2238/1994 είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και συνεπώς ο ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας περί αντισυνταγματικότητάς αυτής είναι αβάσιμος. Επομένως, αφού τεθούν οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσείουσας κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του, έχει εφαρμογή μόνο σε διοικητικές ενέργειες και μέτρα, που εκδίδονται από τους φορείς του Δημοσίου στα πλαίσια των καθηκόντων τους κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας από αυτούς και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή, όταν το Δημόσιο πρόκειται να χωρήσει σε ενέργεια προς πραγμάτωση δικαιώματος αυτού, το οποίο απορρέει από ιδιωτικού δικαίου διαφορά (ΑΠ 81/2009), τέτοια δε είναι και η διαφορά που γεννάται κατά την έκδοση ταμειακής βεβαίωσης για την είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο των ανείσπρακτων μισθωμάτων του οφειλέτη μισθωτή, που εκχωρήθηκαν σε αυτό από τον εκμισθωτή, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 παρ.7 Ν. 2238/1994, αφού η έκδοση της ταμειακής βεβαίωσης δεν αποτελεί έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης, αλλά έναρξη της διαδικασίας για είσπραξη των μισθωμάτων αυτών, η οποία αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά και συνεπώς στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαίο να προηγηθεί της έκδοσης της ταμειακής βεβαίωσης κλήση για ακρόαση του μισθωτή, κατά του οποίου εκδόθηκε η βεβαίωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος.
Με τον πρώτο λόγο ανακοπής η πρώτη αναιρεσείουσα προέβαλε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, λόγω της στέρησης του δικαιώματος ακρόασης, που κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 Ν. 2690/1990, γιατί η ΔΟΥ … προχώρησε στην έκδοση των ανακοπτόμενων ταμειακών βεβαιώσεων χωρίς να την καλέσει προηγουμένως να δώσει διευκρινήσεις, από τις οποίες θα προέκυπτε ότι δεν υπήρχε οφειλή της προς τους εκμισθωτές από μισθώματα.
Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως μη νόμιμος και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τον δεύτερο λόγο έφεσης. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, που επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από τις παραδοχές της ότι κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 παρ. 7 Ν. 2298/1994 οι εκμισθωτές του ακινήτου εκχώρησαν τα μη εισπραχθέντα μισθώματα στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι μετά την εκχώρηση αυτή η ΔΟΥ … προέβη στην έκδοση των επίδικων ταμειακών βεβαιώσεων και της επίδικης ταμειακής ειδοποίησης "χωρίς να απαιτείται αναγγελία ή άλλη γνωστοποίηση της εκχώρησης" συνάγεται ότι με την ανωτέρω συνοπτική αιτιολογία το Εφετείο ερεύνησε και ορθώς απέρριψε ως μη νόμιμο και τον ανωτέρω πρώτο λόγο ανακοπής και συνεπώς αφού προστεθούν στις αιτιολογίες του κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ και οι ανωτέρω αιτιολογίες, που περιλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Η ανωτέρω εκ του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ ανακοπή του οφειλέτη, η οποία ασκείται προ της ενάρξεως της εκτελέσεως και αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις (λόγους) κατά του κύρους των προσβαλλομένων με αυτήν πράξεων, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής.
Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (Ολ. ΑΠ 10/1997). Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ συνδυαζόμενη με την διάταξη του άρθρου 73 παρ.1 εδαφ. β' του ΚΕΔΕ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση (ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 1098/2008).
Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β` ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής ή της αναίρεσης, κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ.
β` ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται στον αντίδικο εντός της οριζόμενης στο άρθρο αυτό προθεσμίας. Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ούτε δε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 1098/ 2008).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι πρώτη αναιρεσείουσα, αφού ισχυρίζεται ότι με την ανακοπή της είχε προβάλει τον πραγματικό ισχυρισμό ότι δεν οφείλει τα επίδικα μισθώματα, γιατί η σύμβαση μίσθωσης έληξε τον Ιανουάριο του 2012, όταν η μισθώτρια εταιρεία - ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα - περιορίσθηκε στη χρήση του γειτονικού και συνενωμένου με το επίδικο καταστήματος και ότι με την έφεσή της εξειδίκευσε τα περιστατικά του ισχυρισμού της αναφέροντας ότι η σύμβαση μίσθωσης έληξε κατά τα ανωτέρω στις 31/12/2011, άλλως στις 31/1/2012, άλλως στις 4/5/2012, όταν της κοινοποιήθηκε η από 2/5/2012 εξώδικη δήλωση των εκμισθωτών, με την οποία κατήγγειλαν τη σύμβαση μίσθωσης, άλλως στις 1/2/2013 όταν η μισθώτρια κάλεσε τους εκμισθωτές να παραλάβουν το μίσθιο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς της για λύση της μίσθωσης και σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό της για λύση της μίσθωσης στις 2/5/2012 ως απαράδεκτο γιατί προβλήθηκε για πρώτη φορά με την έφεση, δεδομένου ότι αυτός αποδεικνυόταν από έγγραφο και συγκεκριμένα από την ανωτέρω από 2/5/2012 καταγγελία και συνεπώς παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προβλήθηκε για πρώτη φορά με λόγο έφεσης ο λόγος.
Ο πραγματικός ισχυρισμός ότι η σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 4/5/2012 με καταγγελία αυτής από τους μισθωτές και όχι με τον περιορισμό της μισθώτριας στο γειτονικό του επιδίκου μισθίου ακινήτου κατάστημα, όπως αναφέρεται στην ανακοπή, αποτελεί νέο λόγο ανακοπής, αφού περιλαμβάνει διαφορετικά πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του από τα αναφερόμενα στην ανακοπή και γι' αυτό, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, που προηγήθηκε, απαραδέκτως προβλήθηκε για πρώτη φορά με λόγο έφεσης, αφού μόνο με την ανακοπή ή με πρόσθετο λόγο σε αυτήν θα μπορούσε να προβληθεί, ενώ δεν εφαρμόζεται το άρθρο 527 ΚΠολΔ, που επιτρέπει τη βραδεία αυτή προβολή και όταν ο προβαλλόμενος πραγματικός ισχυρισμός αποδεικνύεται εγγράφως και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον λόγο αυτό ως απαράδεκτο, δεν ενήργησε παρά τον νόμο και γι' αυτό ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε τελικά υπόψη όλους τους ανωτέρω πραγματικούς ισχυρισμούς της πρώτης αναιρεσείουσας περί λύσης της μίσθωσης, τους οποίους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους, αφού δέχθηκε ότι η συναφθείσα στις 23/12/2003 επίδικη σύμβαση μίσθωσης λύθηκε το καλοκαίρι του 2013 με έγγραφο συμφωνητικό λύσης αυτής, που υπογράφηκε από τους εκμισθωτές και τη μισθώτρια και συνεπώς ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην εκκαλούμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: 1) τις από 5/4/2012 και 6/4/2012 επιστολές της πέμπτης αναιρεσίβλητης, β) τις από 11/4/2013 και 11/6/2013 εξώδικες δηλώσεις των εκμισθωτών και γ) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Β.
Σ., που δόθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση υπ' αριθ. 6912/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τα οποία αποδεικτικά μέσα επικαλέστηκε νόμιμα και προσεκόμισε τόσον ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου όσον και ενώπιον του Εφετείου, από τα οποία αποδεικνύονται οι περιλαμβανόμενοι στον τρίτο λόγο ανακοπής της και επαναφερθέντες στο Εφετείο με λόγους της έφεσής της πραγματικοί ισχυρισμοί της ότι η μίσθωση λύθηκε στις 31/12/2011 με συμφωνία που σύναψε με τους εκμισθωτές, ότι από 1/1/2012 σταμάτησε η μισθώτρια να χρησιμοποιεί το μίσθιο κατάστημα και ότι συνεπώς η μισθώτρια δεν οφείλει τα επίδικα μισθώματα και έτσι απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για την κατ' ουσίαν εξέταση της υπόθεσης την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δοθείσα ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Β. Σ., όπως ρητά αναφέρεται στην απόφαση, ενώ και από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, έγγραφα.
Επομένως, ο ανωτέρω, από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, η οποία, με βάση την Συνταγματική αρχή της ισότητας, εφαρμόζεται και όταν νικά το Ελληνικό Δημόσιο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 28-2-2020 αίτηση των 1) Α. Β. και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία … για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6627/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
-Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τρικόσια (300) ευρώ.
Και -
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ