Legislator Case Law & Legislation
165/2017 AI generated

165/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 165/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

165/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 13-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση (εν λόγω) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 165 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 165/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Καλαμπαλίκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Β. του Α., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνάς Βάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4263/12 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 69/2015 Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 13-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση (εν λόγω) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ... "Αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..." (αρ. 1 εδ. α) και ... "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 19).

ΙΙ. Κατ’ άρθρ. 4 ν.3127/2003 ("τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί).

Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. (αστικού κώδικος). 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Το κείμενο δε των προεκτεθεισών παραγράφων της εν θέματι διατάξεως καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό αφορά σε ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους.

Σε αυτήν περιλαμβάνονται τα λοιπά δημόσια κτήματα πέραν των κοινοχρήστων και εξυπηρετούντων κρατικούς και λοιπούς σκοπούς των εκτός συναλλαγής (κατ’ άρθρ. 966 επ. Α.Κ.) πραγμάτων. Η γραμματική ερμηνεία των προμνησθεισών παραγράφων της ανωτέρω διατάξεως καταλήγει υπό την εξής μορφοποίηση: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταίαν (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφήν δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται δι’ ακίνητον εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, ή β) μείζονος των 2.000 τετραγωνικών μέτρων, εφ’ όσον εις το ακίνητον αυτό υπήρχε στις 31-12-2002 κτίσμα καλύπτον ποσοστόν τουλάχιστον 30% του ισχύοντος εις την περιοχήν συντελεστού δομήσεως. 3) Να έχη καταστή το ακίνητον αντικείμενον αδιαταράκτου νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου 3127/2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμον τίτλον εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμομένου, ή νεμηθέντος, ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφ’ όσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθή και μεταγραφή μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήσιν της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος, ή νεμηθείς), ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήτο, ή ήσαν (αντιστοίχως) κακής πίστεως, ή β) επί τριάκοντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήσιν της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήτο κακής πίστεως, ήτοι εφ’ όσον δεν συνέτρεχον κατά τον χρόνον κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 α.κ.

Στον χρόνο νομής των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Ο τρόπος κτήσεως των ανηκόντων εις την ιδιωτικήν περιουσίαν του κράτους ακινήτων δεν δύναται να ασκήσει επίδρασιν εις το ζήτημα της υπαγωγής των εις την υπό κρίσιν διάταξιν, αφού η διάταξις δεν διακρίνει.

Εξ άλλου από το γράμμα της ερμηνευομένης ενταύθα διατάξεως αβιάστως συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται συμπλήρωσις του χρόνου χρησικτησίας εις βάρος του ελληνικού δημοσίου μετά την έναρξιν ισχύος του νόμου 3127/2003 (19-3-2003). Περαιτέρω όσον αφορά εις την κακήν πίστιν, περί της οποίας γίνεται ειδική μνεία εις το ερώτημα, λεκτέα τα εξής:

Κατ’ άρθρον 1042 α.κ. ο χρησιδεσπόζων ευρίσκεται εν καλή πίστει "όταν ουχί εκ βαρείας αμελείας διατελή εν τη πεποιθήσει ότι εκτήσατο την κυριότητα". Αρά καλή πίστις επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήσιν της νομής πεποίθησις του νομέως ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομεύς κατά την κτήσιν της νομής α) γνωρίζη, ή β) εκ βαρείας αμελείας αγνοή την ύπαρξιν κυριότητος άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστις δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί.

Και ενώ κατά τον αστικόν κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησίαν νομεύς βαρύνεται με την απόδειξιν της καλής πίστεώς του, αντιθέτως κατά το άρθρον 4 ν.3127/2003 την κακήν πίστιν του νομέως, ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνον κτήσεως της νομής υπό εκατέρου τούτων φέρει το ελληνικόν δημόσιον, αφού δια της φράσεως "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία ευρίσκεται εις το τέλος των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομεύς, ή ο δικαιοπάροχός του, αλλ’ αντιθέτως το ελληνικόν δημόσιον βαρύνεται με την απόδειξιν της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέως, ή του δικαιοπαρόχου του.

Εξ άλλου ανεπίδεκτα τακτικής, ή εκτάκτου χρησικτησίας ακίνητα του ελληνικού δημοσίου κατά τας συνδ. διατάξεις των άρθρων 966-968 και 1054 α.κ. είναι τα εκτός συναλλαγής, εις τα οποία συγκαταλέγονται τα κοινής χρήσεως και τα προωρισμένα εις εξυπηρέτησιν δημοσίων σκοπών. Τα ακίνητα αυτά δεν καταλαμβάνονται από το άρθρον 4 ν.3127/2003.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του ελληνικού δημοσίου κατά πλήρη κυριότητα και τα οποία διαχειρίζεται (επ’ ονόματι του ελληνικού δημοσίου) το υπουργείον οικονομίας και οικονομικών υπάγονται εις την ρύθμισιν του άρθρου 4 ν.3127/2003, αφού ο νόμος δεν διακρίνει.

Επομένως περιττεύει μνεία των κατ’ ιδίαν κατηγοριών ανηκόντων εις την ιδιωτικήν κτήσιν του ελληνικού δημοσίου ακινήτων, τα οποία διαχειρίζεται επ’ ονόματι του ελληνικού δημοσίου το υπουργείο οικονομίας και οικονομικών και τα οποία καταλαμβάνει το άρθρον 4 ν.3127/2003. Περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 2971/2001 "αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της" επίσης, στην παρ. 2 της εν λόγω διατάξεως ορίζεται, ότι: "Παραλία είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα" ωσαύτως, στην παρ. 3 προβλέπεται, ότι: "παλαιός αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερου υφισταμένου αιγιαλού".

‘ Ετι περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 1 ιδίου νόμου "ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται", ενώ κατά την παρ. 5 του ιδίου άρθρου "ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα".

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο καταλογίζει στο Εφετείο Πειραιώς, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη 69/2015 απόφασή του υπέπεσε στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού το επίδικο ακίνητο είναι παλαιός αιγιαλός και ιδιωτική περιουσία αυτού (Δημοσίου), εν σχέσει προς το οποίο (επίδικο) δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 4 παρ. 1 ν.3127/2003, καθόσον, δεδομένου τούτου ως δημοσίου κτήματος και ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του (αναιρεσείοντος), έπρεπε η επ’ αυτού καλόπιστη τριακονταετής χρησιδεσποτεία να είχε ολοκληρωθεί μέχρι 11-9-1915, συμφώνως προς τα άρθρ. 18, 21 του νόμου "Περί διακρίσεως κτημάτων" (της 21-6/3-7-1837) και 51 Εισ.

Ν.Α.Κ. Προσέτι, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην υπ’ αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια λόγω της ανεπάρκειας (άλλως αντιφατικότητος) των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεώς του. IV. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../11-11-2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου ...

Μαρίας Μαρούδη, που έχει μεταγραφεί νομίμως στο βιβλίο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …), ο ενάγων Ν. Β. απέκτησε κατά κυριότητα, λόγω αγοράς από την προηγούμενη κυρία Π. χήρα Α. Ζ., ένα οικόπεδο, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου ..., στη θέση "..." της περιφέρειας ... ..., επί της Λεωφόρου ...

στον ..., επιφάνειας 233,42 τ.μ., με ισόγειο κτίσμα εντός αυτού, επιφάνειας 70,16 τ.μ. και βοηθητικό κτίσμα επιφάνειας 9,13 τ.μ. Το ανωτέρω ακίνητο είναι ενταγμένο στο υπ’ ... οικοδομικό τετράγωνο, έχει λάβει, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, ΚΑΕΚ ..., ενώ αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο από Νοεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Γ.

Κ. που προσαρτήθηκε στον άνω τίτλο, και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ... μήκους 17,20 μέτρων με ιδιοκτησία άλλοτε Α. Ν. και ήδη Ι. Σ., νότια επί πλευράς ... μήκους 29 μέτρων με ιδιοκτησία άλλοτε Ε. Τ. και ήδη Λ. Ν., ανατολικά επί πλευράς (προσώπου) Α-Β μήκους 14,60 μέτρων με την ... πλάτους 18 μέτρων και δυτικά επί πλευράς Ζ-Η μήκους 10,20 μέτρων με ιδιοκτησία άλλοτε Α.

Ν. και ήδη Ι. Σ.. Ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, αγόρασε το εν λόγω ακίνητο με το ανωτέρω συμβόλαιο από την Π. χήρα Α. Ζ., στην οποία αυτό είχε περιέλθει, ως οικόπεδο, κατά μεν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, λόγω αγοράς από τους Κ. χήρα Δ. Ν., Μ. Ν., Α. Ν., Γ. Ν., Α. σύζυγο Γ. Δ. και Α. χήρα Σ. Κ. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../21-10-1954 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

Κωνσταντίνου Κυριάκου, που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (στον τόμο ...), κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω κληρονομικής διαδοχής του συζύγου της, Α. Ζ., ο οποίος απεβίωσε την 3-7-1994, δυνάμει της από 20-2-1984 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ’ αριθ. 3051/1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ την κληρονομία αυτή αποδέχθηκε η Π.

Ζ., με την υπ’ αριθ. .../1995 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Λεμονής Καλαματιανού-Μπιστικέα. Επίσης, ο ως άνω κληρονομούμενος είχε ήδη καταστεί κύριος του ακινήτου αυτού κατά το ανωτέρω ποσοστό (1/2 εξ αδιαιρέτου), κατόπιν αγοράς του, με τον ίδιο ως άνω τίτλο (.../1954 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), με τη σύζυγό του, από τους προαναφερόμενους κυρίους αυτού.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ..., με δικαιούχο κυριότητας το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφού εμπίπτει εντός ορίων παλαιού αιγιαλού και εκτός ορίων αιγιαλού και παραλίας, όπως διοικητικά καθορίσθηκαν με την υπ’ αριθ. .../26-10-1976 απόφαση του Νομάρχη Αττικής (ΦΕΚ 383/19-11-1976 τ.Δ’ ) και όπως διοικητικά επανακαθορίσθηκαν με την υπ’ αριθ. ...16-1-1997 απόφαση του Περιφερειακού Διοικητή Πειραιώς (ΦΕΚ 97/14-2-1997 τ.Δ’ ), ενώ, στη συνέχεια και συγκεκριμένα το έτος 1999, το ακίνητο αυτό κατεγράφη ως δημόσιο κτήμα με αριθμό ..., που ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου (βλ.

το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο της οικείας σελίδας του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της ...). Επίσης, αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Π. Ζ., με τον σύζυγό της, Α. Ζ., αμέσως μετά την αγορά (το έτος 1954) του ως άνω οικοπέδου, προέβησαν, κατά το έτος 1955, σε ανέγερση ισόγειας οικοδομής επ’ αυτού, και προς τούτο εκδόθηκε στις 30-4-1955 η με ...

άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Πειραιώς (βλ. την προσκομιζόμενη άδεια). Την οικοδομή δε αυτή χρησιμοποιούσαν ως κύρια κατοικία τους, ο μεν Α. Ζ. μέχρι τον θάνατό του (το έτος 1994), η δε Π. Ζ. μέχρι το έτος 2002, οπότε και το μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πώλησης, στον ενάγοντα. Αλλά και ο τελευταίος (ενάγων), μετά την αγορά του εν λόγω ακινήτου (το έτος 2002), προέβη σε κατεδάφιση του υπάρχοντος ισόγειου κτιρίου και στην ανέγερση επ’ αυτού τετραώροφης οικοδομής, εκδοθείσας προς τούτο της με αριθμό ...2005 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ... (βλ.

την προσκομιζόμενη άδεια). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο ο ενάγων (από το έτος 2002) όσο και η δικαιοπάροχός του, Π. Ζ., με τον σύζυγό της (από το έτος 1954), νέμονταν το επίδικο ακίνητο συνεχώς και αδιαλείπτως, δηλαδή το κατείχαν με καλή πίστη, και διάνοια κυρίου, αφού αυτό βρισκόταν εντός του ρυμοτομικού σχεδίου υφισταμένου από το έτος 1926, σε κατοικημένη περιοχή, πάνω από την κεντρική οδό (λεωφόρο) της περιοχής και σε αρκετή απόσταση από τη θάλασσα (περί τα 100 μέτρα τουλάχιστον), ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία σ’ αυτούς ότι δεν εντάσσεται στα όρια του παλαιού αιγιαλού.

Ακόμη, αυτοί αναφέρονταν στις δημόσιες αρχές (Πολεοδομία, Δ.Ο.Υ. κ.λπ.) και κατέβαλλαν κάθε φόρο και τέλος που βάρυνε το επίδικο ακίνητο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το εναγόμενο δεν αμφισβήτησε ποτέ το δικαίωμα του ενάγοντος ή της δικαιοπαρόχου του, αφού, μέχρι τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν είχε προβεί στην έκδοση πρωτοκόλλου αποβολής αυτών από δημόσιο κτήμα (τμήμα παλαιού αιγιαλού) ή στην επίδοση σ’ αυτούς εμπράγματης αγωγής ή έστω στην υποβολή μήνυσης για κατάληψη δημόσιου κτήματος.

Το γεγονός δε ότι τόσο ο ενάγων, όσο και η δικαιοπάροχός του, Π. Ζ., αμέσως μόλις απέκτησαν τη νομή του επίδικου, ζήτησαν, όπως προαναφέρθηκε, από την αρμόδια Πολεοδομία την έκδοση άδειας οικοδομής, καταδεικνύει την καλή τους πίστη ότι έγιναν πράγματι κύριοι του εν λόγω ακινήτου, γιατί, αν γνώριζαν ότι αξιώνει σε αυτό δικαιώματα το εναγόμενο, δεν θα διακινδύνευαν απευθυνόμενοι σε δημόσια υπηρεσία, προκειμένου να τους χορηγηθεί οικοδομική άδεια, ώστε να προβούν στην άμεση ανοικοδόμησή του.

Εξάλλου, το εναγόμενο Δημόσιο ουδέν στοιχείο εισφέρει, ώστε να αποδειχθεί η κακή πίστη του ενάγοντος και της ως άνω δικαιοπαρόχου του, αφού ναι μεν είχε οριοθετηθεί το τμήμα του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή το έτος 1976 και το επίδικο ακίνητο εντάχθηκε εντός των ορίων του παλαιού αιγιαλού, καταγράφηκε δε το έτος 1999 ως δημόσιο κτήμα, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η καταγραφή αυτή είχε γνωστοποιηθεί στη δικαιοπάροχο του ενάγοντος και στον τελευταίο, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 2002 που αγόρασε το επίδικο ακίνητο και περιήλθε αυτό στη νομή του, το νεμόταν με καλή πίστη, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, με το να ανεγείρει επ’ αυτού οικοδομή, να το εκμεταλλεύεται, να το επιβλέπει και να το συντηρεί, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από το εναγόμενο, ούτε ο ίδιος, ούτε οποιοσδήποτε άλλος όμορος του επιδίκου.

Ενισχυτικό δε της καλής πίστης του ενάγοντος είναι ότι, κατά τη σύναψη του συμβολαίου αγοράς του επιδίκου, προσαρτήθηκε το με αριθμό πρωτοκόλλου .../4-11-2002 κτηματογραφικό απόσπασμα, στο οποίο αναφέρεται, ως κυρία του ακινήτου, η δικαιοπάροχός του, με συνέπεια να του δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι αγοράζει από κύριο.

Τα δε υποστηριζόμενα πρωτοδίκως από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του, ως κάτοικοι της ..., γνώριζαν περί της ένταξης του επιδίκου στα όρια του παλαιού αιγιαλού, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμα, δεδομένου ότι: α) η οριογραμμή του αιγιαλού καθορίσθηκε το έτος 1976, όταν και οριοθετήθηκε ο παλαιός αιγιαλός, η δε δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν είχε κατά την απόκτηση του επιδίκου (το έτος 1954) ουδεμία υπόνοια για την ένταξη του επιδίκου εντός των ορίων του παλαιού αιγιαλού, β) το επίδικο ακίνητο βρισκόταν ήδη εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής ...

του Δήμου ... ήδη από το έτος 1926 και μάλιστα ως οικόπεδο (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../2002 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου ... της Νομαρχίας Πειραιώς), το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προέβη διά της έκδοσης του από 1-11-1926 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ 407/17-11-1926, τ. Α’ ) στη ρυμοτόμηση θεωρώντας την έκταση αυτή οικιστική και επέτρεψε τη δόμηση στην περιοχή αυτή για πολλές δεκαετίες, δημιουργώντας ένα "φαινόμενο δικαίου", δηλαδή μία κατάσταση που δικαιολογημένα εμπιστεύτηκαν οι διοικούμενοι προβαίνοντας καλόπιστα σε δικαιοπραξίες, γ) σε καμία υπηρεσία δεν γνωστοποίησε το εναγόμενο την από 16-2-1976 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού Ορίων Αιγιαλού-Παραλίας, με συνέπεια και οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής του επιδίκου, να μη συμβαδίζουν με τα όρια του παλαιού αιγιαλού, εφόσον το επίδικο εξακολουθούσε να βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου, το δε εναγόμενο, όπως προαναφέρθηκε, ενέταξε τον παλαιό αιγιαλό στο δημόσιο κτήμα ..., μόλις το έτος 1999 και δ) ουδείς κάτοικος της ...

γνώριζε περί την οριοθέτηση του παλαιού αιγιαλού, αφού το εναγόμενο, από το έτος 1976 που οριοθετήθηκε, σε ουδεμία πράξη προέβη, ώστε να γνωστοποιήσει την κυριότητά του επ’ αυτού. Μόνο δε μετά από την υποβολή της υπ’ αριθ. .../15-3-2003 ένστασης εκ μέρους της ..., εκδόθηκε από την Επιτροπή Ενστάσεων του Εθνικού Κτηματολογίου η υπ’ αριθ. ...24-11-2003 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω ένσταση και ενεγράφη δικαίωμα υπέρ του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου όσον αφορά στο επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία ότι αυτό αποτελεί τμήμα του ...

δημόσιου κτήματος. Άλλωστε, πλην της ανωτέρω δήλωσης του δικαιώματος του εναγομένου επί του συγκεκριμένου ακινήτου στο Κτηματολόγιο, ουδείς (δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο ή τρίτος) αμφισβήτησε την κυριότητα επ’ αυτού, τόσο του ενάγοντος, όσο και της προαναφερόμενης δικαιοπαρόχου του. Κατά συνέπεια ο ενάγων έχει αποκτήσει κυριότητα έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί του με ΚΑΕΚ ...

επίδικου ακινήτου, με τα προσόντα της χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1β’ του Ν. 3127/2003 κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη στην παράγραφο III της παρούσας, δεδομένου ότι προσμετρώντας το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας της ως άνω δικαιοπαρόχου του, νέμεται αυτό (επίδικο), το οποίο είναι ενταγμένο στο σχέδιο πόλεως του Δήμου ...

και έχει έκταση μικρότερη των 2.000 τ.μ. (συγκεκριμένα 233,42 τ.μ.), αδιαταράκτως και συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών (1954 - 2003) μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου 3127/2003 (19-3-2003), το δε εναγόμενο, κατά τα προαναφερόμενα, δεν απέδειξε, αν και έφερε το σχετικό δικονομικό βάρος, την κακή πίστη του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου του κατά την κτήση της νομής του επιδίκου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με τις αυτές αιτιολογίες και δέχθηκε, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, την ως άνω αγωγή ως προς την επικουρική βάση της (κτήση κυριότητας κατ’ άρθρο 4 παρ. 1β’ του ν. 3127/2003), αναγνωρίζοντας την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο και διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε να αναγράφεται αυτός ως κύριος του εν λόγω ακινήτου, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".

V. Αμφότεροι οι προπαρατεθέντες λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Συγκεκριμένα: Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ενέχει αβασιμότητα, ταύτης εστιαζομένης στο γεγονός, ότι το επίδικο ακίνητο, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα υπό του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ανωτέρω επισκοπηθέντα, (όπως άλλωστε και το ίδιο το αναιρεσείον πανθομολογεί), είναι παλαιός αιγιαλός.

Η δε τοιαύτη περίπτωση είναι αδιστάκτως βέβαιον και σαφές, ότι τελεί, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη, υπό την ρυθμιστική "ομπρέλλα" του άρθρ. 4 παρ. 1β ν.3127/2003, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι επίσης αβάσιμος, διότι η επισκόπηση των παραδοχών της πληττομένης αποφάσεως καταδεικνύει, ότι το επί τη βάσει (προρρηθεισών παραδοχών) συντεθειμένο πόρισμα έχει τον προσήκοντα άνευ αντιφατικότητος ειρμό επάρκειας, καθόσον αφορά στα επί μέρους σημεία του δικανικού συλλογισμού.

VI. Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την κατ’ άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια εξαιτίας της (φερομένης στην πληττομένη απόφασή του) παραβιάσεως του άρθρ. 3 παρ. 15 ν.2242/1994, υπό την έννοια ότι (κατ’ επιταγήν αυτού) ο αναιρεσίβλητος είχε επισυνάψει στον τίτλο κτήσεώς του (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο .../2002) υπεύθυνη δήλωση, ότι το (νυν επίδικο) ακίνητο δεν εμπίπτει σε δημόσιο κτήμα.

Ο λόγος αυτός καθίσταται πλέον αλυσιτελής, μετά την προηγηθείσα διεξοδικότητα αναπτύξεως, τόσο καθόσον αφορά στην προειπωθείσα νομική σκέψη, όσο και εν σχέσει προς τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω περί της αβασιμότητος του πρώτου λόγου αναιρέσεως. VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος, ετέρου προς διερεύνηση λόγου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείον η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/1957, ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-6-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 69/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ