Supreme Court dismisses Kraft Foods' appeal on trademark infringement, upholding lower court's rejection of shape and packaging claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed Kraft Foods' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding trademark infringement by Bingo AE and Agrotiki Biomachini Makedonias AE. The lower court found that Kraft held valid Community and international trademarks for triangular chocolate shapes and packaging, which were deemed similar to the defendants' products. The court rejected Kraft's arguments that the chocolate itself or its packaging lacked distinctiveness, ruling that the registered marks covered the specific three-dimensional representations and packaging materials.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 18, 26 of Law 2239/1994; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: The holder of a registered trademark has the exclusive right to use it on products and packaging; an appeal based on failure to consider specific arguments is inadmissible if the court examined the cited marks and formed a judgment based on them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1660 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1660/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "KRAFT FOODS SCHWEIZ HOLDING AG" που εδρεύει στη Ζυρίχη Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Εταιρείας με την επωνυμία "KRAFT FOODS SCHWEIZ AG" που εδρεύει στη Ζυρίχη Ελβετίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τα Θεόδωρο Γούσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "BINGO AE" που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Βιομηχανική Μακεδονίας ΑΕ" που εδρεύει στη Φλώρινα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αλευρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1478/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3376/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη της αναίρεσης κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 18 και 26 του νόμου 2239/1994 "περί σημάτων", που συνόψισε σε ενιαίο κείμενο την υφισταμένη ελληνική νομοθεσία για τα εμπορικά σήματα, αποτελούμενη κατά βάση από το ν. 1998/1939, και το ν. 3205/1955, καθώς και το ΠΔ 3171/1992, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την 89/104/ΕΟΚ/21-12-1980 Πρώτη Οδηγία, προκύπτει ότι, αυτός που κατέθεσε νομίμως, σήμα κατά τα άρθρα 2 και 15 του ίδιου νόμου, ήτοι σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως , ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της χρήσης αυτού ή οποία αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση, να επιθέτει αυτό στα προϊόντα ή εμπορεύματα τα οποία προορίζεται να διακρίνει, καθώς και στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.
Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται κατ' άρθρο 18 του νόμου 2239/1994, να απαγορεύσει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημεία τα οποία αποτελούν παραποίηση ή απομίμηση του σήματός του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 & 1 του νόμου αυτού. Αποτελεί δε παραποίηση του σήματος η πιστή κατά τα κύρια σημεία αντιγραφή του, απομίμηση δε η ιδιαίτερη προσέγγιση προς άλλο σήμα, η οποία εξαρτάται από την όλη οπτική και ηχητική εντύπωση του σήματος, ασχέτως από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και όχι στους εξειδικευμένους χρήστες σχετικά με τη προέλευση των προϊόντων από ορισμένη επιχείρηση (ΑΠ 1604/2003, ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 1127/1994).
Κατά τις διατάξεις αυτές το σχήμα του προϊόντος, που διακρίνει το προϊόν αυτό, ακόμη και όταν παρουσιάζει πρωτοτυπία και ιδιομορφία, δεν υπάγεται στη προστασία του σήματος όταν το μεταγενέστερο προϊόν, που φέρει το ίδιο ή παρόμοιο σχήμα, καλύπτεται με διαφορετική συσκευασία και εμφανίζεται στο κοινό με διαφορετική ονοματική ένδειξη, γιατί στην περίπτωση αυτή το νέο (μεταγενέστερο) προϊόν κατά την εξωτερική του, με διαφορετική συσκευασία και ονοματική ένδειξη, εμφάνισή του στο κοινό, δεν ταυτίζεται, ούτε ομοιάζει με το προγενέστερο προστατευόμενο προϊόν, του οποίου το σχήμα λόγω της επικάλυψής του με διαφορετική συσκευασία και ονοματική ένδειξη, στερείται της διακριτικής του ικανότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η δεύτερη ενάγουσα που είναι θυγατρική εταιρία της πρώτης ενάγουσας, είναι δικαιούχος του υπ' αριθ. 727788/7-2-2000 διεθνούς σήματος που έχει καταθέσει στον Παγκόσμιο Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας, αποτελείται από τρισδιάστατη απεικόνιση επιμήκους ράβδου σοκολάτας τριγωνικού σχήματος, το επάνω μέρος της οποίας είναι διαμορφωμένο σε ισομεγέθεις και συμμετρικές οδοντωτές πυραμιδοειδείς προεξοχές και προορίζεται να διακρίνει κακάο, σοκολάτα και προϊόντα σοκολάτας, είδη αρτοποιϊας, ζαχαροπλαστικής και ζαχαρωτά της κλάσεως 30 και του υπ' αριθ. 104.038/14.5.1991 σήματος.
Το τελευταίο σήμα, έχει κατατεθεί στο αρμόδιο κατά το χρόνο κατάθεσής του, Υπουργείο Εμπορίου της Ελλάδος από την εταιρεία AG CHOCOLAT TOBLER, προορίζεται να διακρίνει σοκολάτα και προϊόντα σοκολάτας της κλάσεως 30, έγινε δεκτό με την υπ' αριθ.3859/93 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, δημοσιευθείσα στο υπ' αριθ. 8/1993 Δελτίο Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως που κατέστη αμετάκλητη και καταχωρήθηκε στο βιβλίο σημάτων την 17/6/1994 και έκτοτε, μετά από νόμιμη ανανέωσή του ισχύει και προστατεύεται μέχρι την 14/5/2011 .Ακολούθως "το σήμα αυτό, που απεικονίζει ράβδο σοκολάτας τριγωνικού σχήματος, το επάνω μέρος της οποίας είναι διαμορφωμένο σε ισομεγέθη και συμμετρικώς 3 διατεταγμένα τμήματα, με πυραμιδοειδή προεξοχή και φέρει τη λέξη TOBLERONE, κάθε γράμμα της οποίας αναγράφεται επί της πλευράς των τριγωνικών τμημάτων, μεταβιβάσθηκε από την παραπάνω καταθέτιδα, λόγω συγχωνεύσεως, προς την εταιρία υπό την τότε επωνυμία της "ΚRAFT JACOBS SUCHARD (SCHWEIZ) AG"-KRAFT JACOBS SUGHARD (SUISSE) SA-KRAFT JACOBS SUGARD που άλλαξε επωνυμία σε KRAFT FOODS SCHWEIZ AG, KRAFT FOODS SUISSE SA, KRAFT FOODS SWITZERLAND LTD.
Η σοκολάτα αυτή παράγεται στην Ελβετία, διατίθεται στην Ελλάδα από το έτος 1991 σε χάρτινη συσκευασία τριγωνικής μορφής κίτρινου χρώματος και σε κάθε πλευρά της συσκευασίας αναγράφεται με κεφαλαία στοιχεία κόκκινου χρώματος η λέξη "ΤΟΒLERONE ", ενώ με μικρότερα στοιχεία στην αγγλική γλώσσα οι λέξεις SWISS MILK CHOCOLATE WITH HONEY AND ALMOND NOUGAT 100 gr.
ΝΕΤ. Στη μία δε πλευρά της συσκευασίας αναγράφεται η παραγωγός εταιρία, ΚRAFT FOODS SWITZERLAND LTD και παρέχονται πληροφοριακά στοιχεία για τη σύνθεση του προϊόντος στην αγγλική και ελληνική γλώσσα. Το προϊόν αυτό με τον παραπάνω διασχηματισμό, λόγω και της ευρείας διαφήμισης που έγινε το έτος 1992 μέσω των ΜΜΕ και δη της τηλεόρασης, είναι γνωστό στο ευρύ καταναλωτικό κοινό της Ελλάδος και αποτελεί ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα των εμπορευμάτων τους.
Η πρώτη από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες είναι ελληνική ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της επί σειρά ετών την παραγωγή και διάθεση μεταξύ άλλων διαφόρων τύπων σοκολάτας και αποκλειστική δικαιούχος του υπ' αριθ. 154618/22/12/2000 λεκτικού σήματος "ALMOND", που έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Ανάπτυξης και από το έτος 2002 παράγει δια μέσου της δεύτερης των εναγομένων και διαθέτει στην ελληνική αγορά τριγωνική σοκολάτα γάλακτος με αμύγδαλο με την παραπάνω εμπορική ονομασία.
Η σοκολάτα αυτή, ομοιάζει ως προς το σχήμα με τη σοκολάτα των εναγουσών, καθόσον είναι σε μορφή ράβδου, η επάνω επιφάνεια της οποίας είναι διαμορφωμένη σε ισομεγέθη τμήματα κατά σειρά, συμμετρικώς διατεταγμένα, με οδοντωτή πυραμιδοειδή προεξοχή. Η παραπάνω σοκολάτα διατίθεται στην αγορά σε ποσότητα καθαρού βάρους 50 gr.
σε περίκλειστη αεροστεγώς κλεισμένη συσκευασία από πλαστικό, στις δύο όψεις της οποίας αναγράφεται με μεγάλα στοιχεία μωβ χρώματος η λέξη "almondo" σε άσπρο και κόκκινο φόντο και κάτω από αυτή τη λέξη, η φράση Μilk chocolate filled with praline cream and almonds στη μία όψη, γεμιστή σοκολάτα γάλακτος με κρέμα πραλίνα και αμύγδαλα, φέρει δε στις δυο άκρες το στοιχείο της επωνυμίας της πρώτης εναγομένης "ΒΙNGO" και στην πίσω πλευρά, διάφορες άλλες ενδείξεις στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, όπως οδηγίες διατήρησής της, περί του βάρους της και περί του ότι το προϊόν αυτό, παρασκευάζεται από τη δεύτερη εναγομένη για λογαριασμό της πρώτης από αυτές. 'Εκρινε δε το Εφετείο ότι το επίμαχο σήμα της δεύτερης ενάγουσας είναι σύνθετο και αποτελείται από το σχέδιο οδοντωτής πυραμίδας ως άνω και τη λέξη"ΤΟΒLΕRΟΝΕ", κάθε γράμμα της οποίας αναγράφεται επί της πλευράς των τριγωνικών τμημάτων.
Η συγκεκριμένου δε τύπου σοκολάτα, κυκλοφορεί στο εμπόριο χωρίς απεικόνιση επί της συσκευασίας του τριγωνικού σχήματος της σοκολάτας, σε σχήμα ράβδου, σε ισομεγέθη συμμετρικώς διατεταγμένα τμήματα, με οδοντωτή πυραμιδοειδή προεξοχή, στην περίκλειστη δε συσκευασία αναγράφεται μέρος μόνο του σήματος, η λέξη "ΤΟΒLΕRΟΝΕ".Το συναφές προϊόν της πρώτης εναγομένης, διατίθεται στην αγορά σε περίκλειστη αεροστεγώς συσκευασία από αλουμινόφυλλο, όχι τριγωνικής μορφής, χωρίς μάλιστα γα έχει απεικόνιση επί της συσκευασίας του τριγωνικού σχήματος σε συμμετρικώς διατεταγμένα τμήματα με οδοντωτή πυραμιδοειδή προεξοχή και δεν μπορεί να προκαλέσει σύγχυση.
Τούτο διότι πρόκειται για δύο προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο σε συσκευασίες που δεν ομοιάζουν καθόλου μεταξύ τους, ούτε ως προς σχήμα ούτε ως προς το χρώμα. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η σοκολάτα "ΤΟΒLΕRONE" έχει τριγωνικό σχήμα, το υλικό της αποτελείται από χαρτόνι, ενώ η σοκολάτα "ΑLMONDO" δεν έχει τριγωνικό σχήμα το δε υλικό της αποτελείται από αλουμινόφυλλο, που είναι εύκαμπτο, σε χρώμα κίτρινο η πρώτη με κόκκινα γράμματα χρυσό περίγραμμα και μπλε φόντο και μωβ η δεύτερη, με μωβ γράμματα σε λευκό και κόκκινο φόντο, σε διαφορετικό βάρος 100 γραμμαρίων η πρώτη και 50 γραμμαρίων η δεύτερη.
Διαφορά καθεαυτή σημαντική για τέτοιου είδους προϊόντα, με εντελώς διαφορετικές κυρίαρχες λέξεις, οι οποίες δεν ομοιάζουν ούτε οπτικά, ούτε ηχητικά ήτοι "ΤΟΒLΕRΟΝΕ" και "ΑLMONDΟ", διαφέρουν δε και ως προς τον τύπο γραφής, καλλιτεχνική γραφή η τελευταία, με ελαφρά πλάγια κλίση. Οι σημαντικές αυτές διαφορές, στην εμφάνιση των συσκευασιών των δύο αυτών προϊόντων, δεν μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση, ούτε κίνδυνο σύγχυσης στο μέσο, μέτριων γνώσεων, παρατηρητικότητας και προσοχής καταναλωτή, ως προς την προέλευση τους, ήτοι ως προερχόμενο από την επιχείρηση της δεύτερης ενάγουσας, ή από επιχείρηση διαφορετική, σχετιζόμενη όμως και έχουσα άμεση σχέση από την επιχείρηση αυτής, με αποτέλεσμα την αγορά του προϊόντος της πρώτης εναγομένης από μέρους της πελατείας της άνω ενάγουσας, λόγω ακριβώς των προαναφερθεισών σημαντικών διαφορών, που καθιστούν ευχερή τη διάκριση των δύο αυτών προϊόντων σοκολάτας από τον ως άνω καταναλωτή, ο οποίος προβαίνει στην αγορά του με βάση τα στοιχεία αυτά, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε κυριαρχική και αποφασιστική σημασία, η ομοιότητα του διασχηματισμού του προϊόντος στο εσωτερικό της συσκευασίας του, το οποίο δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτό κατά την αγορά, ενόψει και του ότι η συσκευασία της πρώτης ως άνω σοκολάτας αποτελείται από χαρτόνι που δεν είναι εύκαμπτο.
Μάλιστα εάν μεν καταναλώνεται το προϊόν της α' εναγόμενης κρατώντας τμήμα αυτού από την ανοιγμένη συσκευασία (περιτύλιγμα), θα είναι εμφανές ότι πρόκειται για άλλη σοκολάτα, έστω και ομοίου διασχηματισμού και όχι για την "ΤΟΒLΕRΟΝΕ", ενώ εάν καταναλώνεται χωρίς να την κρατάει ο καταναλωτής καθόλου από μέρους της συσκευασίας, ο διασχηματισμός θα παραπέμπει σε παλαιότερο σήμα της "ΤΟΒLΕRΟΝΕ " και δεν θα αποβαίνει η ομοιότητα αυτή (από πλευράς ανταγωνισμού) σε βάρος των εναγουσών.
Άλλωστε από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε, ότι μειώθηκαν οι πωλήσεις του προϊόντος της δεύτερης ενάγουσας στην Ελλάδα, από τότε που διαπίστωσαν την κυκλοφορία του προϊόντος της πρώτης εναγομένης. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι δεν υπάρχει στην κρινομένη περίπτωση προσβολή του σήματος της πρώτης ενάγουσας καθεαυτό, ούτε της δεύτερης από αυτές, αποκλειστικής δικαιούχου του σύνθετου σήματος που αποτελείται από το σχέδιο οδοντωτής πυραμίδας ως άνω και τη λέξη "ΤΟΒLERONE", Ενώ το λεκτικό σήμα "ΑLΜΟNDΟ" δεν αποτελεί παραποίηση ή απομίμηση αυτού, σύμφωνα με τη καλή πίστη, δηλαδή την ευθύτητα που πρέπει να διέπει την εν γένει συναλλακτική ζωή μιας πολιτισμένης κοινωνίας), ούτε κατά τις διατάξεις του αθέμιτου ανταγωνισμού, ως ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος του οποίου η διακριτική δύναμη ουδόλως παραβλάπτεται, λόγω των προαναφερθεισών εμφανών και ευχερώς αντιληπτών διαφορών και δεν μπορεί να προκληθεί σύγχυση ή κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο έστω και άπειρο αγοραστή σχετικά με την προέλευσή του, αφού κατά την αντίληψη αυτού δεν είναι δυνατόν ν' αγορασθεί το προϊόν της πρώτης εναγομένης με την εντύπωση ότι αγοράσθηκε το προϊόν της δεύτερης ενάγουσας λόγω αυτών των διαφορών.
Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο τούτο γνώμη με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών και να απορρίψει αυτήν, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις του άρθρου 26 Ν. 2239/1994 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 3, 3 τρις και 4 του Ν. 2783/2000 "περί διεθνούς Σήματος" που ρυθμίζουν την ισχύ και προστασία του κατοχυρωμένου στην Ελλάδα Κοινοτικού σήματος και του διεθνούς σήματος στην ημεδαπή, αφού δεν αρκεί για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών μόνο η ομοιότητα του διασχηματισμού του προϊόντος των αναιρεσιβλήτων προς το διασχηματισμό του προϊόντος των αναιρεσειουσών, αλλά απαιτείται και η ομοιότητα των λεκτικών ενδείξεων, και η πρόκληση σύγχυσης, ή η δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης, από τη συσκευασία των εκατέρωθεν προϊόντων.
Επομένως πρέπει, οι προβαλλόμενες με τους πιο πάνω πρώτο και τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων περί σημάτων, να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου και δη της Αρεοπαγίτου Ρένας Ασημακοπούλου στην προστασία των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 18 και 26 του Ν. 2234/1994 υπάγεται και το σχήμα του προϊόντος, αν έχει διακριτική ικανότητα, πράγμα που κατά κανόνα συμβαίνει, όταν το σχήμα παρουσιάζει πρωτοτυπία και ιδιομορφία, η οποία, πρωτοτυπία και ιδιομορφία, εκτιμάται εν όψει της φύσης αυτού και του προϊόντος που διακρίνει.
Τούτο δε συμβαίνει και όταν το διακριτικό του προγενεστέρου προϊόντος σχήμα, καλύπτεται από διαφορετική συσκευασία και εμφανίζεται στο κοινό με νέα ονοματική ένδειξη διαφορετική από εκείνη του προγενέστερου προϊόντος. Με την παραδοχή της αντίθετης άποψης θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να εμπορεύεται προγενέστερο σήμα, που έχει αποκτήσει φήμη λόγω της πρωτοτυπίας και ιδιομορφίας του διασχηματισμού του, προσπορίζοντας στον εαυτό του, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος, από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, με την κάλυψη του σχήματος του προϊόντος αυτού με διαφορετική συσκευασία και την αλλαγή του ονοματολογικού προσδιορισμού (λεκτικής ένδειξης), με τα οποία εμφανίζεται το προγενέστερο προϊόν στο κοινό.
Επομένως με το να κρίνει ως ανωτέρω το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού αρκεί για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών η ομοιότητα του διασχηματισμού του προϊόντος των αναιρεσιβλήτων προς τον διασχηματισμό του προϊόντος των αναιρεσειουσών, μη απαιτουμένης και της ομοιότητας των λεκτικών ενδείξεων ή της πρόκλησης σύγχυσης ή της δυνατότητας πρόκλησης σύγχυσης, από τη συσκευασία των εκατέρωθεν προϊόντων.
Συνακόλουθα πρέπει κατά των μειοψηφούσα αυτή γνώμη, να γίνουν δεκτές οι προβαλλόμενες με τους πρώτο και τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ αιτιάσεις για παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων περί σημάτων και κατ' αποδοχή των αιτιάσεων αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω ομοφώνως κρίνει το Δικαστήριο ότι δεν παραβίασε το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3294/1994 του Συμβουλίου, γιατί με αυτόν θεσπίζονται μέτρα απαγόρευσης της ελεύθερης κυκλοφορίας εξαγωγής, επανεξαγωγής και της υπαγωγής υπό καθεστώς αναστολής των εμπορευμάτων παραποίησης, απομίμησης και των αναπαραχθέντων χωρίς άδεια (πειρατικών), ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, δεν πρόκειται για εισαγωγή ή εξαγωγή παραποιημένων προϊόντων, ούτε συντρέχουν προϋποθέσεις επέμβασης τελωνιακών αρχών και τα λαμβανόμενα με τον κανονισμό αυτό μέτρα αφορούν αποκλειστικά και μόνο εισαγωγές από τρίτες χώρες, γιατί σκοπός του είναι η απαγόρευση εισαγωγής πειρατικών προϊόντων από μη Κοινοτικές χώρες. Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για παραβίαση και του κανονισμού αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.146/1914 απαγορεύεται κατά τις εμπορικές συναλλαγές βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά γενική αντίληψη χρηστού και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου.
Κατά το άρθρο δε 13 παρ.1 και 4 του ίδιου νόμου, όποιος κατά τις συναλλαγές κάνει χρήση ονόματος κάποιου, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης ή κάποιου εντύπου, κατά τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης.
Ως ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαίτερη διακόσμηση των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά στους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου προσώπου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και 2)ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα επέλευσης σύγχυσης του κοινού, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 1123/2003, ΑΠ 1780/1999, ΑΠ 241/1991).
Εξάλλου ναι μεν ο κίνδυνος σύγχυσης είναι νομικό ζήτημα, η διαπίστωση όμως αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στις συναλλαγές είναι πραγματικό και δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ. στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ενώ και η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε ότι μειώθηκαν οι πωλήσεις του επίμαχου προϊόντος της δεύτερης ενάγουσας στην Ελλάδα, από τότε που κυκλοφόρησε το προαναφερόμενο προϊόν της πρώτης εναγομένης είναι εκτίμηση πραγματικού γεγονότος και δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ.
στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 1 και 13 §§ 1 και 4 Ν. 146/1914 για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ως προς τη βάση της προσβαλλόμενης απόφασης τη στηριζόμενη στις διατάξεις αυτές και ο προβαλλόμενος για το αντίθετο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης τα εκτιθέμενα ανωτέρω στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα απαιτούμενα για τη στήριξη της βάσης του αθέμιτου ανταγωνισμού και δεν περιέχουν αντιφάσεις εξ αιτίας των οποίων δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της.
Ενώ η μη ταύτιση και η αντίφαση των αιτιολογιών της βάσης της αγωγής της στηριζόμενης στην παραβίαση του άρθρου 26 § 1 Ν. 2239/1994, με τις αιτιολογίες της βάσης της ένδικης αγωγής της στηριζόμενης στις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 §§ 1 και 4 του Ν. 146/1994 δεν ιδρύει το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. Ούτε σε κάθε περίπτωση είναι αντιφατικές ή ανεπαρκείς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για ομοιότητα του διασχηματισμού της σοκολάτας των εναγομένων με το διασχηματισμό της σοκολάτας των εναγουσών και ανομοιότητα της συσκευασίας και των λεκτικών ενδείξεων των προϊόντων αυτών και η έλλειψη κινδύνου σύγχυσης από την ανομοιότητα αυτή.
Ειδικότερα δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πρώτη εναγομένη "παράγει δια της δεύτερης τούτων και διαθέτει στην Ελληνική αγορά σοκολάτα γάλακτος με αμύγδαλο" με την παραδοχή της σε άλλο σημείο του σκεπτικού της ότι "το προϊόν της πρώτης εναγομένης διατίθεται στην αγορά σε περίκλειστη αεροστεγώς συσκευασία από αλουμινόχαρτο όχι τριγωνικής μορφής χωρίς μάλιστα να έχει απεικόνιση επί της συσκευασίας του τριγωνικού σχήματος σε συμμετρικώς διατεταγμένα τμήματα με οδοντωτή πυραμιδοειδή προεξοχή", αφού, όπως προκύπτει από τις αναφορές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης και διευκρινίζεται σε αυτή με την αναφορά ότι "πρόκειται για δύο προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο σε συσκευασίες που δεν ομοιάζουν καθόλου μεταξύ τους, ούτε ως προς το σχήμα, ούτε ως προς το χρώμα, καθ' όσον η σοκολάτα TOBLERONE έχει τριγωνικό σχήμα και το υλικό της αποτελείται από χαρτόνι, ενώ η σοκολάτα ALMONDO δεν έχει τριγωνικό σχήμα" η πρώτη παραδοχή αναφέρεται στο σχήμα της καθεαυτής σοκολάτας, η δε δεύτερη στη συσκευασία και τη συνολική εμφάνιση αυτής.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η προβαλλόμενη με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη βάση της επί των διατάξεων περί αθεμίτου ανταγωνισμού. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα είναι δικαιούχος του υπ' αριθ. 000031237/1-4-1996 κοινοτικού σήματος, που αποτελείται από τρισδιάστατη απεικόνιση οδοντωτού τεμαχίου σοκολάτας διαμορφωμένου σε σχήμα τριγώνου και προορίζεται να διακρίνει σοκολάτα, προϊόντα από σοκολάτα, κακάο, ζαχαρώδη και είδη ζαχαροπλαστικής, παγωτά και του υπ' αριθ. 00033644083/17-2-1999 κοινοτικού σήματος, που αποτελείται από τρισδιάστατη απεικόνιση οδοντωτού τεμαχίου σοκολάτας διαμορφωμένου σε σχήμα τριγώνου και προορίζεται να διακρίνει κακάο, σοκολάτα, προϊόντα σοκολάτας, και κακάο προϊόντα αρτοποιΐας γλυκά και ζαχαρώδη, ζαχαρωτά, παγωτά.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι η πρώτη ενάγουσα είναι δικαιούχος των παραπάνω με αριθμ. 000031237/1-4-1996 και 0003364083/17-2-1999 κοινοτικών σημάτων, η δε δεύτερη ενάγουσα είναι δικαιούχος του επίσης προαναφερόμενου με αριθ. 727788/7-2-2000 διεθνούς σήματος και δεν συνέκρινε αυτά με το διασχηματισμό της σοκολάτας των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος, αφού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. ως πράγματα, των οποίων τη μη λήψη υπόψη ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος και όχι τα επιχειρήματα των διαδίκων.
Ως επιχειρήματα δε των εναγουσών της ομοιότητας του επίμαχου σήματος των εναγομένων προς το με αριθ. 104038/14-5-1991 σήμα της δεύτερης ενάγουσας, έγινε επίκληση των παραπάνω δύο σημάτων της πρώτης ενάγουσας και του με αριθ. 727788/7-2-2000 σήματος της δεύτερης ενάγουσας. Αλλά και ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα σήματα αυτά των εναγουσών και προέβη στη σύγκρισή τους προς το επίμαχο σήμα των εναγομένων, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ομοιότητα ή μη του τελευταίου προς το με αριθ. 104038/14-5-1991 σήμα της δεύτερης ενάγουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2006 αίτηση α) της εταιρείας με την επωνυμία "KRAFT FOODS SCHWΕIZ HOLDING AG" και β) της εταιρείας με την επωνυμία "KRAFT FOODS SCHWΕIZ AG" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3376/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ