Legislator Case Law & Legislation
165/2016 AI generated

165/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 165/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 165 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

165/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 165 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 165 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 165/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. συζύγου Κ. Μ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/3/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 9/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 3/3/2015 αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 183/12.9.2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία ερήμην του αναιρεσείοντος δέχθηκε την από 28.3.2012 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 49/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε προηγουμένως απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 4.2.2009 αγωγή της, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει (η εφετειακή απόφαση) την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 13.000 ευρώ προς εξόφληση ισόποσου δανείου που του είχε αυτή χορηγήσει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρ. 577§§1 και 3 ΚΠολΔ), αφού αντίγραφο της εφετειακής απόφασης επιδόθηκε νόμιμα στον δικασθέντα ερήμην στο Εφετείο αναιρεσείοντα στις 2.2.2015, χωρίς έκτοτε αυτός να ασκήσει μέσα στην 15νθήμερη προθεσμία του άρθρ. 503§1 ΚΠολΔ ανακοπή ερημοδικίας, με αποτέλεσμα έτσι η εφετειακή απόφαση να καταστεί τελεσίδικη και άρα δεκτική προσβολής με αναίρεση, αφού κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§(β) ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ’ αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495§1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001, ΕλλΔνη 2002.75). 2. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο θα έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ενώπιόν του συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή δεν προσκόμισε, όπως είχε υποχρέωση από τη διάταξη του άρθρ. 524§4(δ) ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 44§1 του ν. 3994/2011, αντίγραφο των πρωτόδικων προτάσεών του εν όψει της ερημοδικίας του στην κατ’ έφεση δίκη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι ναι μεν δεν διαλαμβάνεται ρητά σ’ αυτή ότι οι πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη, όμως αυτές τέθηκαν τελικά υπόψη του Εφετείου και λήφθηκαν υπόψη, όπως αυτό έμμεσα συνάγεται από την αναφορά της απόφασης σε επικαλούμενα από τους διαδίκους και όχι αποκλειστικά από την αναιρεσίβλητη έγγραφα, δηλαδή έγγραφα επικαλούμενα ασφαλώς με τις προτάσεις των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και το υπ’ αριθ. 185/14.4.1998 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Μαγνησίας. 3. Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 270§2εδ.α&β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά τους ν. 2915/2001 και 3994/2011, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ’ αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΕλλΔνη 2003.375? ΑΠ 911/2002, ΕλλΔνη 2003.1280), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρ. 524§2 ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.

Συνεπώς μέχρι τότε μπορούν να προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις έγγραφα, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρ. 524§2(β) σε συνδ. με 237§3εδ.γ και 591§1εδ.γ και δ ΚΠολΔ). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ. Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ. την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ/τος 958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ’ έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΕλλΔνη 2000.668 14/2005 23/2008, ΕλλΔνη 2008.1343). Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 839/2010 1058/2011 967/2012). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της παρά το νόμο έλαβε υπόψη το υπ’ αριθ. 185/14.4.1998 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Μαγνησίας, παρόλο που η αναιρεσίβλητη δεν το επικαλέστηκε με τις προτάσεις της στο Εφετείο. Το έγγραφο αυτό, όπως και από το αναιρετήριο προκύπτει, το προσκόμισε με επίκληση πρωτοδίκως ο αναιρεσείων για να αντικρούσει τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι δάνεισε σε αυτόν χρήματα προκειμένου να αποπερατώσει την οικία του στα ... Μαγνησίας, καθόσον από το εν λόγω έγγραφο συνάγεται, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά τον χρόνο του δανείου η ως άνω οικία του ήταν ήδη αποπερατωμένη. Η λήψη, δηλαδή, υπόψη του παραπάνω εγγράφου από το Εφετείο έγινε προς όφελος του αναιρεσείοντος, χωρίς ωστόσο να οδηγήσει και σε απόρριψη της ένδικης αγωγής, αφού τελικά έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι το όλο ποσό του δανείου δόθηκε όχι για την αποπεράτωση της ως άνω οικίας του αναιρεσείοντος, άλλα για την ανακαίνιση και τη μετατροπή της από εξοχική σε μόνιμη οικογενειακή κατοικία του. Πρόκειται έτσι για έγγραφο που δεν υπήρξε ουσιώδες, αφού δεν καθόρισε το διατακτικό της εφετειακής απόφασης, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη χωρίς επίκληση από την αναιρεσίβλητη. Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 4. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990, ΕΕργΔ 1992.365). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 451/2014 1457/2014). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση της εφετειακής απόφασης ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το ποσό του δανείου που αυτή χορήγησε στον αναιρεσείοντα δόθηκε όχι για την αποπεράτωση της οικίας του στα ... Μαγνησίας, αλλά για την ανακαίνισή της και τη μετατροπή της από εξοχική σε μόνιμη οικογενειακή κατοικία του. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι η ως άνω παραδοχή δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό έγγραφο ούτε σε κατάθεση μάρτυρα, αλλά αυθαίρετα και συνεπώς, στην ουσία, χωρίς απόδειξη κατέληξε σ’ αυτή το Εφετείο. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων επιχειρεί στην πραγματικότητα να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης (άρθρ.561§1 ΚΠολΔ), σε σχέση με την οποία όμως και αντίθετα με όσα αυτός υποστηρίζει, το Εφετείο αξιολόγησε αναλυτικά τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα αντιπαρέβαλε και ειδικά τα συνέκρινε ως προς την αποδεικτική τους δύναμη προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ’ αριθ. 6/2015 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Λάρισας. Εξ άλλου ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.3.2015 αίτηση του Γ. Θ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 183/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ’ αριθ. 2901801, 3989650 και 3989651/2015 παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και του υπ’ αριθ. 3227/2015 παραβόλου υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ