1660/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1660/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μεταξύ των ιδρυτών και μετόχων της ήταν ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Κ., αλλά και ο αδελφός του Γ. Κ.. Το έτος 1983 το 50 % του μετοχικού της κεφαλαίου εξαγοράστηκε από την εταιρεία "Μ. ΑΕ" και τον Κ. Μ., στους οποίους, το έτος 1987, περιήλθε και το υπόλοιπο 50 %, με αποτέλεσμα η οικογένεια Μ., υπό τις ανωτέρω μορφές της, να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών της ΗΛΙΟΣ ΑΕ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1660 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1660/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΟΣ Α.Ε", με έδρα την Ελούντα Αγίου Νικολάου, Νομού Λασιθίου, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σταύρο Γεωργιάδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 20 Οκτωβρίου 2011 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και Αναστασίου Μαγείρου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΕΛΟΥΝΤΑ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Ελούντα Αγίου Νικολάου, Νομού Λασιθίου, νομίμως εκπροσωπουμένης και 2. Σ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Μιχαήλ Σταθόπουλο και Γεώργιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8166/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2606/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουλίου 2010 αίτησή της, με τους με ιδιαίτερο από 28-6-2011 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 757/21-7-2010 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 109/28-6-2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2606/18-5-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 757/21-7-2010 αίτηση αναιρέσεως με τους με ιδιαίτερο 109/28-6-2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 2606/18-5-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με το 149013/8787/5-10-2005 δικόγραφο αγωγών της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της (α) αποζημιώσεως και (β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους εναγόμενους άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της υποστηρίξεως και διαδόσεως ψευδών ειδήσεων σε βάρος της, αποδίδοντας, τελούντες σε γνώση της αναληθείας τους, πολεοδομικές παραβάσεις κατά την ανέγερση κτισμάτων στο ξενοδοχειακό της συγκρότημα Elounda Beach, με σκοπό την ματαίωση της επικείμενης κατ' εκείνο τον χρόνο εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν παράνομη και καταχρηστική.
Επί των εν λόγω αντικειμενικώς σωρευομένων (ΚΠολΔ 218 παρ.1) αγωγών εκδόθηκε η απορριπτική αυτών 8166/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι η με στοιχ.(β) αξίωση της αναλώθηκε στο σύνολό της κατά την παράστασή της ως πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου και η με στοιχ.(α) απαίτησή της για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράγματι αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και της φερομένης ως προκληθείσης από την αιτία αυτή θετικής ζημίας της αναιρεσείουσας.
Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι διάδικοι με τις (i) 2547/13-3-2009 και (ii)1219/10-2-2009 εφέσεις, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων εκδόθηκε η 2606/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση η με στοιχ.(ii) έφεση των εναγομένων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου προς τούτο συμφέροντος. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (i) εφέσεως της εναγούσης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά τα αναφερόμενα κονδύλια του με στοιχ.(α) κεφαλαίου αυτής, ως και εκείνο περί δικαστικών εξόδων και εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν της υποθέσεως απέρριψε κατά τούτο την με στοιχ.(α) αγωγή ως αόριστη και προσδιόρισε τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων-εφεσιβλήτων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας στο ποσό των 50.000,00 ευρώ.
Την κατ' ουσίαν απόρριψη κατά τα λοιπά και ως προς το με στοιχ.(β) κεφάλαιο αυτής της εφέσεως της ενάγουσας στήριξε, με αντικατάσταση των αιτιολογιών της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία συνεστήθη το έτος 1968 με κύριο σκοπό την ίδρυση και εκμετάλλευση ξενοδοχείων και παντός είδους τουριστικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα.
Μεταξύ των ιδρυτών και μετόχων της ήταν ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Κ., αλλά και ο αδελφός του Γ. Κ.. Το έτος 1983 το 50 % του μετοχικού της κεφαλαίου εξαγοράστηκε από την εταιρεία "Μ. ΑΕ" και τον Κ. Μ., στους οποίους, το έτος 1987, περιήλθε και το υπόλοιπο 50 %, με αποτέλεσμα η οικογένεια Μ., υπό τις ανωτέρω μορφές της, να αποκτήσει το σύνολο των μετοχών της ΗΛΙΟΣ ΑΕ.
Η ενάγουσα έχει στην πλήρη και αποκλειστική της κυριότητα και εκμεταλλεύεται δύο ξενοδοχειακά συγκροτήματα στην περιοχή της Ελούντας Κρήτης, το Εlounta Beach που έχει ανεγερθεί σε παραθαλάσσιο οικόπεδο εμβαδού 122.555 τ.μ. και λειτουργεί από το έτος 1971 και το Εlounda Bay Palace που έχει ανεγερθεί σε παραθαλάσσιο οικόπεδο εμβαδού 72.653 τ.μ.
και λειτουργεί από το έτος 1978. Η πρώτη εναγόμενη, η οποία συνεστήθη το έτος 1985 με βασικό της μέτοχο και νόμιμο εκπρόσωπο τον δεύτερο εναγόμενο, έχει στην κυριότητα της και εκμεταλλεύεται, μεταξύ άλλων, δύο ξενοδοχεία που βρίσκονται στην Ελούντα, το Εlounda Μare και το Ρorto Εlounda Mare, εκ των οποίων το πρώτο είναι όμορο του ξενοδοχείου της ενάγουσας Εlounta Beach.
Με την από 9/11/1999 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 620.000.000 δρχ. και η εισαγωγή των μετοχών της στην Κύρια Αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), με δημόσια εγγραφή και ιδιωτική τοποθέτηση. Η αύξηση αυτή θα επιτυγχανόταν με την έκδοση 3.100.000 νέων μετοχών ονομαστικής αξίας 200 δρχ.
καθεμία. Για το σκοπό αυτό αποφασίστηκε και η σχετική τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού της. Η ως άνω τροποποίηση εγκρίθηκε με απόφαση του Νομάρχη Λασιθίου (ΦΕΚ 2285/27-3-2000 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Στη συνέχεια και επειδή δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί η απαιτούμενη διαδικασία εντός της νόμιμης προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 και 4 του ν. 2190/1920, η γενική συνέλευση των μετόχων της ενάγουσας, με τις από 30/3/2000 και 7/8/2000 αποφάσεις της, ανανέωσε την πιο πάνω απόφαση για την εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΑ και την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά το ποσό των 620.000.000 δρχ., με την μόνη διαφοροποίηση ότι θα εκδίδονταν 6.200.000 νέες ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 100 δρχ.
καθεμία, προκειμένου να επιτευχθεί η μεγαλύτερη διασπορά τους. Οι σχετικές τροποποιήσεις εγκρίθηκαν με αποφάσεις του Νομάρχη Λασιθίου (ΦΕΚ 3015/3-5-2000 και 8160/4-9-2000 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Για τον πιο πάνω σκοπό η ενάγουσα σύναψε, στις 17/8/1999, ιδιωτικό συμφωνητικό με την "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ", με αντικείμενο την εκ μέρους της Τράπεζας αναδοχή και διενέργεια όλων των αναγκαίων προπαρασκευαστικών ενεργειών για την εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΑ, ενώ με το από 3/4/2000 πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑLPHΑ FΙΝΑΝCΕ" υποκαταστάθηκε στο δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠIΣΤΕΩΣ ΑΕ" που απέρρεαν από τη σύμβαση αναδοχής.
Στις 25/5/2000 το ΔΣ του Χρηματιστηρίου ενέκρινε το Ενημερωτικό Δελτίο για την εισαγωγή των μετοχών της ενάγουσας στην Κύρια Αγορά του ΧΑΑ και στη συνέχεια το ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την με αριθμό 3/195/19-7-2000 απόφαση του, χορήγησε στην ενάγουσα την άδεια για τη διάθεση 5.906.000 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 100 δραχμών, με δημόσια εγγραφή η οποία ορίστηκε να διεξαχθεί στο διάστημα από 10 έως 13 Οκτωβρίου 2000.
Η τιμή διάθεσης των νέων μετοχών που θα διατίθεντο με δημόσια εγγραφή αποφασίστηκε, από κοινού με τους αναδόχους, να καθοριστεί το διήμερο μετά το πέρας της περιόδου των εγγραφών, με βάση τις προσφορές που θα υπέβαλαν οι θεσμικοί επενδυτές στο Βιβλίο Υποβολής Προσφορών (διαδικασία bookbuilding), εντός του δεσμευτικού εύρους που καθόρισαν οι ανάδοχοι και ήταν από 3.900 δρχ.
έως 4.200 δρχ. Οι υπόλοιπες 294.000 μετοχές θα διατίθεντο με ιδιωτική τοποθέτηση, και πράγματι διετέθησαν με επιτυχία στο προσωπικό και τους συνεργάτες της ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα από 29/9/2000 έως 4/10/2000, στην τιμή των 4.200 δρχ. ανά μετοχή. Η διαδικασία της δημόσιας εγγραφής, όμως, δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία αφού το ενδιαφέρον του επενδυτικού κοινού ήταν εξαιρετικά μειωμένο.
Έτσι, ενώ αυτή ξεκίνησε κανονικά στις 10/10/2000, στις 13/10/2000, δηλαδή την τελευταία ημέρα της εγγραφής και ενόψει του ότι η προσδοκώμενη αύξηση κεφαλαίου είχε καλυφθεί μόνο κατά το 30% περίπου, η ενάγουσα, σε συνεργασία με τους αναδόχους της, αποφάσισε να τη διακόψει και να την αναβάλει επ' αόριστον. Την επομένη ημέρα (14/10/2000) προέβη, μέσω του τύπου, σε σχετική ανακοίνωση προς τους επενδυτές, η οποία είχε ως εξής: "Λόγω της ιδιαίτερα αρνητικής χρηματιστηριακής συγκυρίας τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς και με γνώμονα την προστασία του επενδυτικού κοινού αποφασίστηκε η αναβολή της δημόσιας εγγραφής".
Η ενάγουσα ισχυρίζεται, με την κρινόμενη αγωγή της, ότι η αποτυχία της προγραμματισθείσας δημόσιας εγγραφής των μετοχών της και η μη εισαγωγή της εντέλει στο Χρηματιστήριο, με επακόλουθο την επικαλούμενη ζημία της, οφείλεται σε μια σειρά ενεργειών, επώνυμων και ανώνυμων, των εναγομένων, οι οποίοι ισχυρίσθηκαν και διέδωσαν ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν (και εντέλει έβλαψαν) την εμπιστοσύνη του επενδυτικού κοινού έναντι της εταιρείας ΗΛΙΟΣ ΑΕ.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι η πρώτη εναγόμενη κατέθεσε ενώπιον του ΣτΕ τρεις αιτήσεις ακυρώσεως, με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση τριών οικοδομικών αδειών, που είχαν εκδοθεί από τη Νομαρχία Λασιθίου, για την κατασκευή συμπληρωματικών κτιρίων στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας, επικαλούμενη ανύπαρκτες πολεοδομικές παραβάσεις και ειδικότερα ότι οι εν λόγω άδειες είχαν εκδοθεί χωρίς προηγούμενο καθορισμό οριογραμμής αιγιαλού και παραλίας.
Ότι τις αιτήσεις αυτές κατέθεσε ενώ γνώριζε ότι, με την με αριθμό 29923/13-3-1969 απόφαση του Νομάρχη Λασιθίου και στη συνέχεια με την με αριθμό Ε 38992/2-11-1970 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Δημοσίων Έργων, εγκρίθηκε η ανέγερση των ξενοδοχείων της "παρά τον αιγιαλόν εις Ελούντα Λασιθίου εις απόστασιν μικροτέραν των τριάκοντα (30) μέτρων από του ορίου του αιγιαλού".
Η ύπαρξη δε των πιο πάνω αποφάσεων ήταν γνωστή στους εναγόμενους, αφού ο δεύτερος εξ αυτών και ο αδελφός του Γ. Κ. ήταν αυτοί που, ως ιδρυτές και μέτοχοι της ενάγουσας σε ποσοστό 50%, προκάλεσαν την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων, την ύπαρξη των οποίων ωστόσο δεν ανέφεραν στις αιτήσεις ακυρώσεως που κατέθεσαν ενώπιον του ΣτΕ.
Διατείνεται επίσης, ότι οι εναγόμενοι, εκτός από την κατάθεση των ως άνω αιτήσεων, φρόντισαν να διοχετεύσουν στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο τους, ως άνω, δυσφημιστικούς ισχυρισμούς τους και για τις ενέργειες τους αυτές σκόπιμα επέλεξαν την ανωτέρω χρονική περίοδο, κατά την οποία η ενάγουσα προετοιμαζόταν για την εισαγωγή της στο ΧΑΑ, αφού σκοπός τους ήταν να την βλάψουν.
Οι ως άνω αποδιδόμενες στους εναγόμενους ενέργειες διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ήτοι σ' εκείνες που έγιναν από αυτούς επωνύμως και σε κάποιες άλλες που είναι μεν ανώνυμες, πλην όμως η ενάγουσα τις αποδίδει σ' αυτούς. Ως προς τις προαναφερόμενες ενέργειες, αλλά και το ιστορικό της διαφοράς που έχει προκύψει μεταξύ των διαδίκων, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Με τις με αριθμούς …/16-3-2000, …/17-3-2000 και …/24-4-2000 άδειες οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας Αγίου Νικολάου της Νομαρχίας Λασιθίου, επιτράπηκε στην ενάγουσα η κατασκευή κεντρικού κτιρίου Β2, κεντρικού κτιρίου Β1 και πέντε νέων οικίσκων (bungalows) τύπου Ζ, αντίστοιχα, στις ξενοδοχειακές της εγκαταστάσεις στο ξενοδοχείο Εlounda Βeαch στην περιοχή της Ελούντας Κρήτης.
Στις 25/4/2000 η πρώτη εναγόμενη, που όπως προαναφέρθηκε διατηρεί όμορο του Εlounda Βeαch ξενοδοχείο, κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δύο (2) αιτήσεις ., με τις οποίες ζητούσε να ακυρωθούν οι με αριθμό …/16-3-2000 και 42/17-3-2000 ως άνω άδειες, που αφορούσαν την προσθήκη κεντρικών κτιρίων με στοιχεία Β2 και ΒΙ, αντίστοιχα, στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας.
Στις αιτήσεις αυτές η πρώτη εναγόμενη ανέφερε ότι η ενάγουσα ανήγειρε τετραώροφα κτίρια, αντί των διώροφων που της είχε επιτραπεί με τις ανωτέρω άδειες και ζητούσε την ακύρωση τους για τους λόγους ότι: Α) Είχαν εκδοθεί "κατά παράβαση του άρθρου 173 κεφ. Ε εδ 1 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. 14/27-7-1999 ΦΕΚ Δ 580), το οποίο συμπεριέλαβε τη διάταξη του άρθρου 8 του π.δ. 6/17-10-1976 για τους όρους και περιορισμούς δόμησης των τουριστικών εγκαταστάσεων εκτός ρυμοτομικών σχεδίων και εκτός ορίων οικισμού", αφού δεν είχε καθορισθεί η γραμμή του αιγιαλού ούτε βεβαίως της παραλίας.
Ειδικότερα η πρώτη εναγόμενη ισχυριζόταν με τις ανωτέρω αιτήσεις της, ότι απαραίτητη προϋπόθεση, τόσο για την εφαρμογή της διάταξης που ορίζει την απόσταση των τουριστικών εγκαταστάσεων από τη γραμμή του αιγιαλού σε τουλάχιστον 50 μέτρα, όσο και για την τήρηση των λοιπών όρων δόμησης των παραθαλάσσιων γηπέδων, που καθορίζουν το συντελεστή δόμησης, την κάλυψη, το επιτρεπόμενο ύψος των κτιρίων κλπ., είναι ο προηγούμενος καθορισμός του αιγιαλού.
Ισχυριζόταν, επίσης, ότι τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και στην περίπτωση που ήθελαν θεωρηθούν εφαρμοζόμενες οι διατάξεις του π.δ. της 30/6/1991 (ΦΕΚ Δ 474) περί καθορισμού ειδικών όρων για τουριστικές εγκαταστάσεις, μεταξύ άλλων, και της νήσου Κρήτης, σύμφωνα με τις οποίες τα κτίρια που ανεγείρονται σε γήπεδα εμβαδού μεγαλύτερου των 50 στρεμμάτων επιτρέπεται να τοποθετούνται σε επαφή με την παραλία αφού, εκτός του ότι η εν λόγω διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 24 του Συντάγματος, σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή της προϋποθέτει και πάλι καθορισμό του αιγιαλού και συνακόλουθα της παραλίας.
Β) Οι προσβαλλόμενες άδειες στερούντο νόμιμης αιτιολογίας αφού η Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ) δεν προέβη, ως όφειλε, σε παρεμπίπτουσα κρίση για τη Συνδρομή των φυσικών φαινομένων που καθορίζουν τα όρια του αιγιαλού και συνακόλουθα της παραλίας, ώστε να είναι δυνατή η τήρηση της ελάχιστης κατά το νόμο απόστασης από τα όρια τους.
Στην αίτηση ακυρώσεως της με αριθμό …/16-3-2000 οικοδομικής άδειας, η πρώτη εναγόμενη ανέφερε επί πλέον ότι η προσβαλλόμενη άδεια εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 173 κεφ. Γ παρ. στ του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, που ορίζει τα 10 μ. ως ελάχιστη απόσταση από τα όρια του γηπέδου, προκειμένου περί κτιρίων ύψους έως 7,50 μ., αφού η ως άνω άδεια επιτρέπει την ανέγερση διωρόφου κτιρίου σχεδόν σε επαφή με το νότιο όριο του γηπέδου.
Στη συνέχεια ο δεύτερος εναγόμενος με την από 18/5/2000 αίτηση του προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας - Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου ζήτησε: α) να του χορηγηθούν "αντίγραφα των φακέλων των οικοδομικών αδειών που χορηγήθηκαν στην ενάγουσα μετά την 15η Μαρτίου 2000 (εκτός των αδειών … και …)" και β) να του γνωρίσουν "τα άρθρα του ΓΟΚ - διαταγμάτων - Υπουργικών Αποφάσεων βάσει των οποίων χορηγήθηκαν μέχρι σήμερα οικοδομικές άδειες στην ενάγουσα χωρίς να υπάρχει προσδιορισμένη γραμμή χειμερίου κύματος".
Η ως άνω Διεύθυνση Πολεοδομίας, με το με αριθμό 18848/24-5-2000 έγγραφο της, απάντησε στον δεύτερο εναγόμενο τα ακόλουθα: "Εξ ουδεμιάς διατάξεως προκύπτει ότι της χορηγήσεως οικοδομικών αδειών πρέπει να προηγείται ο καθορισμός υπό της αρμόδιας επιτροπής των οριογραμμών του αιγιαλού και παραλίας. Επειδή όμως η ιδιότης του αιγιαλού δεν δημιουργείται δια πράξεως της πολιτείας, αλλά προκύπτει εκ φυσικών φαινομένων δηλαδή εκ των μεγίστων, αλλά συνήθων αναβάσεων των κυμάτων, όπου δεν έχει γίνει ακόμα διοικητικός υπό της επιτροπής καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, η Διοίκηση οφείλει προκειμένης της χορηγήσεως οικοδομικών αδειών, να κρίνει παρεμπιπτόντως περί της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών των προσδιοριζόντων τα όρια του αιγιαλού ...
περί των μεγίστων πλην συνήθων αναβάσεων των κυμάτων και περαιτέρω περί της συνδρομής των υπό της κειμένης νομοθεσίας προβλεπομένων ειδικών προϋποθέσεων δια την εν γένει ανοικοδόμηση παραλιακών οικοπέδων π.χ. τήρηση αποστάσεων κτιρίων από αιγιαλό, εξασφάλιση αρτιότητας μεγεθών εκμεταλλεύσεως κλπ. (βλ.
εγκύκλιο 70/84 που κοινοποιεί την απόφαση ΣτΕ 3784/1981). Τα παραπάνω στοιχεία έχουν ληφθεί υπόψη στη χορήγηση των αδειών προσθήκης στο υφιστάμενο ξενοδοχείο Εlounda Βeαch ιδιοκτησίας της "ΗΛΙΟΣ ΑΕ.", χωρίς τον καθορισμό αιγιαλού και συγκεκριμένα: α) Υπάρχει υψομετρική διαφορά μεταξύ της θέσης των υπό ανέγερση κτισμάτων και της στάθμης της θάλασσας, ενώ επίσης παρεμβάλλονται άλλα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί νόμιμα με δική σας μελέτη μεταξύ των υπό ανέγερση και της θάλασσας, β) Στην περιοχή ισχύει το π.δ. 30/6/1991 (ΦΕΚ $&$ Δ/23-7-1991) σύμφωνα με το οποίο τα ανεγερθησόμενα κτίσματα σε παραλιακά οικόπεδα είναι δυνατόν να τοποθετούνται μέχρι τη γραμμή παραλίας εφόσον το εμβαδόν των οικοπέδων υπερβαίνει τα 50 στρέμματα, γ) Η επιτρεπόμενη δόμηση του οικοπέδου της ΗΛΙΟΣ ΑΕ είναι 0,2 Χ 122.555 = 24.510 τ.μ.
Η συνολική δε δόμηση που έχει πραγματοποιηθεί είναι 15.491,21 τ.μ. Η απομένουσα δόμηση του οικοπέδου προς πραγματοποίηση είναι 9.018,79 τ.μ. και αντιστοιχεί σε εμβαδόν οικοπέδου 45.094 τ.μ. Η απομείωση του εμβαδού του οικοπέδου των 122,555 τ.μ. της ΗΛΙΟΣ ΑΕ λόγω καθορισμού αιγιαλού σε καμία περίπτωση δεν θα φθάνει τα 45.094 τ.μ.
και έτσι δεν θα δημιουργηθεί πρόβλημα στη συγκεκριμένη ιδιοκτησία από τον καθορισμό του υπό της επιτροπής". Στη συνέχεια, στις 6/6/2000, η πρώτη εναγόμενη κατέθεσε την με αριθμό 3767/6-6-2000 αίτηση ακυρώσεως (τρίτη) ενώπιον του ΣτΕ, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της με αριθμό .../24-4-2000 οικοδομικής άδειας που είχε χορηγήσει στην ενάγουσα η Νομαρχία Λασιθίου και αφορούσε την κατασκευή στις ξενοδοχειακές της εγκαταστάσεις πέντε νέων οικίσκων τύπου Ζ.
Και με αυτή την αίτηση η πρώτη εναγόμενη υποστήριζε ότι, στην περιοχή όπου βρίσκονταν οι ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας δεν έχουν καθοριστεί τα όρια αιγιαλού και παραλίας, με αποτέλεσμα "τμήμα του εν λόγω γηπέδου, αν όχι και υφιστάμενα κτίσματα, να βρίσκονται επί της ζώνης αυτών δηλαδή επί δημοσίου κτήματος".
Ανέφερε, επίσης, ότι για την με αριθμό …/16-3-2000 οικοδομική άδεια είχε εκδοθεί από την αρμόδια Πολεοδομία η από 3/4/2000 έκθεση αυθαιρέτου και είχαν επιβληθεί τα αναλογούντα πρόστιμα. Κατά τα λοιπά επαναλάμβανε όσα υποστήριζε και με τις ανωτέρω δύο (2) αιτήσεις ακυρώσεως περί έλλειψης νόμιμης αιτιολογίας της προσβαλλομένης άδειας, αφού δεν υπήρξε ούτε παρεμπίπτουσα κρίση από την Επιτροπή Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ) περί των ορίων του αιγιαλού.
Οι ως άνω αιτήσεις απορρίφθηκαν με τις με αριθμό 377/2002, 378/2002 και 379/2002 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα με τις με αριθμό 377/2002 και 378/2002 αποφάσεις κρίθηκε ότι : α) σωστά επιτράπηκε η ανέγερση των επίδικων κτιρίων, αρχικά με τις με αριθμό …/16-3-2000 και …/17-3-2000 άδειες οικοδομής οι οποίες αναθεωρήθηκαν με τις με αριθμό 11672/2000 και 11668/2000 πράξεις της Πολεοδομίας Αγίου Νικολάου της Νομαρχίας Λασιθίου, αντίστοιχα, χωρίς να έχει προηγουμένως καθορισθεί η γραμμή αιγιαλού και παραλίας αφού τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει από καμία διάταξη νόμου, β) η διοίκηση πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης άδειας προέβη σε παρεμπίπτουσα κρίση του ζητήματος λαμβάνοντας υπόψη την υπάρχουσα δόμηση του γηπέδου και την θέση του σε σχέση με τη θάλασσα (υψομετρική διαφορά), αιτιολογία η οποία ήταν μεν ατελής πλην όμως συμπληρώθηκε νομίμως με τον επακολουθήσαντα σε σύντομο χρόνο και μη αμφισβητηθέντα καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού δυνάμει της με αριθμό 1077895/8330/Β 0010/3-11-2000 απόφασης του Γενικού Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (φ Δ' 756/8-11-2000), με την οποία καθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού χωρίς να καθοριστεί και ζώνη παραλίας στη θέση "..." Ελούντας του Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου, αφού λήφθηκε υπόψη και η ύπαρξη των κτισμάτων της ΗΛΙΟΣ ΑΕ, γ) ότι η διοίκηση νομίμως επέτρεψε την ανέγερση των επίδικων κτιρίων, τα οποία απέχουν 50 μέτρα το Β2 και 64 μέτρα το Β1 από την καθορισθείσα οριογραμμή του αιγιαλού, δ) δεν μπορούσε να υπάρξει παρεμπίπτουσα κρίση περί του ζητήματος της παραλίας αφού η παραλία καθορίζεται με διοικητική πράξη, ε) το επίδικο κτίριο Β2 απέχει από το νότιο όριο του γηπέδου προς το ακίνητο της πρώτης εναγόμενης περισσότερο από το οριζόμενο από το νόμο όριο των 10 μέτρων και συγκεκριμένα απέχει 26 μέτρα.
Οι ίδιες, ως άνω, κρίσεις και αιτιολογίες επαναλαμβάνονται και στην με αριθμό 379/2002 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία διαπιστώνεται ότι η απόσταση των επιδίκων κτιρίων από την, κατά τα ανωτέρω, καθορισθείσα γραμμή του αιγιαλού είναι 87 μέτρα. Οι ανωτέρω ασκηθείσες από την πρώτη εναγομένη αιτήσεις ακυρώσεως, παρά το γεγονός ότι απορρίφθηκαν εντέλει, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά της αφού αποτελούσαν άσκηση νομίμου δικαιώματος αυτής.
Ειδικότερα με τις προαναφερθείσες οικοδομικές άδειες επιτράπηκε στην ενάγουσα να αναγείρει συμπληρωματικά κτίρια στις ήδη υπάρχουσες ξενοδοχειακές της εγκαταστάσεις. Τα κτίρια που ξεκίνησε να ανεγείρει η ενάγουσα αποτέλεσαν το σημείο τριβής της με την πρώτη εναγόμενη, καθώς η τελευταία έκρινε ότι αυτά ανεγείρονταν κατά παράβαση των ισχυουσών, κατά το χρόνο έκδοσης τους, πολεοδομικών διατάξεων.
Προς επίλυση του ζητήματος αυτού προσέφυγε, ως είχε νόμιμο δικαίωμα, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Με τις αιτήσεις αυτές προσέβαλε τη νομιμότητα των χορηγηθεισών στην ενάγουσα νέων αδειών και όχι των παλαιών, οι οποίες πράγματι είχαν χορηγηθεί, κατά τα προαναφερθέντα, κατ' εξαίρεση και κατά παρέκκλιση των ισχυουσών, κατά το χρόνο έκδοσης τους (1969-1970), πολεοδομικών διατάξεων.
Υποστήριξε δηλαδή η πρώτη εναγόμενη την άποψη ότι, υπό το ισχύον κατά το έτος 2000 Σύνταγμα, ουδεμία νομική δυνατότητα υπήρχε για οικοδόμηση επί του αιγιαλού και επομένως αναγκαίο προαπαιτούμενο για τη μέτρηση της, κατά νόμο, απόστασης των 50 μέτρων από τη γραμμή του αιγιαλού είναι η προηγούμενη χάραξη της γραμμής αυτού.
Κατά συνέπεια, το ότι η πρώτη εναγόμενη δεν ανέφερε στο δικόγραφο της την ύπαρξη των προαναφερθεισών αποφάσεων που επέτρεπαν την ανοικοδόμηση των αρχικών εγκαταστάσεων της ενάγουσας, κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες (κατά το χρόνο έκδοσης τους) διατάξεις και κατ' εξαίρεση αυτών, δεν καθιστά τη συμπεριφορά της επιλήψιμη, ούτε την εντάσσει στο πραγματικό των άρθρων 362, 363, 364 Π.Κ. 919 και 920 Α.Κ., αφού η εξαίρεση αυτή δεν αφορούσε, κατά την άποψη της και την ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών διατάξεων, τις νέες άδειες που προσέβαλε με τις αιτήσεις της.
Άλλωστε, το να αποκρύψει την ύπαρξη των ανωτέρω, κατ' εξαίρεση, εκδοθεισών αποφάσεων θα ήταν αλυσιτελές και άνευ αντικειμένου, αφού τις εν λόγω αποφάσεις θα τις επικαλείτο η αντίδικος της Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λασιθίου, στην οποία φυσικά και ήταν γνωστές, δοθέντος ότι με βάση αυτές είχαν εκδοθεί οι αρχικές άδειες για τις πρώτες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και επομένως θα υπήρχαν στο σχετικό φάκελο που τηρείτο στην Πολεοδομία.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι οι νέες άδειες δεν είχαν επαρκή αιτιολογία (έστω και επικουρικά προβαλλόμενος) αποδείχθηκε και αληθής, καθόσον με τις ανωτέρω αποφάσεις του ΣτΕ κρίθηκε ότι πράγματι οι εν λόγω άδειες είχαν "ατελή αιτιολογία, η οποία ωστόσο συμπληρώθηκε νομίμως με τον επακολουθήσαντα σε σύντομο χρόνο και μη αμφισβητηθέντα καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού με την κατά νόμο διαδικασία" Πράγματι με την με αριθμό 1077895/8330/Β 0010/3-11-2000 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ τ.
Δ 756/8-11-2000), καθορίστηκαν τα όρια του αιγιαλού χωρίς να καθοριστεί και ζώνη παραλίας στη θέση "..." Ελούντας του Δήμου Αγίου Νικολάου Λασιθίου, αφού λήφθηκε υπόψη και η ύπαρξη των κτισμάτων της ΗΛΙΟΣ ΑΕ. Με την εν λόγω απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά την κατάθεση των επίδικων αιτήσεων ακυρώσεως, επικυρώθηκε η από 3/11/2000 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής για τη χάραξη των ορίων αιγιαλού και το σχετικό από Σεπτέμβριο του 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Α., Στην απόφαση αυτή αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Κατ' επιταγή των αρχών της χρηστής διοίκησης και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικούμενου δεν συντρέχει λόγος καθορισμού ζώνης παραλίας κατά μήκος της ακτής, όπου τα κτίσματα και άλλες εγκαταστάσεις της ΗΛΙΟΣ ΑΕ, τα οποία έχουν ανεγερθεί δυνάμει της χορηγηθείσης νόμιμα υπ' αριθμ.
Ε 38992/2-11-1970 απόφασης των Υπουργών Συντονισμού και Δημοσίων Έργων, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 ν.δ. 439/1970 "περί συμπληρώσεως των διατάξεων περί αιγιαλού" και των εκδοθεισών τριάντα (30) νομίμων οικοδομικών αδειών στο χρονικό διάστημα 1970-2000 προς ανέγερση και αποπεράτωση του τουριστικού συγκροτήματος της ΗΛΙΟΣ ΑΕ παρά τον αιγιαλό εις την Ελούντα Λασιθίου, η ύπαρξη του οποίου αφορά την ανάπτυξη της οικονομίας και του τουρισμού δηλαδή το δημόσιο συμφέρον".
Επομένως, υπήρξε ατελής αιτιολογία των προσβαλλόμενων αδειών και το οψιγενές γεγονός της, εκ των υστέρων, συμπλήρωσής της δεν αναιρεί την ύπαρξη της έλλειψης αυτής, τουλάχιστον κατά το χρόνο άσκησης των αιτήσεων ακυρώσεως. Περαιτέρω, όπως και η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, με τις με αριθμό 9 και 10/2000 εκθέσεις περιγραφής αυθαιρέτων κατασκευών της Νομαρχίας Λασιθίου διαπιστώθηκε υπέρβαση των με αριθμούς … και …/2000 οικοδομικών αδειών (έστω και σε σχέση με την επιτραπείσα κάλυψη), οι οποίες όμως νομιμοποιήθηκαν με τις απαραίτητες αναθεωρήσεις των εν λόγω αδειών.
Επομένως αποδεικνύεται ότι υπήρξαν πολεοδομικές παραβάσεις της ενάγουσας τις οποίες, νομίμως και κατ' ενάσκηση των δικαιωμάτων της, προέβαλε ως γεγονός η πρώτη εναγόμενη ενώπιον του ΣτΕ αφού, εκτός του ισχυρισμού της για την οριογραμμή του αιγιαλού, οι επίδικες αιτήσεις ανέφεραν και για ανέγερση τετραώροφων αντί διώροφων κτιρίων.
Το γεγονός δε ότι οι πολεοδομικές αυτές υπερβάσεις νομιμοποιήθηκαν εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα σήμερα να θεωρούνται νόμιμα τα ανεγερθέντα κτίρια, (προφανώς αυτό υπονοείται και στα με αριθμό 55371/3168/26-11-2003 και 54714/3169/26-11-2003 έγγραφα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Λασιθίου, στα οποία αναφέρεται ότι δεν έχουν διαπιστωθεί πολεοδομικές παραβάσεις στα ακίνητα της ενάγουσας), δεν αίρει το χαρακτήρα τους ως παράνομων για κάποιο χρονικό διάστημα, ούτε αποκλείει το δικαίωμα της πρώτης εναγόμενης να αμφισβητήσει, νόμιμα και ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών αρχών, τη νομιμότητα τους.
Ούτε, βέβαια, η απάντηση της πολεοδομίας που προαναφέρθηκε και η οποία δικαιολόγησε την έκδοση των επίδικων αδειών, αφού ως εκδούσα αυτών αρχή φυσικά και τη θεωρούσε νομότυπη, καθιστά τη συμπεριφορά των εναγομένων δόλια, καθόσον αυτό ακριβώς που αμφισβητούσαν ήταν η θέση και οι απόψεις της διοίκησης, γι' αυτό και οι σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως στρέφονται κατ' αυτής που ήταν και η κύρια αντίδικός τους.
Εξάλλου, από το κείμενο των επίδικων αιτήσεων ακυρώσεως ουδεμία προσβολή της φήμης και της επαγγελματικής τιμής και υπόληψης της ενάγουσας προκύπτει ούτε η διατύπωση των θέσεων της πρώτης εναγόμενης (και αιτούσας στις επίδικες αιτήσεις) υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο διατύπωσης όσον αφορά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της, προς στήριξη και θεμελίωση της αιτούμενης έννομης προστασίας.
Η αναφορά δε στην αίτηση ακύρωσης, με την οποία ζητείτο η ακύρωση της με αριθμό …/16-3-2000 άδειας, ότι η απόσταση του ανεγερθησόμενου κτιρίου από το νότιο όριο του γηπέδου ήταν μικρότερη των 10 μ. που επιβάλλει ο νόμος και συγκεκριμένα ήταν 6,15 μέτρα ενώ, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό 377/2002 απόφαση του ΣτΕ, η απόφαση ήταν 26 μέτρα, και πάλι δεν καθιστά τη συμπεριφορά των εναγομένων δόλια, ούτε τα διισχυριζόμενα από αυτούς ψευδή αφού εκείνοι, ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να υποστηρίζουν τον, ως άνω, ισχυρισμό τους αποδίδοντας την κρίση της ανωτέρω απόφασης στο γεγονός ότι το ΣτΕ αποφάσισε για άλλο κτίριο καθόσον, από σφάλμα του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, εμφανίστηκε διαφορετικό κτίριο ως επίδικο από το πράγματι προσβαλλόμενο, το οποίο, όπως ήταν φυσικό, αποδείχθηκε ότι απείχε τη νόμιμη απόσταση.
Εξάλλου, ο εν λόγω ισχυρισμός τους, έστω και αν ήθελε υποτεθεί αναληθής, δεν ήταν αυτός που θα μπορούσε να πλήξει την επαγγελματική φήμη και υπόληψη της ενάγουσας ούτε και η ίδια, άλλωστε, θεωρεί αυτόν καθαυτόν, ως δυνάμενο να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τις επιχειρήσεις της. Τέλος, ο χρόνος άσκησης των εν λόγω αιτήσεων "μεσούσης της διαδικασίας εισαγωγής της ενάγουσας στο ΧΑΑ" δεν προσδιορίστηκε με επιλογή της πρώτης εναγόμενης, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, προκειμένου να την βλάψει, αλλά (προσδιορίστηκε) από τον χρόνο έκδοσης των, ως άνω, αδειών και την αποκλειστική προθεσμία των 60 ημερών που ορίζει ο νόμος για την άσκηση αιτήσεων ακυρώσεως κατ' αυτών.
Επομένως, τόσο οι αιτήσεις ακυρώσεως όσο και η αίτηση του δεύτερου εναγόμενου προς την Νομαρχία Λασιθίου δεν περιείχαν ψευδείς ή αναληθείς ισχυρισμούς ούτε ήταν προσχηματικές. Αντίθετα οι ενέργειες αυτές των εναγομένων αποτελούσαν ενάσκηση νομίμου δικαιώματός τους και δεν ξεπέρασαν το αναγκαίο μέτρο προς προστασία των θεμιτών συμφερόντων τους ούτε ήταν αντίθετες στα χρηστά ήθη.
Επιπλέον, ούτε πρόθεση των εναγομένων αποδείχθηκε να ζημιώσουν την ενάγουσα, είτε παράνομα (914 ΑΚ), είτε κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη (ΑΚ 919), δηλαδή ενεργώντας αντίθετα προς τις ιδέες που πρέπει να διέπουν, κατά τη σύγχρονη γενική αντίληψη, την κοινωνική συμπεριφορά του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ανθρώπου, αφού τόσο στο κείμενο των αιτήσεων ακυρώσεως όσο και σ' εκείνο της αίτησης προς την Πολεοδομία ελλείπει παντελώς οποιαδήποτε, σε βάρος της ενάγουσας, αιχμή η οποία θα μπορούσε να θεμελιώσει πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης της.
Τέλος δεν αποδείχθηκε ούτε καταχρηστική συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης κατά την ενάσκηση των ως άνω δικαιωμάτων της. Κατά συνέπεια, ως προς τις ανωτέρω ενέργειες των εναγομένων δεν θεμελιώνεται, ούτε αντικειμενικά ούτε υποκειμενικά, το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 914, 919, 920 ΑΚ και 364 ΠΚ. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος καταδικάστηκε, με την με αριθμό 16076/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για παράβαση του άρθρου 364 ΠΚ, σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών.
Τούτο διότι αυτή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο που συνεκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (αρθρ. 339, 340 ΚΠολΔ). Πολύ δε περισσότερο που στη συγκεκριμένη περίπτωση η ασκηθείσα από αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) έφεση ουδέποτε εκδικάστηκε, αφού αποσύρθηκε από το πινάκιο και τέθηκε στο αρχείο, μετά την έκδοση του νόμου 3346/2005, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 του οποίου η επιβληθείσα στον δεύτερο εναγόμενο ποινή των πέντε μηνών παραγράφηκε.
Ούτε, βέβαια, από την απολογία του δεύτερου εναγόμενου, στις 2/3/2005, στο ακροατήριο του ως άνω ποινικού δικαστηρίου, μπορεί να εξαχθεί ομολογία του περί της αναλήθειας των ισχυρισμών που προέβαλε με τις τρεις αιτήσεις του ενώπιον του ΣτΕ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού από την απολογία του αυτή, συνολικά και όχι αποσπασματικά εκτιμώμενη, συνάγεται ακριβώς το αντίθετο συμπέρασμα ότι δηλαδή τόσο κατά την κατάθεση των άνω αιτήσεων όσο και κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης, ήτοι μετά την απόρριψη των εν λόγω αιτήσεων από το ΣτΕ, υποστήριζε τους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο έως Οκτώβριο του έτους 2000 είδαν το φως της δημοσιότητας, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, τα ακόλουθα δημοσιεύματα: Α) Τον Μάρτιο του 2000 στο τεύχος 53 της ειδικής εφημερίδας τουριστικού περιεχομένου "Τravel View" με τίτλο "Και το χειμέριο κύμα στο ΧΑΑ;" δημοσιεύθηκε το ακόλουθο κείμενο: "Τώρα πληροφορούμεθα ότι μια, η πιο ισχυρή ξενοδοχειακή επιχείρηση της Κρήτης, στην περιοχή της Ελούντας, ετοιμάζεται να εισαγάγει τις μετοχές της στο Χρηματιστήριο.
Οπωσδήποτε σαν στήριγμα του αιτήματος της θα έχει την αξία των ξενοδοχείων της, σημαντικό τμήμα των οποίων ευρίσκονται επί καταπατηθέντων δημόσιων εκτάσεων. Νομίζομεν ότι η δημόσια αρχή που πρόκειται να παραχωρήσει την άδεια για εισαγωγή της εταιρείας αυτής στο ΧΑΑ, θα πρέπει να ελέγξει με προσοχή την παρουσιαζόμενη οικονομική κατάσταση των αιτούντων, η οποία, αν στηρίζεται στην αξία των παραπάνω καταπατηθέντων εκτάσεων του Δημοσίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική οικονομική αξία των ανεγερθέντων (έστω και μερικά) πάνω στις εκτάσεις των εγκαταστάσεων αυτών.
Μετά από όλα αυτά αν εισαχθούν μετοχές τέτοιων επιχειρήσεων στο ΧΑΑ υπάρχει κίνδυνος να υπάρξουν και νέα θύματα και να συνεχισθεί η οικονομική καταστροφή παραπλανηθέντων επενδυτών". Β) Τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 2000 στο τεύχος 58-59 της ίδιας, ως άνω, εφημερίδας "Τravel View" με τίτλο "Παρέμβαση Εισαγγελέα στο Ελούντα Μπητς" δημοσιεύθηκε το ακόλουθο κείμενο: "Ο Εισαγγελέας Λασιθίου κ.
Κανιαδάκης έδωσε εντολή για προκαταρκτική εξέταση των καταγγελιών που υπάρχουν για οικοδομικές παραβάσεις στο "Ελούντα Μπητς". Όπως μας διευκρίνισε σε επικοινωνία που είχαμε μαζί του, ο ίδιος είχε δώσει εντολή για διερεύνηση των παραβάσεων αυτών, που έχουν καταγγελθεί από ιδιώτες, σωματεία και δημοσιεύματα του τύπου.
Στη συνέχεια όμως ακολούθησε εντολή για το ίδιο θέμα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία διεβιβάσθη στην Εισαγγελία Χανίων και η οποία τη διαβίβασε λόγω αρμοδιότητας στην Εισαγγελία Λασιθίου. Η παραγγελία της Εισαγγελίας Χανίων για διερεύνηση των οικοδομικών παραβάσεων στο "Ελούντα Μπήτς" έχει δοθεί στην Αστυνομία Αγίου Νικολάου και αναμένονται τα πορίσματα της".
Γ) Στις 5/10/2000 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΕΞΠΡΕΣ" και στο ένθετο της ΕΞΠΡΕΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ με τίτλο "ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ" το ακόλουθο κείμενο: "Διάγουμε μια άκρως ευαίσθητη περίοδο κατά την οποία λανθασμένοι χειρισμοί και παραλείψεις όχι μόνον επιφέρουν την κατηγορία της "διαπλοκής" αλλά δυναμιτίζουν γενικότερα το κλίμα σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό ... διερωτώμαι αν οι αρμόδιοι φορείς τελούν εις γνώσιν ορισμένων πληροφοριών σύμφωνα με τις οποίες έχουν κατατεθεί από μηνών τρεις (3) προσφυγές στο ΣτΕ για σοβαρές οικοδομικές παραβάσεις εναντίον τουριστικής εταιρείας που οδεύει ολοταχώς προς τη Σοφοκλέους. Και σκέπτομαι τι συνέπειες θα υπάρξουν αν έστω και μια από τις προσφυγές αυτές γίνει αποδεκτή".
Εκτός των ανωτέρω δημοσιεύσεων έλαβαν χώρα και οι ακόλουθες καταγγελίες σε βάρος της ενάγουσας: Α) Η από 22/3/2000 καταγγελία προς τη Νομαρχία Λασιθίου Κρήτης Γραφείο Πολεοδομίας της δικηγόρου Αθηνών Καλλιόπης Καραγιάννη, η οποία "ενεργώντας για λογαριασμό εντολέα της" κατήγγειλε ότι "η εταιρεία ΗΛΙΟΣ ΑΕ επεκτείνει το ξενοδοχείο ΕLOUNDA BEACH σε τετραώροφο κτίριο αγνοώντας παντελώς την υπάρχουσα νομοθεσία περί αποστάσεων, μεσοτοιχίας, ποσοστό καλύψεως υψών, υπάρξεως προσδιορισμένης γραμμής χειμερίου κύματος κλπ.
Δεδομένου ότι το έργο προσβάλλει επιπλέον το περιβάλλον της Ελούντας, παρακαλώ να επιληφθείτε και να με πληροφορήσετε εάν υπάρχει εγκεκριμένη οικοδομική άδεια, πότε εξεδόθη και αν τα εκτελούμενα έργα είναι σύμφωνα με αυτήν (την άδεια)", Β) η από 3/5/2000 καταγγελία με υπογραφή "Ξενοδόχοι της Κρήτης" με την οποία καταγγέλλεται, μεταξύ άλλων, ότι ο εκπρόσωπος της εταιρείας ΗΛΙΟΣ Π.
Μ. "κτίζει με επισκευές και επεκτάσεις μπανγκαλόους ευρισκόμενα μέσα στον αιγιαλόν". Οι, ως άνω, καταγγελίες και δημοσιεύματα, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, προέρχονταν από τους εναγόμενους (εκτός της τελευταίας καταγγελίας η οποία διηγηματικά και για την πληρότητα του ιστορικού της διαφοράς των διαδίκων αναφέρεται από το δικαστήριο καθόσον ναι μεν δεν αποτελεί θεμελιωτικό της αγωγής περιστατικό πλην όμως τα αναφερόμενα σ' αυτήν -καταγγελία- αποτέλεσαν το περιεχόμενο του δημοσιεύματος της εφημερίδας "Travel View" των μηνών Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του 2000, με τίτλο "Παρέμβαση Εισαγγελέα στο Ελούντα Μπητς", κατά τα προαναφερθέντα).
Ωστόσο από τα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι αφενός ήταν αυτοί που διοχέτευσαν στον τύπο τις αναφερόμενες στα δημοσιεύματα πληροφορίες και αφετέρου υπήρξαν εντολείς της προαναφερόμενης δικηγόρου. Οι μάρτυρες που εξετάστηκαν δεν κατέθεσαν κάτι συγκεκριμένο επ' αυτού, αλλά περιορίστηκαν σε προσωπικές κρίσεις και συμπεράσματα βάσει υποθετικών συλλογισμών, στα οποία όμως δεν μπορεί να στηριχθεί το δικαστήριο για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης.
Η ενάγουσα, άλλωστε, είναι εταιρεία με γνωστό όνομα και φήμη τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και οποιοσδήποτε θα μπορούσε να δείξει ενδιαφέρον για τις όποιες δραστηριότητες της. Ούτε, βέβαια, η μαρτυρία του Χ. Ν., δημοσιογράφου στην εφημερίδα ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ και στον ραδιοφωνικό σταθμό ΠΛΑΝΕΤ, ο οποίος κατέθεσε ότι παρέλαβε στο γραφείο του ανώνυμη επιστολή με καταγγελίες για πολεοδομικές παραβάσεις της ενάγουσας και ότι επικοινώνησε με τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος του δήλωσε ότι δύο ακίνητα της ενάγουσας ήταν "στον αέρα", αρκεί για να αποδοθεί στον δεύτερο εναγόμενο η διοχέτευση στον τύπο των ως άνω πληροφοριών.
Τούτο διότι η πεποίθηση του δεύτερου εναγόμενου για το μη νόμιμο των οικοδομικών αδειών που είχαν εκδοθεί για την ανοικοδόμηση των ανωτέρω συμπληρωματικών κτιρίων στις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας, είχε ήδη εκφρασθεί με τις προαναφερθείσες επώνυμες ενέργειες του (αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ και αίτηση στην Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Λασιθίου).
Η δημοσιοποίηση επομένως των απόψεων του και στον, ως άνω, δημοσιογράφο υποδηλώνει απλώς την πίστη του και την βεβαιότητά του για όσα υποστήριζε και κάθε άλλο παρά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτός ήταν και η αφανής πηγή των άρθρων που είδαν το φως της δημοσιότητας όπως υποστηρίζει η ενάγουσα. Τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί ούτε από το γεγονός της μη κοινοποίησης στην ενάγουσα των αιτήσεων ακυρώσεως κατά το χρόνο της κατάθεσης τους ενώπιον του ΣτΕ αλλά στις 19/10/2000, ήτοι αμέσως μετά την αποτυχία εισαγωγής της στο ΧΑΑ.
Ο συλλογισμός της ενάγουσας ότι, εφόσον οι αιτήσεις αυτές αναφέρονταν στο δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΞΠΡΕΣ στις 5/10/2000, ήτοι σε χρόνο που δεν είχαν ακόμα κοινοποιηθεί στην ενάγουσα και επομένως αφού ουδείς άλλος εκτός των εναγομένων γνώριζε την ύπαρξη τους μόνο από αυτούς θα μπορούσε να έχει διοχετευθεί η σχετική πληροφορία, δεν είναι ασφαλής, καθόσον οι εν λόγω αιτήσεις, από την κατάθεση τους και μόνο στο ΣτΕ, είχαν γίνει γνωστές σε ικανό κύκλο προσώπων που, θεωρητικά, θα μπορούσαν να τις διαρρεύσουν στον τύπο.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν αυτός που διοχέτευσε τις ανωτέρω πληροφορίες στον τύπο. Επομένως οι εναγόμενοι δεν ευθύνονται για την αποκατάσταση της, όποιας τυχόν, ζημίας υπέστη η ενάγουσα από την μη εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΑ, γι' αυτό και κρίνεται απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της έφεσης".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα του κεφαλαίου αυτής που αναφέρεται στη θετική αξιολόγηση από νομική άποψη της με στοιχ.(β) αγωγής, για την οποία διατύπωσε κατά τούτο στη συνέχεια αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα, εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως.
Α. Κύριο δικόγραφο Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Κατά το επόμενο εδάφιο της αυτής διατάξεως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή εις αυτούς πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 914, 297, 298, 932 ΑΚ η αδικοπρακτική ευθύνη για την θεμελίωση υποχρεώσεων προς αποζημίωση και χρηματικής ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά, παράνομη και υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια, επέλευση περιουσιακής, ζημίας και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την ζημία, που επήλθε, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ειδική μορφή αδικοπραξίας προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, κατά του ορισμού της οποίας "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδεί αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της αποτελούν α)υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων.
Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρήματα υπέρ της αλήθειας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση τους. Η υποστήριξη αυτή ή διάδοση των ειδήσεων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, εγγράφως ή προφορικώς. Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες και όχι να αποτελούν υπόνοιες χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα.
Οι ειδήσεις πρέπει να είναι αναληθείς, δηλαδή είτε να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός είτε να παρουσιάζεται παραποιημένο. Εάν το σχετικό γεγονός αληθεύει, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, είναι όμως δυνατόν να τεθεί θέμα εφαρμογής του αρθρ. 919 του ΑΚ εάν οι ειδήσεις αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη και ο υπεύθυνος τις διέδωσε από πρόθεση προς βλάβη άλλου, β) γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας, γ) κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον προσώπου.
Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο αγαθά φυσικού ή νομικού προσώπου. Η πίστη του προσώπου συνίσταται στην καλή περί αυτού αντίληψη των τρίτων, όσον αφορά την οικονομική του θέση (οικονομική πίστη) στην κοινωνία και επαγγελματική του κατάσταση.
Ως μέλλον αυτού νοείται η οικονομική του και επαγγελματική του πρόοδος και δ) ζημία (αυτονόητη προϋπόθεση). Τελευταία προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως του αρθρ. 920 του ΑΚ είναι η απόδειξη προκληθείσης ζημίας (περιουσιακής) αιτιωδώς συναπτόμενη από την έκθεση σε κίνδυνο ενός εκ των ως άνω αγαθών. Εκτός της αποζημιώσεως ο παθών θα μπορεί να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποίαν υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία.
Η πράξη υποστηρίξεως ή διαδόσεως ειδήσεως, όταν αναφέρεται σε ανώνυμη εταιρεία, εκτός από την ειδική ρύθμιση του άρθρου 920 ΑΚ, μπορεί να εμπίπτει, με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, και στη διάταξη του άρθρου 364 ΠΚ και την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρείας, που είναι δυσμενέστερη εκείνης του άρθρου 920 ΑΚ.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α)ότι η πρώτη των αναιρεσίβλητων υπέβαλε στο Συμβούλιο Επικρατείας στις 25-4-2000 δύο αιτήσεις ακυρώσεως των …/16-3-2000 και …/17-3-2000 οικοδομικών αδειών και στη συνέχεια την 3767/6-6-2000 αίτηση ακυρώσεως της .../24-4-2000 οικοδομικής άδειας, που αφορούσαν ανέγερση κτισμάτων στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της αναιρεσείουσας Elounda Beach, ομόρου του ξενοδοχείου Elounda Mare της πρώτης των αναιρεσίβλητων, γεγονός που δικαιολογούσε το έννομο συμφέρον αυτής και το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με την προσφυγή της στα αρμόδια δικαστήρια, (β) ότι με τις εν λόγω αιτήσεις ακυρώσεως αποδίδονται πολεοδομικές παραβάσεις, με θεμελίωση τους κύρια στον ισχυρισμό ότι δεν είχε καθορισθεί προηγουμένως ο καθορισμός του αιγιαλού και της παραλίας, άποψη την οποία εμμέσως διετύπωσε και ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, με την από 18-5-2000 αίτησή του προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας-Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου, αιτούμενος δι' αυτής αντίγραφα των φακέλλων των εν λόγω οικοδομικών αδειών και την γνωστοποίηση των διατάξεων του ΓΟΚ με τις οποίες χορηγήθηκαν στην αναιρεσείουσα οικοδομικές άδειες, χωρίς προηγουμένως να έχει προσδιορισθεί η γραμμή του χειμερίου κύματος, (γ)ότι οι αιτήσεις ακυρώσεως απορρίφθηκαν με τις 377-379/2002 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την παραδοχή ότι στο μεταξύ συμπληρώθηκε η αιτιολογία της προσβαλλόμενης οικοδομικής άδειας με τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού με την 1077895/8330/Β0010/3-11-2000 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Δημόσιας Υπηρεσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών αν και στις αποφάσεις του ΣτΕ προεχόντως σημειώνεται ότι τούτο δεν αποτελούσε προϋπόθεση της εκδόσεως των … και …/2000 οικοδομικών αδειών, οι οποίες στη συνέχεια αναθεωρήθηκαν με τις 11672/2000 και 11668/2000 πράξεις της Πολεοδομίας Αγίου Νικολάου της Νομαρχίας Λασιθίου, με τη νομιμοποίηση των παράλληλα διαπιστωθεισών και περιγραφομένων στις 9 και 10/2000 εκθέσεις της Νομαρχίας Λασιθίου αυθαιρέτων κατασκευών και (5) ότι οι εν λόγω αιτήσεις των αναιρεσίβλητων δεν περιείχαν αναληθείς ισχυρισμούς, χωρίς παράλληλα να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την ενάσκηση του δικαιώματός τους παροχής έννομης προστασίας για την ικανοποίηση των θεμιτών συμφερόντων τους, ώστε να καθίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ ή να προκύπτει πρόθεση των αναιρεσίβλητων για προσβολή της τιμής και υπολήψεως της αναιρεσείουσας και προκλήσεως ζημίας της, ενεργώντας παρανόμως και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, δεδικαιολογημένη πίστη του και βεβαιότητα περί των πολεοδομικών παραβάσεων την οποία γνωστοποίησε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων στον δημοσιογράφο της Εφημερίδας ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ Χ.
Ν. κατά την μετ' αυτού επικοινωνία, όπως σε κάθε περίπτωση, ενήργησε η πρώτη τούτων. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας απόρριψη της απευθυνομένης κατά των αναιρεσίβλητων αγωγή της αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με τις οποίες ανεπιτρέπτως παράλληλα πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, να ελέγχονται ως αβάσιμες.
Β. Πρόσθετο δικόγραφο.
Ι. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλονται κατ' επικουρική σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.16, 10, 11α ΚΠολΔ, με την έννοια ότι, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι: "Η αναφορά στην αίτηση ακύρωσης, με την οποία ζητείτο η ακύρωση της με αριθμό …/16-3-2000 άδειας, ότι η απόσταση του ανεγερθησόμενου κτιρίου από το νότιο όριο του γηπέδου ήταν μικρότερη των 10 μ.
που επιβάλλει ο νόμος και συγκεκριμένα ήταν 6,15 μέτρα ενώ, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό 377/2002 απόφαση του ΣτΕ, η απόφαση ήταν 26 μέτρα, και πάλι δεν καθιστά τη συμπεριφορά των εναγομένων δόλια, ούτε τα διισχυριζόμενα από αυτούς ψευδή αφού εκείνοι, ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να υποστηρίζουν τον, ως άνω, ισχυρισμό τους αποδίδοντας την κρίση της ανωτέρω απόφασης στο γεγονός ότι το ΣτΕ αποφάσισε για άλλο κτίριο καθόσον, από σφάλμα του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, εμφανίστηκε διαφορετικό κτίριο ως επίδικο από το πράγματι προσβαλλόμενο, το οποίο, όπως ήταν φυσικό, αποδείχθηκε ότι απείχε τη νόμιμη απόσταση", (α)παραβίασε το απορρέον από την 377/2002 απόφαση του ΣτΕ δεδικασμένο.
Αντικείμενο όμως της δίκης και ερεύνης της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελούσε ο δόλος των αναιρεσίβλητων κατά την έγερση της από 25-4-2000 αιτήσεως, σε συνδυασμό με την αποδιδόμενη καταχρηστική άσκηση δι' αυτής του δικαιώματός τους παροχής έννομης προστασίας, της οποίας επακολούθησε η απορριπτική αυτής απόφαση του ΣτΕ και με την έννοια αυτή δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του εξ αυτής δεδικασμένου, η κατά δικονομικό πλάσμα αλήθεια του οποίου αποτελεί στοιχείο αξιολογήσεως της βασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών, αναφορικά με το οποίο διατυπώνει το πραγματικό επιχείρημα, προς επιβεβαίωση της κατ' ουσίαν αρνητικής εκτιμήσεως αυτών, "αφού εκείνοι, ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να υποστηρίζουν τον, ως άνω, ισχυρισμό τους", καταλήγοντας, ότι η εν λόγω απόφαση αναφέρεται, από σφάλμα του πληρεξουσίου τους δικηγόρου σε κτίριο διαφορετικό του επίδικου, (β)ότι στην παραδοχή της αυτή κατέληξε χωρίς απόδειξη, όταν στην αρχή των αιτιολογιών της αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις) στα οποία στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα και (γ)έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, το οποίο αποτελεί και αξιολογήθηκε ως υπερασπιστικό αυτών επιχείρημα.
Επομένως οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχονται ως αβάσιμες.
ΙΙ. Με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του τρίτου κατά σειρά λόγου διατυπώνεται κατά επικουρική σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 και 9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι με την παραδοχή της ότι "Περαιτέρω, όπως και η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, με τις με αριθμό 9 και 10/2000 εκθέσεις περιγραφής αυθαιρέτων κατασκευών της Νομαρχίας Λασιθίου διαπιστώθηκε υπέρβαση των με αριθμούς ...
και .../2000 οικοδομικών αδειών (έστω και σε σχέση με την επιτραπείσα κάλυψη), οι οποίες όμως νομιμοποιήθηκαν με τις απαραίτητες αναθεωρήσεις των εν λόγω αδειών. Επομένως αποδεικνύεται ότι υπήρξαν πολεοδομικές παραβάσεις της ενάγουσας τις οποίες, νομίμως και κατ' ενάσκηση των δικαιωμάτων της, προέβαλε ως γεγονός η πρώτη εναγόμενη ενώπιον του ΣτΕ αφού, εκτός του ισχυρισμού της για την οριογραμμή του αιγιαλού, οι επίδικες αιτήσεις ανέφεραν και για ανέγερση τετραώροφων αντί διώροφων κτιρίων", ερεύνησε το θέμα της υπερβάσεως του ποσοστού καλύψεως του οικοπέδου η οποία δεν προβλήθηκε ως ακυρωτικός λόγος ενώπιον του ΣτΕ και παρέλειψε να εξετάσει την παραβίαση του συντελεστή δομήσεως, αναληθή ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων, στον οποίο θεμελιώνεται η φερόμενη προς διάγνωση με στοιχ.(β) αξίωση της αναιρεσείουσας.
Από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεις προκύπτει ότι στην 3767/6-6-2000 αίτηση ακυρώσεως ρητά γίνεται αναφορά σε αυθαίρετες κατασκευές, που εντιρήθηκε ως αρνητικός ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων αναφορικά με τον δόλο τους και την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του παροχής έννομης προστασίας, και παράλληλα είναι προφανές ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε ο ακυρωτικός λόγος της παραβιάσεως του συντελεστή δομήσεως.
Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ως και εκείνος από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αίτημα αγωγής, παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, ανακοπής ή τριτανακοπής σε αντιδιαστολή με τη βάση αυτών, που αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.
Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες, με βάση τις αυτές, με στοιχ.Α αιτιολογίες της παρούσης, οι επαναδιατυπούμενες από το άρθρο 559 αρ.1 (1ος λόγος) και 19 (γ' σκέλος 3ου και 4ος λόγος) ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις.
ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 569 παρ.2 εδ.1 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σε κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως που πλήττονται με την αναίρεση, ή εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Ως "κεφάλαιο" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής να είναι η οριστική διάταξη της τελεσίδικης αποφάσεως, με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό ή και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως, ενώ αναγκαίως συνεχόμενα είναι τα κεφάλαια όταν αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαιτήσεως ή όταν η έννομη σχέση, που αφορά τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την αναίρεση, είναι προδικαστικό ζήτημα για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως που αφορά τα κεφάλαια που προσβάλλονται με τους πρόσθετους λόγους ή, τέλος, όταν η έννομη σχέση που αφορά τα πρώτα από τα παραπάνω κεφάλαια και η έννομη σχέση που αφορά τα δεύτερα πηγάζουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη αναιρετική κρίση επί των κεφαλαίων που προσβλήθηκαν με την αναίρεση από εκείνη της τελεσίδικης αποφάσεως να επηρεάζει και την κρίση επί των συνεχομένων κεφαλαίων.
Η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κεφάλαιο κάθε άλλης περιουσιακής ζημίας, η οποία επήλθε από αδικοπραξία, εκτός αν αντικείμενο της αναιρετικής δίκης αποτελεί το θεμελιωτικό της αδικοπραξίας προκριματικό θέμα της υπαιτιότητας. Επομένως παραδεκτώς προσβάλλεται με τον πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο του προσθέτου δικογράφου το με στοιχ.(α) κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το οποίο η με στοιχ.(α) αγωγή και η φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση αποζημιώσεως αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε ως αόριστη, εφόσον με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται το με στοιχ.(β) κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά τη με στοιχ.(β) αγωγή και την διωκόμενη δι' αυτής αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, διατυπώνονται λόγοι αναιρέσεως αναφορικά με την κρίση της τελεσίδικης αποφάσεως σχετικά με το προκριματικό θέμα της υπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων, θεμελιωτικός αγωγικός ισχυρισμός των κατ' αυτών αξιώσεων της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία.
Το τυπικά παραδεκτό των προσθέτων αυτών λόγων αναιρέσεως επιτρέπει τον έλεγχο της βασιμότητας αυτών, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια. Ειδικότερα, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 §1, 262 §1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ο οποίος ιδρύεται όταν, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η αναγραφή δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι και αύταρκες, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να συμπληρωθούν αυτά από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου (διαδικαστικού ή εξώδικου), αφού η τυχόν αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με την παραπομπή της σε άλλα έγγραφα της δίκης ούτε και από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως. Κατά την μη πληττόμενη κυριαρχική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του δικογράφου της αγωγής η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα διετείνετο "ότι εκείνη μεν έχει στην πλήρη και αποκλειστική της κυριότητα και εκμεταλλεύεται δύο ξενοδοχειακά συγκροτήματα στην περιοχή της Ελούντας Κρήτης, το Εlounda Beach και το Εlounda Βαy Ρalace, η δε πρώτη εναγόμενη, της οποίας βασικός μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος, έχει στην κυριότητα της και εκμεταλλεύεται, μεταξύ άλλων, δύο ξενοδοχεία που βρίσκονται στην Ελούντα, ήτοι το Εlounda Μare και το Ροrtο Εlounda Μαre, εκ των οποίων το πρώτο είναι όμορο του προαναφερθέντος ξενοδοχείου της ενάγουσας Εlounda Beach.
Ότι κατά το έτος 1999 η ενάγουσα αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου με δημόσια εγγραφή και την εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), προς τούτο δε σύναψε, στις 17/8/1999, σύμβαση αναδοχής με την "Αlpha Τράπεζα Πίστεως ΑΕ" και προέβη στη διενέργεια των προβλεπόμενων από τις οικείες διατάξεις ελέγχων, στη σύνταξη του απαιτούμενου ενημερωτικού δελτίου και γενικά στην προετοιμασία κατάρτισης του φακέλου που όφειλε να υποβάλει στις αρμόδιες αρχές (ΧΑΑ και Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς), ενώ στις 15/11/1999 υπέβαλε την απαιτουμένη αίτηση προς το Δ.Σ.
του ΧΑΑ, μετά δε από τις σχετικές και εγκρίσεις ορίστηκε ότι η δημόσια εγγραφή, για την κάλυψη του μετοχικού της κεφαλαίου, θα διεξαγόταν κατά το χρονικό διάστημα από 10 έως 13/10/2000. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα προετοιμαζόταν για την εισαγωγή της στο ΧΑΑ, οι εναγόμενοι προέβησαν σε μία σειρά ενεργειών, όπως αυτές αναλυτικά παρατίθενται στο αγωγικό της δικόγραφο, με σκοπό να τη βλάψουν και να ματαιώσουν τη δημόσια εγγραφή των μετοχών της.
Ότι με τις ενέργειες τους αυτές οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν και διέδωσαν ψευδώς ενώπιον τρίτων ότι η ενάγουσα προχώρησε στην ανέγερση διαφόρων κτισμάτων στο ξενοδοχείο Elounda Beach, κατά παράβαση της κείμενης πολεοδομικής νομοθεσίας και μάλιστα καταπατώντας δημόσιες εκτάσεις, ενώ γνώριζαν ότι η ανέγερση των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων της ενάγουσας ήταν νόμιμη και ουδεμία πολεοδομική παράβαση ή καταπάτηση δημόσιας έκτασης είχε εκ μέρους της τελεσθεί.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά των εναγομένων ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη και δυσφημιστική, ως εκ τούτου δε παράνομη, ανεξαρτήτως της αλήθειας ή μη των ισχυρισμών τους, και επί πλέον καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 Α.Κ. Ότι η διασπορά των ψευδών αυτών ειδήσεων από τους εναγόμενους είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία ιδιαίτερα αρνητικού κλίματος σε βάρος της ενάγουσας, αφού εκείνη φερόταν να έχει διαπράξει σωρεία πολεοδομικών παραβάσεων για την ανέγερση κτισμάτων στα ξενοδοχειακά της συγκροτήματα, που αποτελούσαν και αποτελούν το σημαντικότερο περιουσιακό της στοιχείο, αλλά και αυτό τούτο το αντικείμενο των εργασιών της.
Ότι η δυσμενής αυτή εικόνα θορύβησε τους υποψήφιους επενδυτές, θεσμικούς και μη, με αποτέλεσμα να μειωθεί το ενδιαφέρον τους για τη δημόσια εγγραφή των μετοχών της ενάγουσας η οποία, εκ του λόγου αυτού και μόνο και ενόψει της διαγραφόμενης αποτυχίας της δημόσιας εγγραφής, αναγκάστηκε να αποφασίσει, στις 13/10/2000, την επ' αόριστον αναβολή της αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου", καταλήγοντας ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των εναγομένων ζημιώθηκε, επικαλείται δε προς τούτο "θετική περιουσιακή ζημία της ανερχόμενη στο ποσό των 15.069.366,84 ευρώ αποτελούμενη από το ποσό του 1.680.827,89 ευρώ, που αφορά δαπάνες προετοιμασίας για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με δημόσια εγγραφή και την εισαγωγή των μετοχών της στο ΧΑΑ και ποσό 13.388.538,95 ευρώ, που αφορά τόκους δανείων συνολικού ύψους 72.837.067,99 ευρώ.
Τα δάνεια αυτά η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι αναγκάστηκε να συνάψει με διάφορες τράπεζες, προκειμένου να υποκαταστήσει τα κεφάλαια που, από υπαιτιότητα των εναγομένων, δεν κατέστη δυνατόν να αντλήσει από το ΧΑΑ. Ισχυρίζεται ακόμα ότι τα κεφάλαια αυτά ήταν αναγκαία, προκειμένου να προχωρήσει στην υλοποίηση των επενδυτικών της προγραμμάτων, τα οποία είχαν δρομολογηθεί και δεν ήταν δυνατόν να ανασταλούν χωρίς σοβαρές οικονομικές συνέπειες για την εταιρεία.
Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην αγωγή της, το ποσό των 72.837.067,99 ευρώ, που έλαβε ως δάνειο καθ' υποκατάσταση των ποσών που απώλεσε από την μη εισαγωγή της στο ΧΑΑ, θα διετίθετο ως ακολούθως: 1. Επενδύσεις εκσυγχρονισμού και βελτιώσεων της εταιρείας, 2. Μείωση τραπεζικού δανεισμού, 3. Εξαγορές επιχειρήσεων, 4.
Συμμετοχή στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Η εν λόγω με στοιχ.(α) αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας αξιολογήθηκε ως αόριστη και απορρίφθηκε, διαλαμβάνουσα στις αιτιολογίες της η προσβαλλόμενη απόφαση για τα κονδύλια στα οποία αναφέρεται το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και με την έννοια αυτή αποτελούν αντικείμενο και ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική διαδικασία, ιδία, (α) έξοδα μετακινήσεως και διαμονής στελεχών (64.695,22 €) και προβολής της εκδόσεως (1260.857,31 €). " 1)Δεν αναφέρεται ο αριθμός των στελεχών που μετακινήθηκαν, τα ονόματα τους και η ιδιότητα τους, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της αναγκαιότητας των επικαλούμενων μετακινήσεων και αν αυτές πράγματι συνδέονταν με την συγκεκριμένη αιτία (π.χ.
ζητείται κονδύλιο -νούμερο 79- ύψους 4.461.380 δρχ. για "μετάβαση μελών Δ.Σ και στελεχών σε Νέα Υόρκη για συνάντηση με επενδυτικές τράπεζες ... για την εξέλιξη της δημόσιας εγγραφής", χωρίς να αναφέρεται ποια και πόσα ήταν αυτά τα στελέχη και πότε έλαβε χώρα το ταξίδι καθόσον κατά την αναφερόμενη ημερομηνία -4/11/2000- είχε ήδη αποφασισθεί η αναβολή της δημόσιας εγγραφής), 2) δεν αναφέρονται τα ονόματα των στελεχών και οι ημέρες διαμονής τους στα αναφερόμενα ξενοδοχεία, ώστε να κριθεί και πάλι η αναγκαιότητα κάλυψης των αιτουμένων κονδυλίων (π.χ.:
α) ζητείται κονδύλιο -νούμερο 38- ύψους 2.254.000 δρχ. για "διαμονή μελών Δ.Σ. 30/6-17/8 για συνεργασία με στελέχη της εταιρείας, αναδόχους και τον Σύμβουλο Έκδοσης" χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα των μελών του Δ.Σ., πόσα δωμάτια κρατήθηκαν και αν αυτά κρατήθηκαν για όλο το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, 30/6-17/8, ποιος λόγος επέβαλε τόσο μακρόχρονη κράτηση κλπ., β) ζητούνται κονδύλια - νούμερα 31 και 32 - ύψους 66.243 δρχ.
και 139.020 δρχ., αντίστοιχα, για διαμονή διευθυντών και στελεχών, την ίδια ημέρα 20/9/2000 στο ίδιο ξενοδοχείο, ΗΛΕΚΤΡΑ ΑΕ, με αιτία "συνεργασία με ΑSHLΕΥ & ΗΟLΜΕS ΑΕ & ΔΕ για το πρόγραμμα προβολής δημόσιας εγγραφής και την εισαγωγή της εταιρείας στο ΧΑΑ", χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνηση και γ) ζητούνται κονδύλια 118.020 δρχ.
και 690.000 δρχ. -νούμερα 33 και 34-για διαμονή μελών ΔΣ στο -ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία από 1/9 έως 15/9/2000 με αιτιολογία "συνεργασία με αρμόδιους φορείς για την προετοιμασία της εταιρείας στο ΧΑΑ" χωρίς και πάλι να αναφέρονται οι ανωτέρω αναγκαίες διευκρινήσεις), 3) σημαντικός αριθμός των αιτουμένων κονδυλίων αφορά δαπάνες που φέρεται να έχουν λάβει χώρα μετά τις 13/10/2000, ήτοι μετά τη λήψη και ανακοίνωση της απόφασης για "επ' αόριστον αναβολή της δημόσιας εγγραφής των μετοχών της ενάγουσας στο ΧΑΑ", και συγκεκριμένα δαπάνες που φέρονται να έχουν λάβει χώρα από 14/10/2000 μέχρι και 31/12/2000 (νούμερα 52 έως 96), οι οποίες εξακολουθούν να δικαιολογούνται ως γενόμενες "για την προετοιμασία στοιχείων του φακέλου, για την προετοιμασία εισαγωγής στο ΧΑΑ κλπ" χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται αν οι ενέργειες αυτές έγιναν πριν τις 13/10/2000 και απλώς τα τιμολόγια εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή ή έγιναν μεν μετά την εν λόγω ημερομηνία, αλλά και πάλι συνδέονται (με κάποιο τρόπο) αιτιωδώς με "την προετοιμασία εισαγωγής στο ΧΑΑ".
Όσον αφορά τα υπό στοιχείο Δ κονδύλια: 1) δεν προσδιορίζονται ακριβώς οι ενέργειες που έγιναν για την παραγωγή προγραμμάτων προβολής της εταιρείας για τη δημόσια εγγραφή (π.χ. ζητείται κονδύλιο - νούμερο 2-ύψους 5.500.000 δρχ. για "δαπάνες παραγωγής προγράμματος προβολής της εταιρείας για τη δημόσια εγγραφή", χωρίς να αναφέρεται η παραμικρή πληροφορία για το είδος του προγράμματος αυτού, που και πότε διαφημίστηκε, ποιος ανέλαβε την παραγωγή και εκτέλεση του προγράμματος κλπ.), 2) δεν αναφέρεται ποια η αναγκαιότητα των γευμάτων εργασίας "για συμμετοχή της τράπεζας ως αναδόχου στη δημόσια εγγραφή της ΗΛΙΟΣ" (π.χ.
ζητούνται ποσά 45.830 δρχ., 4.440 δρχ. και 2.400 δρχ.-νούμερα 4, 5 και 6- για τρία γεύματα την ίδια ημέρα με τα ίδια πρόσωπα), 3) δεν διευκρινίζεται ποια ακριβώς ήταν τα υλικά συσκευασίας και ποια η απαιτηθείσα ποσότητα (π.χ. αναφέρεται το υλικό "σακούλες" δύο φορές την ίδια ημερομηνία από την ίδια εταιρεία συνολικού ποσού 295.280 δρχ., ήτοι 249.280 δρχ.
και 46.000 δρχ. - νούμερα 12 και 13 - χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση), 4) δεν αναφέρεται ο τρόπος ενημέρωσης του κοινού π.χ. στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο, σε ποιες εφημερίδες και περιοδικά, σε ποια κανάλια, πόσες φορές κλπ. (π.χ. ζητούνται τα ποσά των 23.812.250 δρχ., 25.603.231 δρχ., 24.802.051 δρχ., 24.543.449 δρχ. -νούμερα 24, 25, 26 και 27- που φέρονται να έχουν γίνει την ίδια ημέρα και αφορούν "ενημέρωση του κοινού μέσω ΜΜΕ για τη Δημόσια Εγγραφή ΗΛΙΟΣ ως προβλέπεται στις διατάξεις του ΧΑΑ και της Κεφαλαιαγοράς" χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνηση), 5) επίσης μεγάλο μέρος των αιτουμένων κονδυλίων φέρεται να αφορά δαπάνες που έχουν λάβει χώρα μετά τις 13/10/2000, και συγκεκριμένα από 14/10/2000 έως 31/12/2000 (νούμερο 58 έως 117) και ωστόσο εξακολουθούν να δικαιολογούνται ως "διαφήμιση στον τύπο για προβολή της δημόσιας εγγραφής της ΗΛΙΟΣ σε ΜΜΕ".
Να σημειωθεί ότι τα πιο πάνω κονδύλια ενδεικτικά αναφέρονται, αφού το σύνολο των αιτουμένων κονδυλίων είναι παρόμοιας αιτιολογίας και πάσχουν από τις ίδιες αοριστίες" (β)Τόκοι τόκων (13.388.538,95 € για δάνειο ποσού 72.837.668,00€) "Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην αγωγή της το ποσό των 72.837.068,00 ευρώ, που έλαβε ως δάνειο καθ' υποκατάσταση των ποσών που απώλεσε από την μη εισαγωγή της στο ΧΑΑ, θα διετίθετο ως ακολούθως: 1.
Επενδύσεις εκσυγχρονισμού και βελτιώσεων της εταιρείας. 2. Μείωση τραπεζικού δανεισμού. 3. Εξαγορές επιχειρήσεων. 4. Συμμετοχή στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Τα πιο πάνω κονδύλια, όμως, είναι παντελώς αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης αφού δεν εκτίθεται στην αγωγή:
α) σε τι συνίστατο ο εκσυγχρονισμός και η βελτίωση των εγκαταστάσεων της ενάγουσας, β) ποια τα δάνεια που θα μειώνονταν και σε ποιο ύψος ανέρχονταν αυτά, γ) ποιες και πόσες επιχειρήσεις θα εξαγοράζονταν και έναντι ποιου τιμήματος εκάστη, δ) ποιες ήταν οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις και σε ποιο ποσό θα ανερχόταν η συμμετοχή για καθεμία από αυτές και ε) γιατί η αναστολή της υλοποίησης των επενδυτικών προγραμμάτων θα είχε σοβαρές οικονομικές συνέπειες για την ενάγουσα, αλλά και σε τι συνίσταντο αυτές.
Τα ανωτέρω στοιχεία είναι απολύτως απαραίτητα προκειμένου να κριθεί η αναγκαιότητα της λήψης των επικαλούμενων δανείων και η αδυναμία αναστολής των επενδυτικών προγραμμάτων της ενάγουσας, καθόσον στην κρινόμενη αγωγή δεν ζητείται η ζημία που υπέστη η τελευταία, κατά τους ισχυρισμούς της, από τη μη είσπραξη του αναμενόμενου από τη δημόσια εγγραφή των μετοχών της ποσού, αλλά το αντίστοιχο αυτού ποσό που καθ' υποκατάσταση του αναγκάστηκε, όπως η ίδια ισχυρίζεται, να δανειστεί προκειμένου να καλύψει τα μη δυνάμενα να ανασταλούν επιχειρηματικά της σχέδια.
Καθίσταται επομένως, απαραίτητο να αναφερθεί ποια ήταν τα επιχειρηματικά αυτά σχέδια που δεν μπορούσαν να ανασταλούν για να κριθεί το αναγκαίο ή μη της απόφασης της ενάγουσας για τη λήψη δανειοδότησης, εφόσον με αυτήν πλέον (δανειοδότηση) επιχειρείται να συνδεθεί αιτιωδώς η επικαλούμενη παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων".
Τα στοιχεία αυτά, που αναφέρονται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήταν πράγματι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ζημίας της αναιρεσείουσας από την αποδιδόμενη στους αναιρεσίβλητους άδικη και υπαίτια πράξη και τον έλεγχο της απαιτούμενης προϋποθέσεως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου, ώστε να δύναται το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητά της φερόμενης, προς διάγνωση από την αιτία αυτή αξιώσεως της αποζημιώσεως, οι δε αναιρεσίβλητοι να αμυνθούν κατ' αυτής ανταποδεικτικώς ή με ένσταση.
Η παράλειψη πράγματι αναφοράς τους στο δικόγραφο της αγωγής όπως τούτο προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, χωρίς να είναι επιτρεπτή η αναπλήρωσή τους από τις αποδείξεις ως αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής, επάγεται ως δικονομική συνέπεια την ποσοτική αοριστία αυτής, λόγο για τον οποίο ορθώς απορρίφθηκε η με στοιχ(α) αγωγή από την προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη.
Επομένως η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο απέρριψε κατά τούτο τη με στοιχ. (α) αγωγή ως αόριστη, αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ. (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 757/21-7-2010 αίτηση με τους με ιδιαίτερο, 109/28-6-2011, δικόγραφο πρόσθετου αυτής λόγους, για αναίρεση της 2606/18-5-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ