Legislator Case Law & Legislation
1660/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's decision to retry usury case due to lack of remission of criminal liability.

Case Number 1660/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate council's decision to remand the case for trial on usury charges. The appellant argued that the appellate court erred in rejecting his claim for remission of criminal liability under Article 393 of the Penal Code. The court held that the remission provision applies only to simple usury, not the aggravated form charged, and the payment of funds reinforced the conviction of the crime.

Legislator headnote

AI generated

Articles 393 para. 2 and 404 para. 5 of the Penal Code; The provision for remission of criminal liability applies exclusively to usury of simple form, not to aggravated usury, and the repayment of funds strengthens the finding of the crime.

Keywords

AI generated
usury by profession remission of criminal liability aggravated usury appellate review criminal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 393 para. 2 of the Penal Code
Article 404 para. 5 of the Penal Code
Article 404 para. 3 of the Penal Code
Article 1362 of the Penal Code
Article 14 para. 8b of Law 2721/1999
Article 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1660 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1660/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

Ε΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη και Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 80/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3 και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 σύζυγο του Ψ1.

Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 247/2006.

΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη, με αριθμό πρωτ. 197/18-4-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω στο Δικαστήριό σας την υπ΄αριθ. 2/23.12.2005 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, δικηγόρου, κατοίκου Κέρκυρας, κατά του υπ΄αριθ. 80/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας και εκθέτω τα ακόλουθα:

1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κέρκυρας με το υπ΄αριθ. 178/2004 βούλευμά του, παρέπεμψε εκτός άλλων, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας τον παραπάνω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί για τοκογλυφία κατά συρροή με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων από υπαίτιο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, εκτός άλλων, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος άσκησε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας, το οποίο με το υπ΄αριθ. 80/2005 βούλευμά του, αφενός μεν έκαμε εν μέρει δεκτή την έφεση αυτού και για μερικότερες πράξεις από την ως άνω κατηγορία, είτε έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής είτε αποφάνθηκε να μη γίνει κατ΄αυτού κατηγορία, αφετέρου απέρριψε εν μέρει κατ΄ουσία την έφεση αυτού και επικυρώθηκε έτσι κατά το μέρος αυτό το πρωτοβάθμιο ανωτέρω βούλευμα.

Κατά του Εφετειακού αυτού βουλεύματος και ειδικότερα κατά του μέρους αυτού που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αυτός άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα, παραδεκτά και εμπρόθεσμα, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη στον αναιρεσείοντα την 19.12.2005, ενώ αυτός άσκησε την κρινόμενη αναίρεση την 23.12.2005.

Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως 1) ΄Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ. 1β΄, 1δ΄ ΚΠΔ).

2. Επειδή η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό του βουλεύματος ή και σε συνδυασμό με το διατακτικό του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για τη συγκεκριμένη πράξη. Ειδικά όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορία, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει όμως να προκύπτει από το βούλευμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά από αυτά, για να καταλήξει στην επί της ουσίας κρίση του (ΑΠ 2125/2002, Π.Χ. ΝΓ/134).

Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ΄αυτήν διαφορετική έννοια απ΄αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ΄Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 2271/2002, ΑΠ 2275/2002, Π.Χ. ΝΓ/803, 808).

3. Επειδή στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ΄αριθ. 80/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας που το εξέδωσε, έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς, για μέρος από τις πράξεις που αποδίδονταν στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, προκειμένου να δικασθεί για την ως άνω πράξη κατά συρροή. Δέχθηκε, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως προς το ως άνω μέρος του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι μηνυτές Ψ1 και η Ψ2 σύζυγος αυτού, γνώριζαν τον πρώτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο Χ1, δικηγόρο Κέρκυρας, στον οποίο είχαν αναθέσει τη διεκπεραίωση υποθέσεών τους. Στις αρχές Ιουλίου 1999 οι πιο πάνω μηνυτές ζήτησαν από τον πρώτο κατηγορούμενο και τους δάνεισε ποσό 1.500.000 δραχμών για οκτώ μήνες. Επιτόκιο για το δανεισμό και αυτού του ποσού συμφωνήθηκε 75% ετησίως.

Χάριν καταβολής του ποσού του δανείου και των τόκων εκδόθηκαν τέσσερις συναλλαγματικές των 500.000 δραχμών καθεμιά και μία ποσού 200.000 δραχμών, δηλαδή συνολικού ποσού 2.200.000 δραχμών. Στο σώμα των συναλλαγματικών συμπληρώθηκε μόνο το ποσό αυτών, τις πρώτες αποδέχθηκε ο Ψ1 και τριετεγγυήθηκε υπέρ αυτού η σύζυγός του Ψ2, ενώ την τελευταία αποδέχθηκε μόνον η Ψ2, αφέθηκαν δε λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους.

Τελικά στα σώματα των συναλλαγματικών συμπληρώθηκαν τα ακόλουθα στοιχεία: 1) στην πρώτη ποσού 500.000 δραχμών ως ημερομηνία έκδοσης η 15-7-2000, λήξης η 15-7-2000 και ως εκδότης ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ2 , 2) στη δεύτερη ίδιου ποσού ως ημερομηνία έκδοσης η 15-7-2000, λήξης η 15-7-2000 και ως εκδότης ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ3 , 3) στην τρίτη ίδιου ποσού ως ημερομηνία έκδοσης η 15-7-2000, λήξης η 15-7-2000 και ως εκδότης ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, 4) στην τέταρτη ποσού 500.000 δραχμών ως ημερομηνία έκδοσης η 1-12-1999, λήξης η 30-12-1999 και ως εκδότης ο Χ2 και 5) στην πέμπτη ποσού 200.000 δραχμών ως ημερομηνία έκδοσης η 20-10-1999, λήξης η 30-10-1999 και ως εκδότης ο Χ2 .

Οι συναλλαγματικές αυτές δεν πληρώθηκαν και με αιτήσεις των φερομένων ως δικαιούχων των ενσωματούμενων ως άνω ποσών στο αρμόδιο δικαστήριο εκδόθηκαν οι ακόλουθες διαταγές πληρωμής: 1) με βάση την από 17-8-2000 αίτηση του Χ2 και με την πρώτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ..... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους υπόχρεους για πληρωμή, αποδέκτη και τριτεγγυήτρια με επιταγή προς εκτέλεση την 13-9-2000, 2) με βάση την από 17-8-2000 αίτηση του Χ3 και με τη δεύτερη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ....

διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους μηνυτές με επιταγή προς πληρωμή της την 13-9-2000, 3) με βάση την από 17-8-2000 αίτηση του Χ1 και με την τρίτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ..... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους υπόχρεους για πληρωμή της με επιταγή προς εκτέλεση την 13-9-2000, 4) με βάση την από 7-2-2000 αίτηση του Χ2 και με την τέταρτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. .....

διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους υπόχρεους για πληρωμή της με επιταγή προς εκτέλεση την 2-3-2000 και 5) με βάση την από 31-3-2000 αίτηση του Χ2 και με την Πέμπτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ..... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε με επιταγή προς εκτέλεση στην αποδέκτρια αυτής Ψ2 την 26-4-2000.

Ακολούθως, με την κοινοποίηση στην Ψ2 αντιγράφου του απογράφου της υπ΄αριθμ...... διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση, ο Χ2 άρχισε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και με την υπ΄αριθμ. .... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας Κέρκυρας... , κατασχέθηκε ακίνητο αυτής που βρίσκεται στη θέση «....

» της κτηματικής περιφέρειας του προαστίου .... του Δήμου ... , εκτάσεως 751,94 τ.μ. μετά της ισογείου σ΄ αυτό οικοδομής επιφάνειας 100 τ.μ. περίπου. Κατά της επισπευδομένης εκτελέσεως ασκήθηκε ανακοπή και αίτηση αναστολής, ο επισπεύδων δε και η καθής η εκτέλεση συμβιβάστηκαν και συντάχθηκε το από 15-5-200 πρακτικό συμβιβασμού, σύμφωνα με το οποίο ο Χ2 αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται οφειλή από τις υπ΄αριθμ. ...και .....

διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας και εκ παραδρομής αυτές εκδόθηκαν, ματαιώνει δε κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με την πρώτη τούτων, ενώ η Ψ2 και ο επίσης στο πρακτικό συμβαλλόμενος σύζυγός της Ψ1 ομολογούν ότι υφίσταται πραγματική οφειλή τους προς τον Χ2 ποσού 4.050.000 δραχμών, που προέρχεται από μία συναλλαγματική λήξης 31-12-1999 ποσού 1.950.000 δραχμών, τρεις συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών καθεμιάς και μία συναλλαγματική ποσού 600.000 δραχμών λήξης 15-7-2000.

Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 με βάση αντίγραφο του απογράφου της υπ΄αριθμ. ..... διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας επίσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της Ψ2 και με την υπ΄αριθμ. .... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της προαναφερόμενης δικαστικής επιμελήτριας κατασχέθηκε το παραπάνω ακίνητο της οφειλέτριας.

Το κατασχεθέν ακίνητο πλειστηριάστηκε δημόσια την 22-11-2000 και κατακυρώθηκε στους ....και .....για λογαριασμό των οποίων υπερθεμάτισε η .... . Στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους ο Χ2 από την 103/2000 διαταγή πληρωμής η Ζ1 από την 34/2000 διαταγή πληρωμής του Πρωτοδικείου Κέρκυρας και ο Χ3 από την 216/2000 διαταγή πληρωμής.

Στη συνέχεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι σύμφωνα με όσα παραπάνω έγιναν δεκτά: Α)…….. Β) Περαιτέρω ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1 κατά τη δεύτερη σύμβαση δανείου που κατάρτισε με τους μηνυτές τον Ιούλιο του έτους 1999, εκμεταλλευόμενος την οικονομική ανάγκη τούτων, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του και στη συνέχεια επιδίωξε την είσπραξη αυτών των τοκογλυφικών ωφελημάτων.

Τούτο διότι συνομολόγησε για το δάνειο την καταβολή τόκων με επιτόκιο 75% ετησίως και επιδίωξε να εισπράξει τους τόκους αυτούς το ποσό των οποίων είχε ενσωματωθεί στις ένδικες πιο πάνω συναλλαγματικές, μολονότι το νόμιμο επιτόκιο κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχονταν, σύμφωνα με την ΠΣΝΠ 12/12-1-1999, σε 19% ετησίως.

Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της διαπραχθείσας απ΄αυτόν αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας, αφού με τη δική τους συναίνεση εκείνος έθεσε τα ονόματά τους στη θέση δικαιούχων από τα προαναφερόμενα αξιόγραφα και με το όνομά τους να επιδιώξει την είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων, ήτοι να ζητήσει την έκδοση των διαταγών πληρωμής, την κοινοποίηση αντιγράφου του απογράφου τούτων με επιταγή προς πληρωμή και την αναγγελία στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, έτσι ώστε να εισπραχθούν τα τοκογλυφικά ωφελήματα.

Περαιτέρω, λόγω της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο Χ1, όχι μόνο προς τους ανωτέρω μηνυτές αλλά και προς τρίτους, αφού από τους μάρτυρες Φ1, Φ2 και Φ3 προκύπτει ότι και σ΄αυτούς είχε δανείσει χρήματα με τόκο που υπερέβαινε το νόμιμο ποσό, αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει συνεργαζόμενος με τρίτους για την πραγματοποίηση της τοκογλυφίας και για την επανειλημμένη τέλεση αυτής, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος από τη διάπραξή της και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Αλλά και για τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες-κατηγορούμενους Χ2 και Χ3 , από την επανειλημμένη παροχή της συνδρομής τους στην τέλεση της τοκογλυφίας και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει με τον πρώτο τούτων, προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτών και σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από την τέλεση της πράξης.

Μάλιστα ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 , όπως κατατίθεται από το μάρτυρα Φ2, σε δύο συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί ο τελευταίος για τοκογλυφικό δάνειο που είχε λάβει από τον Χ1, είχε εμφανιστεί ως εκδότης τούτων. Κατ΄ακολουθία οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων, τελεσθείσες μετά την τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 404 ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/1999 (έναρξη ισχύος από 3-6-1999), τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή και είναι κακουργήματα.

Ακολούθως στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων-κατηγορουμένων με τους οποίους μόνον αρνούνται την αποδιδόμενη κατηγορία ενόψει των μεταξύ τους αντιθέσεων και αντιφάσεων κρίνονται αβάσιμοι. Ειδικότερα ο Χ1 άλλοτε μεν υποστηρίζει ότι εκτός από τη συναλλαγματική με βάση την οποία εκδόθηκε η .....

διαταγή πληρωμής δεν εξέδωσε ο ίδιος άλλη συναλλαγματική και οι συναλλαγματικές με τις οποίες εκδόθηκαν οι λοιπές διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν από τους φερόμενους ως δικαιούχους των αντίστοιχων ποσών (Χ2 και Χ3 ), άλλοτε δε δέχεται ότι ο Χ3 αγνοούσε εντελώς την ύπαρξη των συναλλαγματικών που τον αφορούσαν.

Ενώ ισχυρίζεται ότι μόνο μία συναλλαγματική που έφερε τον ίδιο ως εκδότη εξέδωσε εκείνος και μάλιστα αφορούσε ποσό που του οφείλονταν από τους μηνυτές λόγω της παροχής προς αυτούς νομικών υπηρεσιών, δεν διευκρινίζει για ποια αιτία είχαν εκδοθεί οι λοιπές συναλλαγματικές, όπως λ.χ. του Χ3 , εάν πραγματικά ο τελευταίος δεν γνώριζε την ύπαρξή τους.

Επίσης ενώ στην απολογία του ισχυρίζεται ότι όλες οι συναλλαγματικές είναι γνήσιες, σε αντίθεση με τους λοιπούς κατηγορούμενους που επικαλούνταν πλαστογραφία αυτών, στην από το μήνα Μάϊο 2003 μήνυσή του αναφέρει ότι εν αγνοία του Χ2 είχε δώσει χρήματα εκείνου με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία. Εξάλλου και η υπ΄αριθμ. 363/1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας την οποία υποχρεώθηκε να χορηγήσει στον Χ2 ο Ψ1 με την οποία ομολογεί ότι έλαβε ως δάνειο το ποσό των 1.950.000 δραχμών, εντάσσεται στο σχέδιο των κατηγορουμένων για την κάλυψη της τοκογλυφίας, αφού ενόψει του ότι υπήρχε συναλλαγματική αντίστοιχου ποσού δεν δικαιολογείται η χορήγηση αυτής της βεβαίωσης.

Από το ίδιο έγγραφο σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω προκύπτουν από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αντικρούεται η κατάθεση της συζύγου του Χ2 , που επιχειρεί να στηρίξει σχετικό ισχυρισμό του, ότι είχε δανείσει αυτός στους μηνυτές ποσό 1.800.000 δραχμών και είχαν συμφωνήσει τόκο 150.000 δραχμών, αποκαλύπτεται δε η προσπάθεια εμφανίσεως σύμβασης δανεισμού με νόμιμο επιτόκιο.

Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι πληροφορηθείς τις ενέργειες του Χ1 κατά των μηνυτών που τον αφορούσαν, με την από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση προς αυτόν ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα προς αυτόν για το χειρισμό υποθέσεών του και του επέστησε την προσοχή του για τις πράξεις αυτές.

Όμως ο Χ2 , όπως προκύπτει από το από 15-5-2000 προαναφερόμενο πρακτικό συμβιβασμού, γνώριζε για την έκδοση των 51/2000 και 103/2000 διαταγών πληρωμής και τις συναλλαγματικές με βάση τις οποίες είχαν εκδοθεί και αν πράγματι όλα αυτά είχαν γίνει εν αγνοία του θα έπρεπε από τότε να διαμαρτυρηθεί για την εμπλοκή του στην υπόθεση.

Την 18-4-2002 μεταξύ του Χ1 και των μηνυτών καταρτίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο οι τελευταίοι αναγνωρίζουν το νόμιμο της απαιτήσεως της συναλλαγματικής με βάση την οποία εκδόθηκε απ΄αυτόν η υπ΄αριθμ..... διαταγή πληρωμής, ότι οι ίδιοι ζήτησαν την επίσπευση απ΄αυτόν του αναγκαστικού πλειστηριασμού από τον οποίο δηλώνουν ότι δεν υπέστησαν ζημία, αλλά ωφελήθηκαν με την εξόφληση των υφιστάμενων χρεών τους από το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις των Χ2 και Χ3 , τις οποίες θεωρούν ως απόλυτα νόμιμες, έγκυρες και ισχυρές.

Για την υπογραφή αυτού του συμφωνητικού, αν και δεν αναγράφεται στο κείμενο αυτού, συμφωνήθηκε και κατέβαλε ο Χ1 στους μηνυτές ποσό 61.628 ευρώ, σε «ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεως ή αξιώσεώς των εναντίον του, απορρέουσα από το με ημερομηνία 18-4-2002 μεταξύ των υπογραφέν ιδιωτικό συμφωνητικό». Στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό γίνεται αναφορά μόνο στην απαίτηση του Χ1 από τη συναλλαγματική στην οποία ο ίδιος φέρεται εκδότης και στη διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε με βάση αυτή τη συναλλαγματική (.... ) και όχι στις λοιπές συναλλαγματικές που εκδόθηκαν κατά τις μεταξύ τους συμβάσεις δανεισμού της παρούσας υπόθεσης.

Επίσης, η καταβολή του ποσού αφορούσε τη ζημία που επήλθε στους μηνυτές από την απώλεια του ακινήτου που πλειστηριάστηκε, η αξία του οποίου ήταν πολύ μεγαλύτερη από το πλειστηρίασμα.

Συνεπώς, δεν προκύπτει απόδοση όλων όσων λήφθηκαν πάνω από το νόμιμο μέτρο, με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των κατηγορουμένων από το πλειστηρίασμα του ακινήτου, και εξουδετέρωση της παράνομης κατάστασης, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 5 ΠΚ για την εξάλειψη του αξιοποίνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1.

Ούτε, βεβαίως, εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση που η πράξη του πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 404 παρ. 3 ΠΚ), η διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 3346/2005, περί απαλλαγής αυτού του κατηγορουμένου από κάθε ποινή, καθόσον στη σχετική ρύθμιση υπάγεται μόνο η τοκογλυφία που έχει πλημμεληματική μορφή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 404 ΠΚ.

Αντίθετα, η καταβολή του ποσού αυτού στους μηνυτές από τον Χ1, ενισχύει τη σχηματισθείσα ανωτέρω κρίση περί της τελέσεως της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, αφού αυτός, όντας δικηγόρος δεν θα υπέκυπτε να καταβάλει τόσο σημαντικό ποσό εάν πραγματικά με νόμιμη αιτία οφείλονταν τα ποσά των συναλλαγματικών.

Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυπταν από τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, υπαρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων), το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, για να δικασθεί για τις παραπάνω επί μέρους πράξεις της τοκογλυφίας κατά συρροή, με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων από υπαίτιο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια.

4. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του εν μέρει ως αβάσιμη κατ΄ουσία, εκτός άλλων και την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος το οποίο αποφάνθηκε όπως παραπάνω αναφέρεται, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποίο συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της τοκογλυφίας κατά συρροή κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.

Ενώ ορθά και αιτιολογημένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστικό Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 2 Π.Κ. και 404 παρ. 5 Π.Κ., αφού η πρώτη διάταξη δεν εφαρμόζεται επί τοκογλυφίας σε βαθμό κακουργήματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η δε δεύτερη διάταξη προϋποθέτει για την εφαρμογή της απόδοση όσων ελήφθησαν πάνω από το νόμιμο μέτρο, πράγμα το οποίο αιτιολογημένα δεν δέχθηκε το Δικαστικό Συμβούλιο, ότι συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Χ1 ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ΄αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Αθήνα 22.3.2006

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Γ. Σιδέρης»

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 παρ. 1 ΠΚ όπως αντικ. με το άρθρο14 παρ. 8α ν. 2721/3-6-1999 «όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, α ανανέωσής της ή παράτασης της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή, κατά δε την παρ. 2 αυτού με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και:

α) όποιος ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, β ) όποιος απαλλοτριώνει παραπέρα ή δίνει ως ενέχυρο κάποια απαίτηση που απέκτησε και που είναι του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 ή στην παρ. 2 στοιχ.

α' ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση. Κατά την παράγραφο 3 αυτού, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ. 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 404 παρ. 2 περ.

α' Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της τοκογλυφίας, που υπερβαίνει το νόμιμο τόκο, θεωρείται συντελεσμένο και αποπερατωμένο με τη συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως και μάλιστα κατά την αρχική σύναψη ή τη μεταγενέστερη παράταση ή και την ανανέωση, έστω και αν στο οφειλόμενος κεφάλαιο συμποσούνται και οι μέχρι τότε παράνομοι τόκοι και εμφανίζονται ενιαίως στο νέο οριστικοποιηθέν κεφάλαιο.

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι είναι έγκλημα διακινδυνεύσεως περιουσίας, δεν είναι αναγκαίο να επέλθει πραγματική ουσιαστική βλάβη στον φερόμενο ως παθόντα, ήτοι δεν επιβάλλεται η λήψη των τοκογλυφικών ωφελημάτων. Θεωρείται, περαιτέρω, λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, όχι μόνον η είσπραξη χρημάτων, αλλά και η παραλαβή αξιογράφων, τα οποία ενσωματώνουν τόκους μη νομίμους, χωρίς ν' απαιτείται και η είσπραξη ή επιδίωξη αυτών.

Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως του εγκλήματος της τοκογλυφίας, δηλαδή με συνομολόγηση, με λήψη ή με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων, είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους και τελούν, εφόσον, πραγματωθούν, σε αληθή πραγματική συρροή και όχι φαινομένη συρροή, δυνάμενοι να εμφανισθούν και με τη μορφή κατ' εξακολούθηση εγκλήματος κατά την έννοια του άρθρου 98 ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, δηλαδή περισσότερες πράξεις που περιέχουν πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως κάθε εγκληματικής μορφής και τις προβλεπόμενες στο άρθρο 404 ΠΚ και απέχουν χρονικώς μεταξύ τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καλύπτονται από την ενότητα δόλου του κατηγορουμένου.

Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.

β' του ίδιου κώδικα, λόγος αναιρέσεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο ως ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 80/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας που το εξέδωσε, έκρινε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από το σύνολο του συλλεγέντος από την κύρια ανάκριση αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων προέκυψαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι μηνυτές Ψ1 και η Ψ2 σύζυγος αυτού, γνώριζαν τον πρώτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο Χ1, δικηγόρο Κέρκυρας, στον οποίο είχαν αναθέσει τη διεκπεραίωση υποθέσεών τους. Στις αρχές Ιουλίου 1999 οι πιο πάνω μηνυτές ζήτησαν από τον πρώτο κατηγορούμενο και τους δάνεισε ποσό 1.500.000 δραχμών για οκτώ μήνες. Επιτόκιο για το δανεισμό και αυτού του ποσού συμφωνήθηκε 75% ετησίως.

Χάριν καταβολής του ποσού του δανείου και των τόκων εκδόθηκαν τέσσερις συναλλαγματικές των 500.000 δραχμών καθεμιά και μία ποσού 200.000 δραχμών, δηλαδή συνολικού ποσού 2.200.000 δραχμών. Στο σώμα των συναλλαγματικών συμπληρώθηκε μόνο το ποσό αυτών, τις πρώτες αποδέχθηκε ο Ψ1 και τριετεγγυήθηκε υπέρ αυτού η σύζυγός του Ψ2 , ενώ την τελευταία αποδέχθηκε μόνον η Ψ2 , αφέθηκαν δε λευκές κατά τα λοιπά στοιχεία τους.

Τελικά στα σώματα των συναλλαγματικών συμπληρώθηκαν τα ακόλουθα στοιχεία: 1) στην πρώτη ποσού 500.000 δραχμών ως ημερομηνία έκδοσης η 15-7-2000, λήξης η 15-7-2000 και ως εκδότης ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ2 , 2) στη δεύτερη ίδιου ποσού ως ημερομηνία έκδοσης η 15-7-2000, λήξης η 15-7-2000 και ως εκδότης ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ3 , 3) στην τρίτη ίδιου ποσού ως ημερομηνία έκδοσης η 15-7-2000, λήξης η 15-7-2000 και ως εκδότης ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1, 4) στην τέταρτη ποσού 500.000 δραχμών ως ημερομηνία έκδοσης η 1-12-1999, λήξης η 30-12-1999 και ως εκδότης ο Χ2 και 5) στην πέμπτη ποσού 200.000 δραχμών ως ημερομηνία έκδοσης η 20-10-1999, λήξης η 30-10-1999 και ως εκδότης ο Χ2 .

Οι συναλλαγματικές αυτές δεν πληρώθηκαν και με αιτήσεις των φερομένων ως δικαιούχων των ενσωματούμενων ως άνω ποσών στο αρμόδιο δικαστήριο εκδόθηκαν οι ακόλουθες διαταγές πληρωμής: 1) με βάση την από 17-8-2000 αίτηση του Χ2 και με την πρώτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. .... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους υπόχρεους για πληρωμή, αποδέκτη και τριτεγγυήτρια με επιταγή προς εκτέλεση την 13-9-2000, 2) με βάση την από 17-8-2000 αίτηση του Χ3 και με τη δεύτερη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ....

διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους μηνυτές με επιταγή προς πληρωμή της την 13-9-2000, 3) με βάση την από 17-8-2000 αίτηση του Χ1 και με την τρίτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. .... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους υπόχρεους για πληρωμή της με επιταγή προς εκτέλεση την 13-9-2000, 4) με βάση την από 7-2-2000 αίτηση του Χ2 και με την τέταρτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ....

διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε στους υπόχρεους για πληρωμή της με επιταγή προς εκτέλεση την 2-3-2000 και 5) με βάση την από 31-3-2000 αίτηση του Χ2 και με την Πέμπτη συναλλαγματική εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. .... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας η οποία κοινοποιήθηκε με επιταγή προς εκτέλεση στην αποδέκτρια αυτής Ψ2 την 26-4-2000.

Ακολούθως, με την κοινοποίηση στην Ψ2 αντιγράφου του απογράφου της υπ΄αριθμ. ... διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση, ο Χ2 άρχισε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και με την υπ΄αριθμ. .... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας Κέρκυρας ... κατασχέθηκε ακίνητο αυτής που βρίσκεται στη θέση «....

» της κτηματικής περιφέρειας του προαστίου.... του Δήμου .... , εκτάσεως 751,94 τ.μ. μετά της ισογείου σ΄ αυτό οικοδομής επιφάνειας 100 τ.μ. περίπου. Κατά της επισπευδομένης εκτελέσεως ασκήθηκε ανακοπή και αίτηση αναστολής, ο επισπεύδων δε και η καθής η εκτέλεση συμβιβάστηκαν και συντάχθηκε το από 15-5-200 πρακτικό συμβιβασμού, σύμφωνα με το οποίο ο Χ2 αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται οφειλή από τις υπ΄αριθμ. .....και ....

διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας και εκ παραδρομής αυτές εκδόθηκαν, ματαιώνει δε κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με την πρώτη τούτων, ενώ η Ψ2 και ο επίσης στο πρακτικό συμβαλλόμενος σύζυγός της Ψ1 ομολογούν ότι υφίσταται πραγματική οφειλή τους προς τον Χ2 ποσού 4.050.000 δραχμών, που προέρχεται από μία συναλλαγματική λήξης 31-12-1999 ποσού 1.950.000 δραχμών, τρεις συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών καθεμιάς και μία συναλλαγματική ποσού 600.000 δραχμών λήξης 15-7-2000.

Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 με βάση αντίγραφο του απογράφου της υπ΄αριθμ. ..... διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας επίσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της Ψ2 και με την υπ΄αριθμ. ..... έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της προαναφερόμενης δικαστικής επιμελήτριας κατασχέθηκε το παραπάνω ακίνητο της οφειλέτριας.

Το κατασχεθέν ακίνητο πλειστηριάστηκε δημόσια την 22-11-2000 και κατακυρώθηκε στους ...και ....για λογαριασμό των οποίων υπερθεμάτισε η .... Στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους ο Χ2 από την 103/2000 διαταγή πληρωμής η Ζ1 από την 34/2000 διαταγή πληρωμής του Πρωτοδικείου Κέρκυρας και ο Χ3 από την 216/2000 διαταγή πληρωμής.

Στη συνέχεια στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι σύμφωνα με όσα παραπάνω έγιναν δεκτά: Α)…….. Β) Περαιτέρω ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1 κατά τη δεύτερη σύμβαση δανείου που κατάρτισε με τους μηνυτές τον Ιούλιο του έτους 1999, εκμεταλλευόμενος την οικονομική ανάγκη τούτων, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του και στη συνέχεια επιδίωξε την είσπραξη αυτών των τοκογλυφικών ωφελημάτων.

Τούτο διότι συνομολόγησε για το δάνειο την καταβολή τόκων με επιτόκιο 75% ετησίως και επιδίωξε να εισπράξει τους τόκους αυτούς το ποσό των οποίων είχε ενσωματωθεί στις ένδικες πιο πάνω συναλλαγματικές, μολονότι το νόμιμο επιτόκιο κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχονταν, σύμφωνα με την ΠΣΝΠ 12/12-1-1999, σε 19% ετησίως.

Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτος εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της διαπραχθείσας απ΄αυτόν αξιόποινης πράξης της τοκογλυφίας, αφού με τη δική τους συναίνεση εκείνος έθεσε τα ονόματά τους στη θέση δικαιούχων από τα προαναφερόμενα αξιόγραφα και με το όνομά τους να επιδιώξει την είσπραξη των τοκογλυφικών ωφελημάτων, ήτοι να ζητήσει την έκδοση των διαταγών πληρωμής, την κοινοποίηση αντιγράφου του απογράφου τούτων με επιταγή προς πληρωμή και την αναγγελία στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, έτσι ώστε να εισπραχθούν τα τοκογλυφικά ωφελήματα.

Περαιτέρω, λόγω της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο Χ1 , όχι μόνο προς τους ανωτέρω μηνυτές αλλά και προς τρίτους, αφού από τους μάρτυρες Φ1, Φ2 και Φ3 προκύπτει ότι και σ΄αυτούς είχε δανείσει χρήματα με τόκο που υπερέβαινε το νόμιμο ποσό, αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει συνεργαζόμενος με τρίτους για την πραγματοποίηση της τοκογλυφίας και για την επανειλημμένη τέλεση αυτής, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος από τη διάπραξή της και σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.

Αλλά και για τους δεύτερο και τρίτο εκκαλούντες-κατηγορούμενους Χ2 και Χ3 , από την επανειλημμένη παροχή της συνδρομής τους στην τέλεση της τοκογλυφίας και της υποδομής που είχαν διαμορφώσει με τον πρώτο τούτων, προκύπτει σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτών και σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από την τέλεση της πράξης.

Μάλιστα ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 , όπως κατατίθεται από το μάρτυρα Φ2, σε δύο συναλλαγματικές που είχε αποδεχθεί ο τελευταίος για τοκογλυφικό δάνειο που είχε λάβει από τον Χ1, είχε εμφανιστεί ως εκδότης τούτων. Κατ΄ακολουθία οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων, τελεσθείσες μετά την τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 404 ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/1999 (έναρξη ισχύος από 3-6-1999), τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή και είναι κακουργήματα.

Ακολούθως στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων-κατηγορουμένων με τους οποίους μόνον αρνούνται την αποδιδόμενη κατηγορία ενόψει των μεταξύ τους αντιθέσεων και αντιφάσεων κρίνονται αβάσιμοι. Ειδικότερα ο Χ1 άλλοτε μεν υποστηρίζει ότι εκτός από τη συναλλαγματική με βάση την οποία εκδόθηκε η ....

διαταγή πληρωμής δεν εξέδωσε ο ίδιος άλλη συναλλαγματική και οι συναλλαγματικές με τις οποίες εκδόθηκαν οι λοιπές διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν από τους φερόμενους ως δικαιούχους των αντίστοιχων ποσών (Χ2 και Χ3 ), άλλοτε δε δέχεται ότι ο Χ3 αγνοούσε εντελώς την ύπαρξη των συναλλαγματικών που τον αφορούσαν.

Ενώ ισχυρίζεται ότι μόνο μία συναλλαγματική που έφερε τον ίδιο ως εκδότη εξέδωσε εκείνος και μάλιστα αφορούσε ποσό που του οφείλονταν από τους μηνυτές λόγω της παροχής προς αυτούς νομικών υπηρεσιών, δεν διευκρινίζει για ποια αιτία είχαν εκδοθεί οι λοιπές συναλλαγματικές, όπως λ.χ. του Χ3 , εάν πραγματικά ο τελευταίος δεν γνώριζε την ύπαρξή τους.

Επίσης ενώ στην απολογία του ισχυρίζεται ότι όλες οι συναλλαγματικές είναι γνήσιες, σε αντίθεση με τους λοιπούς κατηγορούμενους που επικαλούνταν πλαστογραφία αυτών, στην από το μήνα Μάϊο 2003 μήνυσή του αναφέρει ότι εν αγνοία του Χ2 είχε δώσει χρήματα εκείνου με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία. Εξάλλου και η υπ΄αριθμ. 363/1999 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας την οποία υποχρεώθηκε να χορηγήσει στον Χ2 ο Ψ1 με την οποία ομολογεί ότι έλαβε ως δάνειο το ποσό των 1.950.000 δραχμών, εντάσσεται στο σχέδιο των κατηγορουμένων για την κάλυψη της τοκογλυφίας, αφού ενόψει του ότι υπήρχε συναλλαγματική αντίστοιχου ποσού δεν δικαιολογείται η χορήγηση αυτής της βεβαίωσης.

Από το ίδιο έγγραφο σε συνδυασμό με όσα ανωτέρω προκύπτουν από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αντικρούεται η κατάθεση της συζύγου του Χ2 , που επιχειρεί να στηρίξει σχετικό ισχυρισμό του, ότι είχε δανείσει αυτός στους μηνυτές ποσό 1.800.000 δραχμών και είχαν συμφωνήσει τόκο 150.000 δραχμών, αποκαλύπτεται δε η προσπάθεια εμφανίσεως σύμβασης δανεισμού με νόμιμο επιτόκιο.

Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι πληροφορηθείς τις ενέργειες του Χ1 κατά των μηνυτών που τον αφορούσαν, με την από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση προς αυτόν ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα προς αυτόν για το χειρισμό υποθέσεών του και του επέστησε την προσοχή του για τις πράξεις αυτές.

Όμως ο Χ2 , όπως προκύπτει από το από 15-5-2000 προαναφερόμενο πρακτικό συμβιβασμού, γνώριζε για την έκδοση των 51/2000 και 103/2000 διαταγών πληρωμής και τις συναλλαγματικές με βάση τις οποίες είχαν εκδοθεί και αν πράγματι όλα αυτά είχαν γίνει εν αγνοία του θα έπρεπε από τότε να διαμαρτυρηθεί για την εμπλοκή του στην υπόθεση.

Την 18-4-2002 μεταξύ του Χ1 και των μηνυτών καταρτίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο οι τελευταίοι αναγνωρίζουν το νόμιμο της απαιτήσεως της συναλλαγματικής με βάση την οποία εκδόθηκε απ΄αυτόν η υπ΄αριθμ. .... διαταγή πληρωμής, ότι οι ίδιοι ζήτησαν την επίσπευση απ΄αυτόν του αναγκαστικού πλειστηριασμού από τον οποίο δηλώνουν ότι δεν υπέστησαν ζημία, αλλά ωφελήθηκαν με την εξόφληση των υφιστάμενων χρεών τους από το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις των Χ2 και Χ3 , τις οποίες θεωρούν ως απόλυτα νόμιμες, έγκυρες και ισχυρές.

Για την υπογραφή αυτού του συμφωνητικού, αν και δεν αναγράφεται στο κείμενο αυτού, συμφωνήθηκε και κατέβαλε ο Χ1 στους μηνυτές ποσό 61.628 ευρώ, σε «ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεως ή αξιώσεώς των εναντίον του, απορρέουσα από το με ημερομηνία 18-4-2002 μεταξύ των υπογραφέν ιδιωτικό συμφωνητικό». Στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό γίνεται αναφορά μόνο στην απαίτηση του Χ1 από τη συναλλαγματική στην οποία ο ίδιος φέρεται εκδότης και στη διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε με βάση αυτή τη συναλλαγματική (..... ) και όχι στις λοιπές συναλλαγματικές που εκδόθηκαν κατά τις μεταξύ τους συμβάσεις δανεισμού της παρούσας υπόθεσης.

Επίσης, η καταβολή του ποσού αφορούσε τη ζημία που επήλθε στους μηνυτές από την απώλεια του ακινήτου που πλειστηριάστηκε, η αξία του οποίου ήταν πολύ μεγαλύτερη από το πλειστηρίασμα.

Συνεπώς, δεν προκύπτει απόδοση όλων όσων λήφθηκαν πάνω από το νόμιμο μέτρο, με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των κατηγορουμένων από το πλειστηρίασμα του ακινήτου, και εξουδετέρωση της παράνομης κατάστασης, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 404 παρ. 5 ΠΚ για την εξάλειψη του αξιοποίνου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1. Ούτε, βεβαίως, εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση που η πράξη του πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 404 παρ. 3 ΠΚ), η διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 3346/2005, περί απαλλαγής αυτού του κατηγορουμένου από κάθε ποινή, καθόσον στη σχετική ρύθμιση υπάγεται μόνο η τοκογλυφία που έχει πλημμεληματική μορφή των παρ. 1 και 2 του άρθρου 404 ΠΚ. Αντίθετα, η καταβολή του ποσού αυτού στους μηνυτές από τον Χ1, ενισχύει τη σχηματισθείσα ανωτέρω κρίση περί της τελέσεως της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται, αφού αυτός, όντας δικηγόρος δεν θα υπέκυπτε να καταβάλει τόσο σημαντικό ποσό εάν πραγματικά με νόμιμη αιτία οφείλονταν τα ποσά των συναλλαγματικών.

Με βάση τα παραπάνω, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κερκύρας, για να δικασθεί για τις παραπάνω πράξεις της τοκογλυφίας κατά συρροή, με επιδίωξη τοκογλυφικών ωφελημάτων από υπαίτιο που επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του εν μέρει ως αβάσιμη κατ΄ ουσία, εκτός άλλων και την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του πρωτόδικου βουλεύματος το οποίο αποφάνθηκε όπως παραπάνω αναφέρεται, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και τα οποίο συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της τοκογλυφίας κατά συρροή κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1362, 404 παρ. 2 σε συνδ.

με παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως η παράγραφος 3, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8β' του Ν. 2721/99, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ενώ ορθά και αιτιολογημένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστικό Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμά του τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 2 Π.Κ.

και 404 παρ. 5 Π.Κ., αφού η πρώτη διάταξη δεν εφαρμόζεται επί τοκογλυφίας σε βαθμό κακουργήματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η δε δεύτερη διάταξη προϋποθέτει για την εφαρμογή της απόδοση όσων ελήφθησαν πάνω από το νόμιμο μέτρο, πράγμα το οποίο αιτιολογημένα δεν δέχθηκε το Δικαστικό Συμβούλιο, ότι συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο.

Μετά απ' αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 80/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19Ιουλίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Αυγούστου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ