165/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου. Αν παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση της διαφοράς και έκδοση αποφάσεως, τότε η απόφαση αυτή είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Legislator headnote
AI generated165/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση της διαφοράς και έκδοση αποφάσεως, τότε η απόφαση αυτή είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 165 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 165/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτρη Πολλάλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Τ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξίας Δεληγιάννη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό …/2012. Εκδόθηκαν η 572/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως της από 22-3-2014 εφέσεως, η 788/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-8-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου. Αν παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση της διαφοράς και έκδοση αποφάσεως, τότε η απόφαση αυτή είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1α ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια να θεωρείται η αγωγή ως μη ασκηθείσα και να αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 εδ. β' και 295 παρ.1 εδ.
β' ΚΠολΔ, στην περίπτωση του περιορισμού του αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.
Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Έτσι, αν ο ενάγων είχε παραιτηθεί από την κύρια βάση της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπάγγελτα σε έρευνα της επικουρικής βάσης. Η έρευνα της μη εξετασθείσας πρωτοδίκως βάσης γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπάγγελτα, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 2039/2014, ΑΠ 1315/2014).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα (ΚΠολΔ 561 παρ.2) : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει στην από 25-4-2012 αγωγή ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, από το έτος 1997 και εφεξής, είχαν καταρτισθεί γραπτές συμβάσεις, οι οποίες κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με διάρκεια ενός έτους η κάθε μία, ενώ στην πραγματικότητα υπέκρυπταν μία, ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη ως διευθυντής πωλήσεων αντλητικών συγκροτημάτων, που αποτελεί και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας αυτής.
Ότι την 2-1-2012 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η τελευταία σύμβαση με διάρκεια μέχρι την 31-12-2012, αντί συνολικών ετησίων αποδοχών 30.000 ευρώ. Ότι την 28-2-2012 προσεκλήθη από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης να παραλάβει την με ίδια ημερομηνία καταγγελία της τελευταίας σύμβασής του. Ότι ταυτόχρονα προτάθηκε στον ενάγοντα να καταρτιστεί νέα σύμβαση, στην οποία θα αναφερόταν ρητά ότι αυτή αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με μηνιαίες μικτές αποδοχές 1.700 ευρώ και με την ιδιότητα όχι πλέον του διευθυντή πωλήσεων, αλλά του μηχανικού πωλήσεων, ήτοι έγινε πρόταση που περιείχε μείωση των αποδοχών του ενάγοντος και ανάθεση καθηκόντων υποδεέστερης θέσης, σχετικά με την προηγούμενη.
Ότι μετά την απόρριψη της από 8-3-2012 γραπτής αντιπρότασης του ενάγοντος να αναγνωριστεί η 15ετής προϋπηρεσία του, να παραμείνει στη θέση του διευθυντή πωλήσεων και να μην υποστεί μείωση των αποδοχών του και ενώ είχε προηγηθεί την 8-3-2012 υβριστική σε βάρος του συμπεριφορά του προέδρου του ΔΣ της εναγομένης, Ν.
Μ. (όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή), η τελευταία αρνήθηκε τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, αποκλείοντας μετά την 12-3-2012 την πρόσβασή του στην επιχείρηση και στο γραφείο του. Ότι το γεγονός αυτό προκάλεσε την αποστολή εξώδικης διαμαρτυρίας του ενάγοντος προς την εναγομένη, στην οποία δήλωσε ότι θεωρεί την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εργοδότριάς του α) ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής του, αφού άνευ σπουδαίου λόγου και ασκώντας καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, επιδιώκει να τον τοποθετήσει σε κατώτερη θέση από αυτή του διευθυντή πωλήσεων, δεν αναγνωρίζει την προϋπηρεσία του και μειώνει τις αποδοχές το κατά 25,5%, β) ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και γ) ως άκυρη καταγγελία, επειδή δεν του κατεβλήθη η νόμιμη αποζημίωση.
Ότι η εναγομένη, αφού δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του, κατέστη υπερήμερη και του οφείλει μισθούς υπερημερίας για χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι έως την 31-3-2013.
Για τους λόγους αυτούς ζητεί: 1) Να αναγνωρισθεί ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης υφίσταται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. 2) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως από τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες α) ως μισθούς υπερημερίας 30.000 ευρώ, β) ως υπόλοιπο πρόσθετης αμοιβής (bonus) 15.052,95 ευρώ, γ) ως έξοδα κινήσεως 2.300 ευρώ και δ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τη μείωση που υπέστη στην προσωπικότητά του εξ αιτίας της προσβλητικής συμπεριφοράς του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, που συνόδευσε την καταγγελία, 10.000 ευρώ.
Επικουρικά, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η σύμβαση λύθηκε εγκύρως, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως από τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες α) ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 25.000 ευρώ, β) ως υπόλοιπο πρόσθετης αμοιβής (bonus) 15.052.95 ευρώ, γ) ως έξοδα κινήσεως 2.300 ευρώ και δ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 10.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας την ως άνω κύρια βάση της αγωγής, την έκρινε βάσιμη και κατ' ουσίαν, τη δέχτηκε εν μέρει και επιδίκασε στον ενάγοντα νομιμοτόκως τα ποσά των 1) 23.571 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και 2) 15.052,94 ευρώ ως υπόλοιπο πρόσθετης αμοιβής (bonus). Κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφτηκε κατ' ουσίαν με την ήδη προσβαλλόμενη 788/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
3. Όπως, όμως, επισημαίνεται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ο ενάγων είχε παραιτηθεί ενώπιον του πρωτοδικείου από το κεφάλαιο περί επιδικάσεως αποδοχών υπερημερίας. Παρά ταύτα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την τότε εκκαλουμένη 572/2014 απόφασή του, δέχθηκε το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, κατά την κύρια βάση αυτής (απόκρουση της καταγγελίας και εξ αυτής υπερημερία εργοδότη), χωρίς, βέβαια, να ασχοληθεί με την επικουρική βάση (αποδοχή της καταγγελίας και δικαίωμα αποζημίωσης). Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 788/2016 απόφαση, απορρίπτοντας την έφεση της εναγομένης και εκεί εκκαλούσας και, με τον τρόπο αυτό, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, επιδίκασε στον ενάγοντα απαίτηση από την οποία αυτός είχε παραιτηθεί, ήτοι κάτι που δεν ζητήθηκε, ενώ θα έπρεπε να έχει κάνει δεκτή την έφεση και, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο, να προχωρήσει στην έρευνα της ως άνω επικουρικής βάσης. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ.
α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 772/2017, ΑΠ 180/2016).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 25-4-2012 αγωγής και πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.2) προκύπτει ότι με αυτήν ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε και τα εξής ως προς τον προσδιορισμό του κεφαλαίου για διαφορά bonus, που ενδιαφέρει για την έρευνα του δευτέρου από τους λόγους αναιρέσεως:
Ότι με την από 1-9-2007 σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας εργοδότριάς του συμφωνήθηκε ρητώς ότι για την περίοδο από 1-1-2007 έως και 31-12-2007, που οι ετήσιες αποδοχές του ανέρχονταν σε 34.840 ευρώ, σε περίπτωση που ως διευθυντής πωλήσεων επιτύγχανε αύξηση τζίρου από 1-9-2007 έως και 31-12-2007, σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2006, θα του καταβάλλονταν βάσει κλίμακας πρόσθετες παροχές (bonus), ήτοι για αύξηση 3% ένας μισθός, για αύξηση 7% συνολικά 2 μισθοί, για αύξηση 10% συνολικά 3 μισθοί, για αύξηση 15% συνολικά 4 μισθοί, για αύξηση 20% συνολικά 6,5 μισθοί και για κάθε 5% αύξηση πάνω από το 20% συν 2 επιπλέον μισθοί.
Ότι ως τζίρος συμφωνήθηκε ότι νοούνται οι παραγγελίες που έχουν επιβεβαιωθεί ως ισχύουσες από τους πελάτες της εναγομένης. Ότι στο συγκεκριμένο διάστημα σημειώθηκε αύξηση τζίρου της εταιρείας κατά ποσοστό 26,17%, ήτοι άνω του 25%, οπότε, δεδομένου ότι οι ετήσιες αποδοχές του ήταν ύψους 34.840 ευρώ, ήτοι (34.840:14=) 2.488,27 ευρώ μηνιαίος μισθός, έπρεπε να του είχε καταβληθεί κατά τα ανωτέρω ως bonus το ποσό των 8,5 μισθών, ήτοι (2.488,27 X 8,5=) 21.152,85 ευρώ.
Ότι αντ' αυτού καταβλήθηκε μόνον το ποσό των 6.099,90 ευρώ και του οφείλεται από τότε το υπόλοιπο ποσό των (21.152,85 - 6.099,90=) 15.052,95 ευρώ, ζήτησε δε να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό αυτό, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2008. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη κατά το άνω κεφάλαιο, το οποίο περιέχει κατά τρόπο σαφή όλα τα γεγονότα που το θεμελιώνουν (ΑΚ 361, 648).
Ειδικότερα, αναφέρεται α) η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την ως άνω πρόσθετη αμοιβή, β) οι προϋποθέσεις καταβολής του δικαιούμενου ποσού, γ) η επίτευξη του στόχου, γ) τα οικονομικά αποτελέσματα του προηγούμενου έτους, δηλ του 2016, δ) τα οικονομικά αποτελέσματα του έτους 2007 και η αύξηση του τζίρου από τη σύγκριση των οικονομικών μεγεθών, ε) το ύψος του μισθού και ε) το ποσό που τελικά ζητεί ο ενάγων.
Δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται με συγκεκριμένη αναφορά των παραστατικών εγγράφων το οικονομικό αποτέλεσμα κάθε έτους.
Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο μέρος αυτού, είναι αβάσιμος.
6. Ακολούθως, και σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του ως άνω κεφαλαίου της αγωγής, το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Ότι οι επιβεβαιωθείσες ως ισχύουσες παραγγελίες προϊόντων και υπηρεσιών της εναγόμενης για το τετράμηνο Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2006 ανήλθαν στο ποσό των 848.598,17 ευρώ, ενώ για το αντίστοιχο τετράμηνο του επομένου έτους 2007 στο ποσό των 1.070.677,38 ευρώ, δηλαδή ήταν αυξημένες κατά 26,17%.
Ότι λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων είναι με την από 1 Σεπτεμβρίου 2007 σύμβαση ο διευθυντής πωλήσεων της εναγομένης για όλη την Ελλάδα και ότι προΐσταται και έχει τη διεύθυνση των πωλήσεων α) εσωτερικού, β) εξωτερικού και γ) υπηρεσιών (service και εγκαταστάσεων), δικαιούται για την κατά 26,17% αύξηση του τζίρου του τετραμήνου Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 2007 σε σχέση με το αντίστοιχο τετράμηνο του έτους 2006 πρόσθετη χρηματική παροχή (bonus) ισόποση με το άθροισμα 8,5 μισθών.
Ότι με ετήσιες αποδοχές για την περίοδο 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 2007 ποσού 34.840 ευρώ, περιλαμβανομένων σε αυτές των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και του επιδόματος αδείας, ήτοι μηνιαίες αποδοχές (34.840 : 14 =) 2.488,57 ευρώ, η πρόσθετη χρηματική παροχή που δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των (2,488,57 X 8,5=) 21.152,84 ευρώ, μετά δε την καταβολή ενός ποσού 6.099,90 ευρώ για τη συγκεκριμένη αιτία, η εναγομένη οφείλει το ποσό των 15.052,94 ευρώ, με τόκο υπερημερίας από την 1-1-2008, δοθέντος ότι με τη σύμβαση είχε ορισθεί ως δήλη ημέρα για την καταβολή το πέρας της τετράμηνης περιόδου, ήτοι η 31-12-2007.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ορθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο είχε επιδικάσει το εν λόγω ποσό για τη συγκεκριμένη αιτία και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Με την κρίση αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς, και μη αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, συγκεκριμενοποιούνται τα οικονομικά αποτελέσματα των προαναφερθέντων ετών και, με βάση όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, επακολουθεί ο μαθηματικός υπολογισμός και το ποσό, που δικαιούται να λάβει ο ενάγων από τη συμμετοχή του στην αύξηση του τζίρου. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος και ως προς το δεύτερο μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ευδοκίμηση του πρώτου λόγου και κατά το προαναφερθέν μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το μέρος αυτό, ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 788/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2017. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ