Supreme Court dismisses appeal arguing prior acquittal invalidates civil liability, ruling acquittal not final and irrelevant to civil suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court's civil liability judgment. The appellants argued that a prior criminal acquittal should bar civil liability, but the court found the acquittal was not yet final and did not address the specific civil facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 473(3) of the Code of Civil Procedure; A prior criminal acquittal does not automatically preclude civil liability if the acquittal was not final or did not explicitly rule on the civil consequences of the act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 165 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 165/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Γ. και 2) Θ. Χ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ - Μηνά Σταύρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, 3) Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Β. Κ., 4) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου α) του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Β. Κ. και β) της αποβιωσάσης Ε. Κ., το γένος Β. Π. και 5) Κ. Π. του Δ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στη ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 5ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2013 αγωγή των ήδη 3ου, 4ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Β. Κ. και Ε. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 7-6-2013 και 3-9-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, καθώς και με τις πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων (που άσκησαν ο πρώτος προφορικά ενώπιον του ακροατηρίου και με τις προτάσεις του και ο δεύτερος με τις προτάσεις του). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2589/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2659/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 835Ε'/22-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ. Ζ., σε συνδυασμό με τα συνημμένα από 28-1-2021 και 29-1-2021 φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων, που εκδίδονται στην ... "..." και "...", αντίστοιχα, όπου δημοσιεύθηκε περίληψη του κοινοποιηθέντος δικογράφου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αγνώστου διαμονής πέμπτο αναιρεσίβλητο Κ.
Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (24-9-2021), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ'αυτόν (ε' αναιρεσίβλητο), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 134 παρ.1 και 135 παρ.1 ΚΠολΔ.
Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, ο ίδιος πιο πάνω αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε απ' τη σειρά του πινακίου. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Όπως προκύπτει από τα άρθρα 68, 74, 556 και 558 ΚΠολΔ, επί απλής ομοδικίας, η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που νίκησε ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του (αναιρεσείοντος), ο οποίος ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτόν, όπως επί τροχαίου ατυχήματος η καλύπτουσα τους κινδύνους εκ της λειτουργίας του αυτοκινήτου, ασφαλιστική εταιρεία (ΑΠ 785/2010, ΑΠ 1227/2007).
Μόνο αν η απόφαση περιέχει διάταξη ή αιτιολογία (με στοιχεία δεδικασμένου), δυσμενή για τον αναιρεσείοντα και επωφελή για τον ομόδικό του, μπορεί αυτός να στρέψει την αναίρεσή του κατά του εν λόγω ομοδίκου του (ολΑΠ 24/1997, ολΑΠ 15,16/1996, ΑΠ 545/2007). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προσθέτως παρεμβάς έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (Ολ.
ΑΠ 28/2007, Ολ. ΑΠ 13/2006), η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 741/2013, 1204/2004, 686/1992, ΑΠ 2101/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι με την υπ' αριθμό 2589/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: 1] Έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή των αρχικώς εναγόντων Β.
Κ., Ε. Κ., Χ. Γ., Α. Κ. και Κ. Π. (οι δύο πρώτοι Β. και Ε. Κ., απεβίωσαν μετά την άσκηση της αγωγής και, την βιαίως διακοπείσα δίκη συνέχισαν η τρίτη και ο τέταρτος των εναγόντων υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων κληρονόμων των ως άνω δύο πρώτων αρχικώς εναγόντων), κατά του Β. Μ. (οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, ήτοι του τράκτορα με επικαθήμενο), των ανώνυμων ασφαλιστικών εταιρειών "..." και "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε το "..." και επιδίκασε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για δαπάνες νοσηλείας, έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο της συγγενούς τους, εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος που περιγράφεται σ'αυτήν (αγωγή). 2] Επίσης έγιναν δεκτές:
α) η ασκηθείσα, από την δεύτερη κυρίως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "..." προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή στρεφόμενη κατά των Β. Μ. (πρώτου κυρίως εναγομένου-οδηγού του ζημιογόνου οχήματος) και Θ. Χ. (μη διαδίκου, κυρίου του ασφαλισμένου στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία τράκτορος, προστήσαντος στην οδήγηση τον προαναφερθέντα Β.Μ., αν και γνώριζε ότι αυτός δεν διέθετε κατά τον επίδικο χρόνο άδεια ικανότητας οδήγησης) και β) η ασκηθείσα, από το νπιδ με την επωνυμία "..." ως ειδικό διάδοχο της ασφαλιστικής εταιρείας "..." της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή στρεφόμενη κατά των Β.
Μ. (ως άνω πρώτου κυρίως εναγομένου-οδηγού του ζημιογόνου οχήματος) και Γ. Μ. (μη διαδίκου, κυρίας του ασφαλισμένου στην ασφαλιστική εταιρεία "..." επικαθήμενου, η οποία είχε προστήσει στην οδήγηση τον προαναφερθέντα Β.Μ.., αν και γνώριζε ότι αυτός δεν διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης) και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν εις ολόκληρον στα ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγοντα νομικά πρόσωπα ό,τι αυτά καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής. 3] Τέλος απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι ασκηθείσες, με τις προτάσεις, πρόσθετες παρεμβάσεις, που άσκησαν παραδεκτά με δήλωση το ακροατήριο και με τις προτάσεις οι δύο προαναφερόμενοι προσεπικαλούμενοι υπέρ των ως άνω προσεπικαλούντων νομικών προσώπων.
Στη συνέχεια, επί των ασκηθεισών εφέσεων των κυρίως εναγομένων νομικών προσώπων (... ΚΑΙ ...), της έφεσης των δύο παρεμπιπτόντως εναγομένων -προσθέτως παρεμβάντων και ήδη αναιρεσειόντων και των ασκηθεισών με τις προτάσεις αντεφέσεων των κυρίως εναγόντων, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2659/2019 απόφασή του, αφού τις συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων, τις δέχθηκε τυπικά και ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσία της αντεφέσεις των κυρίως εναγόντων, δέχθηκε κατ' ουσία τις λοιπές εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακρατώντας την υπόθεση και δεχόμενο κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή ως προς τους εκκαλούντες (ασφαλιστική εταιρεία και Επικουρικό Κεφάλαιο), επιδίκασε τα επακριβώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά στους ενάγοντες και συνακόλουθα δέχθηκε τις αντίστοιχες παρεμπίπτουσες αγωγές και υποχρέωσε τους (παρεμπιπτόντως) εναγομένους των ως άνω αγωγών να καταβάλουν στους εναγόμενους της κύριας αγωγής ό,τι ποσό οι τελευταίοι καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που ασκεί ο πρώτος αναιρεσείων Β. Μ., υπό την ιδιότητά του ως κυρίως εναγομένου στην από 19-3-2013 αγωγή των τρίτου, τετάρτης και πέμπτου εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (577 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης (ασφαλιστικής εταιρείας) και του δευτέρου αναιρεσίβλητου (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ), ως απλών ομοδίκων-συνεναγομένων αυτού στην εν λόγω κύρια αγωγή (ΑΠ 753/2005), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, υπό την ιδιότητά τους ως παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, που στην εκκρεμή στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκη, είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ των παρεμπιπτόντως εναγόντων -κυρίως εναγομένων -ήδη πρώτης και δευτέρου αναιρεσιβλήτων-, ύστερα από προσεπίκληση των τελευταίων σε αναγκαστική παρέμβαση από μέρους τους κατά τα προαναφερθέντα, έχουν έννομο συμφέρον, ως εκ του αντικειμένου της δίκης, να ασκήσουν αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή όμως (αναίρεση), πρέπει ν' απευθύνεται μόνο κατά των αντιδίκων τους που νίκησαν (ήτοι κατά των 3ου, 4ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων) και όχι κατά των ως άνω διαδίκων, υπέρ των οποίων έκαστος άσκησε την πρόσθετη παρέμβαση, αφού κατά τη δίκη εκείνη δεν ανέλαβαν τον δικαστικό αγώνα, συνεπώς δεν κατέστησαν κύριοι διάδικοι, ούτε η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση (ΑΠ 2101/2007).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτης και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας και νπιδ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεκτής γενομένης της σχετικής ενστάσεως περί απαραδέκτου, που πρότεινε η πρώτη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, αλλά και μετά από αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Α.Π. 343/2020, ΑΠ 1219/2018, ΑΠ 391/2018, ΑΠ 271/2013, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. εξάλλου, δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Τέλος, στις διατάξεις των άρθρων: 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 39 παρ.1 του Ν. 2696/1999 ορίζονται ότι: (12 παρ.1) Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. (19 παρ.1) Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και τέλος (39 παρ.1) Όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το πιο κάτω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Στις 8-9-2012 και περί ώρα 10.35 η Κ. Κ. βάδιζε πεζή στο δεξιό πεζοδρόμιο της κεντρικής οδού ...-Χώρας στην περιοχή ... στην ..., με κατεύθυνση από ... προς Χώρα.
Η οδός αυτή είναι μονόδρομος, ασφαλτοστρωμένη, έχει συνολικό πλάτος 4,40 μ. και στο ύψος των καταστημάτων ... και ... (ήτοι σε απόσταση γύρω στα 100 μέτρα από την παραλιακή οδό), εμφανίζει δεξιά κλειστή στροφή, διαθέτει δε εκατέρωθεν του οδοστρώματος πεζοδρόμια. Από αυτά το δεξιό στο οποίο κινιόταν η Κ. Κ., έξω ακριβώς από το κατάστημα ..., ήταν κατασκευασμένο σε δύο επίπεδα, εκ των οποίων το πρώτο είχε ύψος 0,30 μ και πλάτος κυμαινόμενο από 0,24 έως 0,35 μ και το δεύτερο είχε ύψος 0,25 μ, σε σχέση με το πρώτο επίπεδο, πλάτος 0,73 μ και κατέληγε στην είσοδο του καταστήματος.
Ωστόσο, πριν το κατάστημα ..., σε σχέση με την πορεία της πεζής, δεν υπήρχε δεύτερο επίπεδο πεζοδρομίου και αναγκαστικά η πεζή κινιόταν στο πεζοδρόμιο πλάτους 0,24 έως 0,35 μ, έχοντας από αριστερά της το οδόστρωμα και δεξιά της τον τοίχο κτιρίων που υπήρχαν στο σημείο αυτό. Έμπροσθεν των πεζοδρομίων και στις δύο πλευρές της οδού στο σημείο αυτό υπήρχαν διαγραμμίσεις με κίτρινη συνεχόμενη γραμμή, που απαγόρευε τη στάση ή τη στάθμευση των οχημάτων [....].
Κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε φως ημέρας, η κίνηση των οχημάτων ήταν συχνή και των πεζών πυκνή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν λόγω κατοικημένης περιοχής 20 χλμ την ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος Β. Μ., οδηγώντας τον υπ'αριθμ. κυκλ. ...
ΔΧ τράκτορα, πλάτους 2,5 μ και μήκους 6 μ, ιδιοκτησίας του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου Θ. Χ., ο οποίος ήταν ασφαλισμένος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του στην πρώτη εναγομένη της κύριας αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", με τον οποίο ήταν συνδεδεμένο το υπ' αριθμ.κυλοφορίας ...
επικαθήμενο, πλάτους 2,5 μέτρων και μήκους 10,15 μέτρων, ιδιοκτησίας της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης της από 3-9-2013 παρεμπίπτουσας αγωγής Γ. Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του στην αρχικά τρίτη κυρίως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε πριν τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη θέση της υπεισήλθε αυτοδίκαια ως τρίτο κυρίως εναγόμενο του ..., κινιόταν έμφορτος με 627 σακιά ζωοτροφής μικτού βάρους 25.080 κιλών στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση με την πεζή ήτοι από ...
προς Χώρα και πίσω από αυτή (πεζή). Ενώ ο προαναφερθείς ελκυστήρας (τράκτορας) είχε διέλθει το σημείο της ανωτέρω οδού που σχηματίζει κλειστή δεξιά στροφή και επρόκειτο να περάσει από το ίδιο σημείο και το συρόμενο (επικαθήμενο) διερχόμενο από την άνω στροφή λόγω της στενότητας του δρόμου σε σχέση με το πλάτος και το μήκος του όλου συρμού (ελκυστήρα και επικαθήμενου) πλησίασε στο δεξιό πεζοδρόμιο (σε σχέση με την πορεία του) σε απόσταση μικρότερη των 10 εκ.
και ήρθε σε σημειακή επαφή η δεξιά πλευρά του (επικαθήμενου) με την αριστερή πλευρά του σώματος της πεζής, η οποία ήταν παχύσαρκη και εκείνη τη στιγμή βάδιζε στο στενό τμήμα του πεζοδρομίου, το πλάτος του οποίου ήταν μόλις 0,24 εκατοστά, αφού ακόμα δεν είχε φθάσει στο ύψος του καταστήματος ..., όπου ξεκινούσε το μεγαλύτερο πλάτους (0,73 εκατοστών) δεύτερο επίπεδο του πεζοδρομίου, ώστε να ανέβει σ' αυτό, με αποτέλεσμα να εκτείνεται το αριστερό μέρος του σώματός της, εντός του οδοστρώματος-πέραν των 10 εκατοστών που απείχε η δεξιά πλευρά του επικαθήμενου από το πεζοδρόμιο και να παρασύρει αυτή για μικρή απόσταση ρίχνοντας την περιστρεφόμενη στο έδαφος, με το κατώτερο ήμισυ τμήμα του σώματός της στην άσφαλτο στο όριο με το ρείθρο του πεζοδρομίου, όπου εντοπίστηκαν αίματα της πεζής.
Στην συνέχεια πέρασε με τον πίσω δεξιό τροχό του επικαθήμενου πάνω από τα πόδια της πεζής, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το σοβαρότατο τραυματισμό της και ιδίως τη σύνθλιψη του δεξιού κάτω άκρου της, ο οποίος είχε ως κατάληξη τον μετά πάροδο τριμήνου επελθόντα θάνατό της. Οι συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος όπως προαναφέρθηκαν προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν με επίκληση, ιδιαίτερα δε από τα έγγραφα της σχηματισθείσας σχετικής ποινικής δικογραφίας, μεταξύ των οποίων η από 8-9-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν τα αρμόδια όργανα του AT ...
και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, όπου αποτυπώνονται τα αντικειμενικά ευρήματα του ατυχήματος (αρχική πορεία του οχήματος και τελική θέση αυτού, αίματα στο σημείο που βρέθηκε η πεζή κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων και υπολείμματα δέρματος και μυϊκού ιστού, μορφολογία πεζοδρομίου και πλάτος αυτού κλπ), φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και της θέσης που βρέθηκε το ζημιογόνο όχημα, οι προανακριτικές μαρτυρικές καταθέσεις των αναφερομένων στην έκθεση αυτοψίας μαρτύρων, ιδιοκτητών παρακείμενων καταστημάτων, η ανωμοτί εξέταση του οδηγού του ως άνω οχήματος κλπ.
Σημειωτέον ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ως άνω πεζή βάδιζε αντίθετα με την κατεύθυνση της πορείας του ως άνω οχήματος, ότι μιλούσε στο κινητό της και ότι δήθεν γλίστρησε στα νερά λόγω του ότι φορούσε παντόφλες, είτε ότι επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα την στιγμή που περνούσε το ως άνω όχημα από δεξιά προς αριστερά του, καθόσον δεν υπάρχει ουδείς αυτόπτης μάρτυρας που να βεβαιώνει κάτι τέτοιο.
Συγκεκριμένα κανένας από τους αναφερόμενους στην έκθεση αυτοψίας τρεις μάρτυρες κατά τα λεγόμενα τους στις προανακριτικές καταθέσεις που έδωσαν, δεν είδε πως έλαβε χώρα το ατύχημα, λέγοντας ότι τη στιγμή του ατυχήματος ήταν μέσα στα καταστήματά τους και εξυπηρετούσαν πελάτες, εξ αυτών δε ο πρώτος Ν.
Γ. και ο τρίτος Ε. Λ. ερωτηθέντες σχετικά απάντησαν ότι άκουσαν φωνές γυναίκας και βγήκαν αμέσως να δουν τι συμβαίνει, ότι είδαν μία γυναίκα πεσμένη στο οδόστρωμα και να βρίσκεται κάτω από μία νταλίκα σταματημένη στο δρόμο, η οποία ήταν χτυπημένη τρομακτικά- άσχημα -στο πόδι της και το μέρος γεμάτο αίματα (χωρίς όμως να περιγράφουν την ακριβή θέση αυτής επί του οδοστρώματος, αν ήταν μπρούμυτα ή ανάσκελα κλπ), συνεχίζοντας δε καταθέτουν ότι δεν γνωρίζουν πως έγινε το ατύχημα, μάλιστα δε ο πρώτος από αυτούς Ν.
Γ., ο οποίος να σημειωθεί παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι που παρέλαβε τη πεζή ασθενοφόρο λέει επί λέξει τα εξής: "δεν είδα καθόλου πως έγινε το περιστατικό και πως ακριβώς τραυματίστηκε η γυναίκα ούτε και άκουσα από άλλους πως μπορεί να έγινε το τροχαίο ατύχημα", σε αντίθεση με τον δεύτερο μάρτυρα Σ.
Χ., γνωστό επί 20ετία του οδηγού του ως άνω οχήματος - έρχεται λέει κάθε μέρα στο μαγαζί μου και τρώει - ο οποίος παρόλο που κατά τα λεγόμενα του τη στιγμή που άκουσε τις φωνές είχε πελάτες και δεν βγήκε καθόλου από το μαγαζί του, συνεχίζοντας καταθέτει ότι αργότερα πληροφορήθηκε από άλλα άτομα της γειτονιάς (τα οποία δεν κατονομάζει)-αναφέροντας παρακάτω ότι πρόκειται για περίοικους που δεν γνωρίζει- ότι η πεζή γλίστρησε από το πεζοδρόμιο και έπεσε στο οδόστρωμα την ίδια στιγμή που περνούσε η νταλίκα με οδηγό τον Μ.
με αποτέλεσμα να τραυματιστεί, η κατάθεση του οποίου όμως στο σημείο αυτό δεν κρίνεται πειστική, καθόσον πέραν του ότι δεν αναφέρει έστω και ένα άτομο από το οποίο έλαβε αυτή την πληροφορία, παρόλο που στην αρχή αναφέρει ότι το άκουσε από γείτονες, που όπως είναι φυσικό λόγω και της επαγγελματικής του ιδιότητας (προφανώς είχε ...τόριο, αφού λέει ότι έτρωγε στο μαγαζί του ο ως άνω οδηγός) θα γνώριζε τα ονόματά τους και θα ανέφερε έστω και ένα όνομα από τα άτομα αυτά, εάν πράγματι υπήρχαν σχετικά σχόλια από περίοικους είναι βέβαιο ότι θα τα είχαν ακούσει οι άλλοι δύο μάρτυρες, οι οποίοι μάλιστα βοήθησαν στη μεταφορά της πεζής στο φορείο, ο πρώτος των οποίων όπως προαναφέρθηκε καταθέτει ότι δεν άκουσε από άλλους πως έγινε το ατύχημα.
Άλλωστε ακόμη και ο ίδιος ο οδηγός του ως άνω οχήματος δεν φαίνεται να γνωρίζει ακριβώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε στις ρόδες του επικαθήμενου οχήματος, ο οποίος από τα λεγόμενά του κατά την προανακριτική ανωμοτί του εξέταση δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί καν την κίνηση της πεζής και την κατεύθυνσή της προτού την παρασύρει με το όχημα που οδηγούσε, αλλά την αντιλήφθηκε με το που άκουσε τις φωνές, οπότε κοιτάζοντας από τον δεξί καθρέπτη πίσω του την είδε στους τελευταίους τροχούς της νταλίκας και κάνοντας πίσω μισό έως ένα μέτρο για να ελευθερωθεί το δεξί της πόδι σταμάτησε επί τόπου, καταλήγοντας δε αυτός προανακριτικά αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Πιθανολογώ από τον τρόπο που έγινε το συμβάν ότι είτε η γυναίκα αφαιρέθηκε ή ζαλίστηκε και έπεσε στο πεζοδρόμιο ή εκτίμησε εσφαλμένα την απόσταση του οχήματος από το πεζοδρόμιο και εκτίμησε ότι μπορεί να περάσει, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί".
Υπό τις συνθήκες αυτές κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα τούτο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ ελκυστήρα - τράκτορα και του συνδεδεμένου σ'αυτό υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ επικαθήμενου προσθέτως παρεμβαίνοντος -πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου Β.
Μ.. Ειδικότερα ο ως άνω οδηγός από αμέλεια και έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία θα κατέβαλε υπό ανάλογες συνθήκες και περιστάσεις κάθε μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε και ασκούσε την αναγκαία εποπτεία επί της οδού και του οχήματός του, παρόλο που ως κάτοικος της περιοχής τελούσε σε γνώση του ότι κινιόταν με το ανωτέρω μεγάλων διαστάσεων και ογκώδους οχήματος, εντός της ανωτέρω στενής με κλειστή δεξιά στροφή οδού και ότι στο συγκεκριμένο σημείο δεν υφίσταται επαρκής χώρος πεζοδρομίου για τη διέλευση των πεζών παραπλεύρως του δρόμου, η οποία να σημειωθεί τη στιγμή εκείνη ήταν πυκνή, λόγω εμπορικότητας του δρόμου και ώρας και ημέρας (πρωινό Σαββάτου) και με δεδομένο ότι η επιφάνεια του πεζοδρομίου ήταν ιδιαίτερα ολισθηρή και συνεπώς έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καν τη πεζή να κινείται, εμπρός και δεξιά του, πάνω στο στενό πλάτος 0,24 εκατοστών, τμήμα του πεζοδρομίου, δυνατότητα που είχε με δεδομένο ότι η ως άνω επαρχιακή οδός γύρω στα 20 μέτρα πριν το σημείο του ατυχήματος ήταν ευθεία -οριζόντια, υπήρχε φωτισμός ημέρας και δεν περιοριζόταν η ορατότητα από τεχνητά ή φυσικά εμπόδια, ώστε να μην θέσει αυτή σε κίνδυνο, ο οποίος ήταν βέβαιος, λαμβανομένου υπόψη του σωματότυπου της, ακινητοποιώντας το όχημα που οδηγούσε προ αυτής, προκειμένου να δώσει σ'αυτήν (πεζή) το χρόνο να ανέβει στο δεύτερο επίπεδο του πεζοδρομίου που βρισκόταν στην πορεία της, αλλά αντίθετα συνέχισε την πορεία του, με αποτέλεσμα να περιοριστεί αυτή μεταξύ του όγκου του επικαθήμενου που βρισκόταν αριστερά της και του τοίχου που βρισκόταν δεξιά της, να την παρασύρει και να τη ρίξει στο οδόστρωμα με το κατώτερο ήμισυ τμήμα του σώματός της στην άσφαλτο στο όριο με το ρείθρο του πεζοδρομίου και στη συνέχεια να περάσει με τον πίσω τροχό του επικαθήμενου πάνω από τα πόδια της και να τραυματισθεί σοβαρότατα.
Ενήργησε δηλαδή αυτός κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1 και 39 παρ.1 του ΚΟΚ. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε αμελής συμπεριφορά της ως άνω πεζής στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, εφόσον όπως έγινε δεκτό βάδιζε κανονικά στο δεξιό σε σχέση με την πορεία του ζημιογόνου οχήματος μικρού πλάτους (0,2 εκατοστών) πεζοδρόμιο της ως άνω επαρχιακής οδού και δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οιαδήποτε κίνηση για να αποφύγει το ένδικο ατύχημα αφού το ζημιογόνο όχημα κινιόταν πίσω και αριστερά της, ομόρροπα με αυτή και την εγκλώβισε, την παρέσυρε και την έριξε στο έδαφος χωρίς να έχει δυνατότητα ν' αντιδράσει, λόγω στενότητας χώρου για αυτό και κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες οι ενστάσεις που πρότειναν παραδεκτά πρωτόδικα οι δεύτερη και τρίτο κυρίως εναγόμενοι και οι προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντες - παρεμπιπτόντως εναγόμενοι Β.
Μ. και Θ. Χ. με δηλώσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων τους που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις τους περί συνυπαιτιότητας της ως άνω πεζής στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω στη νομική σκέψη μνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ και αυτές των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1 και 39 παρ. 1 του ΚΟΚ, όσον αφορά την αμελή συμπεριφορά του οδηγού, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας της πεζής στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία του ζημιογόνου οχήματος και της πεζής, το σημείο της οδού που βρισκόταν όταν παρασύρθηκε από το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος είναι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος.
Συγκεκριμένα, στο πρώτο τμήμα του εξεταζόμενου πρώτου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση περί ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος και ειδικότερα: α) ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η πεζή παρασύρθηκε από το επικαθήμενο, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν την παρέσυρε πρώτα ο τράκτορας, ο οποίος είχε πλάτος όσο και το επικαθήμενο, διήρχετο από το ίδιο σημείο της οδού και η πεζή βάδιζε στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και χωρίς αντιφάσεις, καθόσον αναφέρεται με σαφήνεια και επαρκώς ότι στο επίδικο σημείο του ατυχήματος σχηματίζει κλειστή δεξιά στροφή, ότι ο (ελκυστήρας) τράκτορας είχε διέλθει, ότι επρόκειτο να περάσει από το ίδιο σημείο το επικαθήμενο, λόγω της στενότητας του δρόμου σε σχέση με το πλάτος και το μήκος του όλου συρμού (ελκυστήρα και επικαθήμενου) πλησίασε στο δεξιό πεζοδρόμιο (σε σχέση με την πορεία του) σε απόσταση μικρότερη των 10 εκατοστών (φύλλο 16ο προσβαλλομένης).
Ακολούθως, με το δεύτερο και τρίτο τμήμα του ίδιου ως άνω πρώτου λόγου της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη ανεπάρκεια αιτιολογιών, στην παραδοχή περί "σημειακής επαφής", ισχυριζόμενοι ότι δεν διευκρινίζεται τι υποδηλώνει ο όρος "σημειακή", ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ως ορισμένος ο όρος "σημειακή επαφή" η παραδοχή του έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την παραδοχή ότι η πεζή παρασύρθηκε από το επικαθήμενο το οποίο την έριξε περιστρεφόμενη στο έδαφος με το "κατώτερο μέρος του σώματός της", παραδοχή η οποία επίσης είναι ασαφής, αφού δεν διευκρινίζεται εάν το σημείο το "κατώτερο σημείο του σώματος της" ήταν αυτό που ήρθε σε επαφή με το επικαθήμενο ή με αυτό το τμήμα του σώματός της βρέθηκε στο οδόστρωμα και τέλος ότι ανεπαρκώς αιτιολογείται η παραδοχή ότι ενώ πέρασε ο πίσω τροχός του επικαθήμενου πάνω από τα πόδια της, εν τούτοις τον τραυματισμό τον υπέστη το δεξί κάτω άκρο.
Η προσβαλλομένη ωστόσο περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες στο θέμα αυτό, όπως προκύπτει από τις σχετικές παραδοχές της στην δεύτερη σελίδα του 16ου φύλλου της. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι: ".. το συρόμενο (επικαθήμενο) διερχόμενο από την άνω στροφή λόγω της στενότητας του δρόμου σε σχέση με το πλάτος και το μήκος του όλου συρμού (ελκυστήρα και επικαθήμενου) πλησίασε στο δεξιό πεζοδρόμιο (σε σχέση με την πορεία του) σε απόσταση μικρότερη των 10 εκ.
και ήρθε σε σημειακή επαφή η δεξιά πλευρά του (επικαθήμενου) με την αριστερή πλευρά του σώματος της πεζής, η οποία ήταν παχύσαρκη και εκείνη τη στιγμή βάδιζε στο στενό τμήμα του πεζοδρομίου, το πλάτος του οποίου ήταν μόλις 0,24 εκατοστά, αφού ακόμα δεν είχε φθάσει στο ύψος του καταστήματος ..., όπου ξεκινούσε το μεγαλύτερο πλάτους (0,73 εκατοστών) δεύτερο επίπεδο του πεζοδρομίου, ώστε να ανέβει σ'αυτό, με αποτέλεσμα να εκτείνεται το αριστερό μέρος του σώματός της, εντός του οδοστρώματος-πέραν των 10 εκατοστών που απείχε η δεξιά πλευρά του επικαθήμενου από το πεζοδρόμιο και να παρασύρει αυτή για μικρή απόσταση ρίχνοντας την περιστρεφόμενη στο έδαφος, με το κατώτερο ήμισυ τμήμα του σώματός της στην άσφαλτο στο όριο με το ρείθρο του πεζοδρομίου, όπου εντοπίστηκαν αίματα της πεζής.
Στην συνέχεια πέρασε με τον πίσω δεξιό τροχό του επικαθήμενου πάνω από τα πόδια της πεζής, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το σοβαρότατο τραυματισμό της και ιδίως τη σύνθλιψη του δεξιού κάτω άκρου της, ο οποίος είχε ως κατάληξη τον μετά πάροδο τριμήνου επελθόντα θάνατό της". Επομένως, ο όρος "σημειακή επαφή" είναι ορισμένος και κατανοητός, αφού διευκρινίζεται ότι πρόκειται για επαφή μεταξύ της δεξιάς πλευράς του επικαθήμενου και της αριστερής πλευράς του σώματος της θανούσης, γεγονός που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας αρκεί για να προκαλέσει απώλεια ισορροπίας του πεζού, παράσυρση και πτώση του σε μικρή απόσταση, μετά από περιστροφή στο σημείο όπου βρέθηκε το αίμα, όπως αναλυτικά δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση.
Επίσης, στο σημείο που αναφέρεται "το κατώτερο τμήμα του σώματος" η αιτιολογία είναι επαρκής, αφού με σαφήνεια αναφέρεται ότι το κατώτερο τμήμα βρέθηκε στην άσφαλτο και συγκεκριμένα (δεύτερη σελίδα 19ου φύλλου) "...να την παρασύρει και να τη ρίξει στο οδόστρωμα με το κατώτερο ήμισυ τμήμα το σώματός της στην άσφαλτο στο όριο με το ρείθρο του πεζοδρομίου...".
Τέλος, και η παραδοχή που αφορά τον τραυματισμό της άτυχης πεζής είναι επαρκής, αφού γίνεται δεκτό ότι ο τραυματισμός στο δεξί άκρο ήταν σοβαρότερος και εξ αιτίας αυτού επήλθε ο θάνατος και όχι ότι αυτός ήταν ο μόνος τραυματισμός που υπέστη. Συγκεκριμένα: (21ο φύλλο) "υποβλήθηκε σε εσχαρεκτομή δεξιού κάτω άκρου και στη συνέχεια...διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα /εξάρθημα πυέλου..απογονατισμό δεξιάς κνήμης κάτωθεν του γόνατος με συνοδό κάταγμα του έξω σφυρού με άθικτα τα μεγάλα αγγεία...καθώς και κάταγμα μεταταρσίων αριστερά".
Επίσης, (δεύτερη σελίδα 16ου φύλλου) "..στη συνέχεια, πέρασε με τον πίσω δεξιό τροχό του επικαθήμενου πάνω από τα πόδια της πεζής, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το σοβαρότατο τραυματισμό της και ιδίως τη σύνθλιψη του δεξιού κάτω άκρου της.." και τέλος, "..στη συνέχεια να περάσει με τον πίσω τροχό του επικαθήμενου πάνω από τα πόδια της και να τραυματισθεί σοβαρότατα" (δεύτερη σελίδα 19ου φύλλου).
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο τμήμα του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απορρίφθηκε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου από αυτούς, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη, με το τέταρτο τμήμα του λόγου αναίρεσης, αντίφαση της προσβαλλόμενης απόφασης στις παραδοχές της, ήτοι, ενώ αφενός δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η πεζή γλίστρησε στα νερά" (φύλλο 17ο), αφετέρου όμως δέχεται ότι "η επιφάνεια του πεζοδρομίου ήταν ολισθηρή" (φύλλο 19ο), γεγονός δηλαδή, που, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, συνεπάγεται γλίστρημα της πεζής και πτώση της στο οδόστρωμα την στιγμή που διήρχετο το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, οπότε στην περίπτωση αυτή ελλείπει η αποδιδόμενη αμελής συμπεριφορά του τελευταίου (οδηγού), πρέπει να απορριφθεί.
Τούτο διότι, η ως άνω αιτιολογία σχετικώς με το ερευνώμενο εν προκειμένω ζήτημα, είναι σαφής και ουδόλως κλονίζει το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, αφού το Εφετείο αιτιολογεί περαιτέρω την ως άνω κρίση του, σχετικά με τις ειδικότερες συνθήκες του ατυχήματος και την θέση της πεζής κατά την στιγμή της παράσυρσής της, δεχόμενο αφενός ότι η πεζή βρισκόταν επί του πεζοδρομίου, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτή "γλίστρησε στα νερά λόγω του ότι φορούσε παντόφλες,...καθόσον δεν υπάρχει ουδείς αυτόπτης μάρτυρας που να βεβαιώνει κάτι τέτοιο" (φύλλο 17ο πίσω σελίδα), εκτιμά επίσης στη συνέχεια, ως μη αξιόπιστη, την κατάθεση του μάρτυρα Σ.
Χ., στο σημείο που αυτός κατέθεσε ότι πληροφορήθηκε από τρίτους ότι η πεζή "γλίστησε από το πεζοδρόμιο και έπεσε στο οδόστρωμα την ίδια στιγμή που περνούσε η νταλίκα" (φύλλο 18ο προσβαλλομένης). Στη συνέχεια, η απόφαση αιτιολογεί την κρίση της όσον αφορά την αμελή συμπεριφορά του οδηγού, στο γεγονός ότι "αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε την αναγκαία εποπτεία επί της οδού και του οχήματός του, παρόλο του ότι ως κάτοικος της περιοχής τελούσε σε γνώση του ότι κινιόταν με το ανωτέρω μεγάλων διαστάσεων και ογκώδους οχήματος, εντός της ανωτέρω στενής με κλειστή δεξιά στροφή οδού και ότι στο συγκεκριμένο σημείο δεν υφίσταται επαρκής χώρος πεζοδρομίου για τη διέλευση των πεζών παραπλεύρως του δρόμου, η οποία την ώρα εκείνη ήταν πυκνή, λόγω εμπορικότητας του δρόμου και ώρας και ημέρας (πρωινό Σαββάτου) και με δεδομένο ότι η επιφάνεια του πεζοδρομίου ήταν ιδιαίτερα ολισθηρή και συνεπώς έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός...".
Σωστά δε εξήγαγε από την ως άνω οδηγική συμπεριφορά του εν λόγω οδηγού το συμπέρασμα ότι αυτός είναι αποκλειστικός υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των συνεπειών του, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, ενώ ουδόλως αντιφάσκει, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχεται ότι υπήρχαν νερά στο οδόστρωμα, ούτε ότι γλίστρησε η πεζή, ενώ η παραδοχή της ολισθηρότητας του πεζοδρομίου, αφορά την μορφολογία της επιφανείας του, ήτοι, γεγονός μεταξύ των άλλων αναφερομένων πιο πάνω, ανάλογων συνθηκών και περιστάσεων, τις οποίες αναλυτικά εκθέτει, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο οδηγός και να οδηγεί με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και όχι, ότι εξ αυτού του λόγου (ολισθηρότητας), η θανούσα γλίστρησε και έπεσε στο οδόστρωμα, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται με σαφήνεια και επαρκώς τα στοιχεία με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του τράκτορα μετ' επικαθήμενου και ότι η θανούσα πεζή δεν βαρύνεται με οποιουδήποτε βαθμού υπαιτιότητα.
Σε κάθε περίπτωση όλες οι αναφερόμενες στον προαναφερόμενο πρώτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απορριπτέος στο σύνολό του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται.
Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ' ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ' αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ' όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.
Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ολ ΑΠ 4/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική δίκη μέρος, τα ακόλουθα: " Σημειώνεται ότι η άνω κρίση του Δικαστηρίου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ως άνω οχήματος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη με επίκληση σε ακριβές απόσπασμα υπ' αριθμ. 93/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω (μεταβατική έδρα ...), δυνάμει της οποίας ο ως άνω οδηγός κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 παρ.1 ΠΚ) που φέρεται ότι τελέστηκε σε βάρος της πεζής Κ.
Κ., λόγω των σοβαροτάτων κακώσεων που υπέστη αυτή κατά το ένδικο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 8-9-2012, οι οποίες και τελικά επέφεραν το θάνατο αυτής μετά από πολύμηνη νοσηλεία στις 11-1-2013, δοθέντος ότι από τις αποφάσεις των Ποινικών Δικαστηρίων (καταδικαστικές ή αθωωτικές) οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες δεν παράγεται δεδικασμένο κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ ούτε κατά τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της ποινικής δίκης, αλλά εκτιμώνται αυτές ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους συναφείς λόγους εφέσεως των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων (καθώς τους όμοιους λόγους της εκκαλούσης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και του εκκαλούντος "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", με τους οποίους παραπονούντο κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως όσον αφορά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και είχε απορρίψει ως αβάσιμη την ένσταση περί συνυπαιτιότητας της πεζής στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.
Ήδη, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ισχυρίζονται ότι για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του πρώτου από αυτούς οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως στους τρίτο, τέταρτη και πέμπτο αναιρεσίβλητους, ο ως άνω οδηγός (πρώτος αναιρεσείων) κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 93/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω (μεταβατική έδρα ...).
Ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, αποκλείοντας, ως εκ τούτου, τις αστικές αξιώσεις των εναγόντων, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α. και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνακολούθως δε η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθ' όσον ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του πρώτου εναγομένου - τότε κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεώς του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.
Πέραν των ανωτέρω, ας σημειωθεί ότι η επικαλούμενη με αριθμό 93/2017 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω (Μεταβατική έδρα ...), δεν είχε καταστεί αμετάκλητη κατά το χρόνο συζητήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στις 1-2-2018, δεδομένου ότι δημοσιεύτηκε στις 28-9-2017, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω, στις 25-8-2020 με αύξοντα αριθμό 100 (βλ.
την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες απαλλακτική απόφαση και την επισημείωση του Γραμματέα στην τελευταία σελίδα της), οπότε άρχισε και η προθεσμία για την άσκηση τυχόν αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ.3 ΚΠΔ. Κατόπιν των ανωτέρω, ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και δη η μεν 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο, το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή, οι 3ος και 4η από τον Νικόλαο Νικολόπουλο κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα νόμιμα αιτήματα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που
ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-2-2020 αίτηση για αναίρεση της 2659/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθένα από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους και το ίδιο ποσό για τους λοιπούς (αναιρεσιβλήτους). Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ