Legislator Case Law & Legislation
1660/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance conviction for counterfeit currency but remands possession charge for retrial.

Case Number 1660/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the first-instance conviction for supplying and importing counterfeit Euro banknotes, declaring the defendant innocent of those specific charges. However, the court remanded the separate charge of possession for a new trial before a different panel of judges. This decision was based on the principle that when a case proceeds through two levels of substantive judgment, the appeal mechanism targets only the second-instance judgment, while grounds attacking the first judgment are inadmissible unless specific statutory conditions for the appeal are met.

Legislator headnote

AI generated

Article 504(1) of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(d) of the Penal Code: When a case has passed through two levels of substantive judgment, the appeal targets only the second-instance judgment, and grounds attacking the first judgment are inadmissible unless the appeal is admissible under specific statutory circumstances, in which case the court may acquit the defendant of the charged offenses and remand the matter for retrial.

Keywords

AI generated
counterfeit currency appeal admissibility two levels of judgment innocence declaration remand for retrial possession charge Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 504(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1660 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1660/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Ιουλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευστάθιο Βελισσαρίου, ο οποίος διορίστηκε με την 154/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση των υπ' αριθμ. 546/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και 2941/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 667/2019.

Αφού άκουσε Tον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η από 17 Απριλίου 2019 κρινόμενη αίτηση, για αναίρεση των αποφάσεων 546/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και 2941/2012 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνου Αμπατζή και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7/2019 και να αναιρεθεί η απόφαση 546/2017 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Να απορριφθεί η αναίρεση κατά της απόφασης 2941/2012 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 Κ.Π.Δ, σύμφωνα με την οποία, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, προκύπτει ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσης, με το ένδικο μέσο αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 17.4.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 546/7.6.2018 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για την αξιόποινη πράξη της προμήθειας, εισαγωγής και κατοχής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων με σκοπό να τεθούν σε κυκλοφορία ως γνήσια, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ., σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών με τριετή αναστολή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.

Επομένως, είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία, ενώ κατά το μέρος που πλήττει την πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 2941/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης είναι απαράδεκτη. Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. (άρθρα 460, 461 αυτού), με την οποίαν ορίζεται ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη.

Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 511 και 518 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ. (άρθρα 585, 586 και 589 παρ. 3 αυτού), συνάγεται ότι αν καταστεί ανέγκλητη η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη που δεν είναι πλέον αξιόποινη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 207 του προϊσχύσαντος Π.Κ., όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή.

Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή. Το ανωτέρω έγκλημα είναι σωρευτικώς μικτό και έτσι όποιος προμηθεύεται, κατέχει και εξάγει παραχαραγμένο νόμισμα διαπράττει ισάριθμα, αυτοτελή και διακεκριμένα εγκλήματα κατά την έννοια του άρθρου 94 του ΠΚ, τα οποία συρρέουν αληθώς και τιμωρούνται αυτοτελώς, έστω και αν έχουν το ίδιο υλικό αντικείμενο, αφού στην ανωτέρω διάταξη δεν εμπεριέχεται διάταξη ανάλογη με αυτήν του άρθρου 20 παρ. 3 του Ν. 4139/2013, που προβλέπει την επιβολή στον υπαίτιο μιας ποινής αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους (προμήθεια, αποδοχή, κατοχή, εισαγωγή, εξαγωγή κλπ) και αφορά στην ίδια ποσότητα παραχαραγμένων νομισμάτων, όπως δεν υπάρχει τέτοια διάταξη και στο άρθρο 15§1 του Ν. 2168/1993 περί όπλων κλπ.

Ήδη μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ίσχυσε ο νέος Ποινικός Κώδικας, που κυρώθηκε με το Ν.4619/2019 και με το άρθρο 207 ορίζεται ότι "όποιος παραποιεί ή νοθεύει νόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, ή κατέχει πλαστό νόμισμα με τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".

Με τη νέα αυτή διάταξη αφενός μεν περιορίζονται τα όρια του αξιοποίνου, αφού ο υπαίτιος τιμωρείται μόνο όταν παραποιεί ή νοθεύει νόμισμα ή κατέχει πλαστό νόμισμα και όχι όταν προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει και μεταφέρει τέτοιο νόμισμα και αφετέρου προβλέπεται πλαίσιο ποινής κάθειρξης πέντε έως δέκα έτη και χρηματική ποινή χωρίς ελάχιστο όριο.

Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ` έφεση και με την προσβαλλόμενη υπ` αρ. 546/2018 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της προμήθειας, εισαγωγής και κατοχής, παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, την 15η Σεπτεμβρίου 2006 στους παρακάτω τόπους τέλεσε περισσότερα αδικήματα και συγκεκριμένα:

Α) Στη …. προμηθεύτηκε παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προμηθεύτηκε από Βούλγαρο υπήκοο αγνώστων στοιχείων πέντε (5) παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των διακοσίων (200) ευρώ έκαστο, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.

Όλα, δε, τα ανωτέρω χαρτονομίσματα ήταν παραποιημένα, καθώς είχαν κατασκευαστεί εξ υπαρχής κατ' απομίμηση γνήσιων χαρτονομισμάτων από άτομο που δεν είχε την εξουσία να εκδίδει ευρωπαϊκό χαρτονόμισμα, αντιποιούμενο αποκλειστικό δικαίωμα εκδόσεώς τους, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια λόγω του βαθμού ομοιότητάς τους με αυτά, γεγονός που ο κατηγορούμενος γνώριζε.

Β) Εισήγαγε από τη ….στην Ελληνική Επικράτεια παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους, με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, εν γνώσει του εισήγαγε τα ανωτέρω υπό στοιχείο Α' αναφερθέντα παραποιηθέντα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (εξ υπαρχής κατασκευασμένα για να φαίνονται γνήσια) χαρτονομίσματα, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.

Γ) Στον ... κατείχε παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατείχε τα ανωτέρω υπό στοιχείο Α' αναφερθέντα παραποιηθέντα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (εξ υπαρχής κατασκευασμένα για να φαίνονται γνήσια) χαρτονομίσματα, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.

Επομένως αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της προμήθειας, εισαγωγής και κατοχής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων με σκοπό να τεθούν σε κυκλοφορία ως γνήσια, να του αναγνωριστεί δε το ελαφρυντικό του άρθρ. 84 παρ. 2α'ΠΚ, που του αναγνωρίστηκε και πρωτοδίκως, μη δυναμένου του παρόντος δικαστηρίου να χειροτερεύσει τη θέση του.".

Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιόποινων πράξεων της προμήθειας, εισαγωγής και κατοχής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων με σκοπό να τεθούν σε κυκλοφορία ως γνήσια με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' Π.Κ, το οποίο του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών.

Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Την 15η Σεπτεμβρίου 2006 στους παρακάτω τόπους τέλεσε περισσότερα αδικήματα και συγκεκριμένα: Α) Στη ... προμηθεύτηκε παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προμηθεύτηκε από Βούλγαρο υπήκοο αγνώστων στοιχείων πέντε (5) παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των διακοσίων (200) ευρώ έκαστο, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.

Όλα, δε, τα ανωτέρω χαρτονομίσματα ήταν παραποιημένα, καθώς είχαν κατασκευαστεί εξ υπαρχής κατ' απομίμηση γνησίων χαρτονομισμάτων από άτομο που δεν είχε την εξουσία να εκδίδει ευρωπαϊκό χαρτονόμισμα, αντιποιούμενο αποκλειστικό δικαίωμα εκδόσεώς τους, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια λόγω του βαθμού ομοιότητάς τους με αυτά, γεγονός που ο κατηγορούμενος γνώριζε.

Β) Εισήγαγε από τη ... στην Ελληνική Επικράτεια παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους, με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, εν γνώσει του εισήγαγε τα ανωτέρω υπό στοιχείο Α' αναφερθέντα παραποιηθέντα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (εξ υπαρχής κατασκευασμένα για να φαίνονται γνήσια) χαρτονομίσματα, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.

Γ) Στον ... κατείχε παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατείχε τα ανωτέρω υπό στοιχείο Α' αναφερθέντα παραποιηθέντα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (εξ υπαρχής κατασκευασμένα για να φαίνονται γνήσια) χαρτονομίσματα, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.".

Στην προκειμένη, δηλαδή, περίπτωση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος κατοχής, προμήθειας και εισαγωγής παραχαραγμένων ευρωπαϊκών χαρτονομισμάτων. Από τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις, αυτές της προμήθειας και εισαγωγής παραχαραγμένων ευρωπαϊκών χαρτονομισμάτων, που ήταν αυτοτελή και διακεκριμένα εγκλήματα κατά την έννοια του άρθρου 94 του Π.Κ., όπως προαναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσης, έπαυσαν να είναι αξιόποινες πράξεις κατά το άρθρο 207 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ..

Κατά συνέπεια, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο του ως άνω επιεικέστερου Ποινικού Κώδικα. Καθόσον αφορά την κατοχή, με τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πιο συγκεκριμένα το σκεπτικό αυτής αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού και δεν αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα με ποια αποδεικτικά μέσα και με ποιους συλλογισμούς σχημάτισε την δικανική του κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά το βάσιμο συναφή δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω και εφόσον συντρέχει νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο του ως άνω επιεικέστερου άρθρου του ισχύοντος από 1.7.2019 Ποινικού Κώδικα και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αθώος των ως άνω αξιόποινων πράξεων της προμήθειας και εισαγωγής παραχαραγμένων ευρωπαϊκών χαρτονομισμάτων.

Πρέπει, περαιτέρω, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της που αφορά την κατοχή για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 546/7.6.2018 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο του ότι: "Την 15η Σεπτεμβρίου 2006 στους παρακάτω τόπους τέλεσε περισσότερα αδικήματα και συγκεκριμένα: Α) Στη ... προμηθεύτηκε παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προμηθεύτηκε από Βούλγαρο υπήκοο αγνώστων στοιχείων πέντε (5) παραχαραγμένα χαρτονομίσματα των διακοσίων (200) ευρώ έκαστο, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.

Όλα, δε, τα ανωτέρω χαρτονομίσματα ήταν παραποιημένα, καθώς είχαν κατασκευαστεί εξ υπαρχής κατ' απομίμηση γνησίων χαρτονομισμάτων από άτομο που δεν είχε την εξουσία να εκδίδει ευρωπαϊκό χαρτονόμισμα, αντιποιούμενο αποκλειστικό δικαίωμα εκδόσεώς τους, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια λόγω του βαθμού ομοιότητάς τους με αυτά, γεγονός που ο κατηγορούμενος γνώριζε.

Β) Εισήγαγε από τη ... στην Ελληνική Επικράτεια παραχαραγμένα ευρωπαϊκά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους, με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, εν γνώσει του εισήγαγε τα ανωτέρω υπό στοιχείο Α' αναφερθέντα παραποιηθέντα κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (εξ υπαρχής κατασκευασμένα για να φαίνονται γνήσια) χαρτονομίσματα, τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής.".Και

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της που αφορά την πράξη της κατοχής παραχαραγμένων ευρωπαϊκών χαρτονομισμάτων, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ