Legislator Case Law & Legislation
165/2015 AI generated

165/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 165/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4358/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6166/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/10/2012 αίτησή του και τους από 6/11/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

165/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε τη λήξη της και αναγόταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος κατά τα προεκτεθέντα, με επακόλουθο τη μη αναγκαιότητα τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 § 4 του ΠΔ 219/1991 προθεσμίας τακτικής καταγγελίας.

Keywords

AI generated
inadequate constitutional complaint lack of economic substance non-implementation of the offending agreements improved country conditions bribery in enforcement proceedings abandonment of expropriation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 165 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 165/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "VIVARTIA ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ"), που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ Α.Ε." που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκαθιστάμενη λόγω απόσχισης και εισφοράς στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπό στοιχείο 1 ανώνυμης εταιρείας, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κοσμίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4358/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6166/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/10/2012 αίτησή του και τους από 6/11/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 28/2/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Χαμηλοθώρη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 15/10/2012 αίτηση αναίρεσης και οι από 6/11/2013 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 15-10-2012 αίτηση αναίρεσης και τους από 6-11-2013 πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6166/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Από τις διατάξεις των άρθρων 558, 559 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ' αυτούς για τους οποίους, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της, που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτή πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ1521/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 6166/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της, απορρίψασας την από 10-4-2009 αγωγή του, υπ' αριθ.4358/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος μεν που στρεφόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης κατ'ουσίαν, κατά το μέρος δε που στρεφόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης της.

Όπως δε προκύπτει από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, ουδεμία πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρεται στην απορριπτική κρίση της ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επομένως, η αίτηση αυτή παραδεκτώς στρέφεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ως προς την οποία ο αναιρεσείων νικήθηκε και ως προς την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, απαραδέκτως όμως στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με αυτή πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά το μέρος που στρέφονται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ.577 παρ. 1ΚΠολΔ).Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι, κατά τα λοιπά, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη (αρθ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης να εξετασθούν περαιτέρω (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, αποτελεί ιδιόρρυθμη διαρκή ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεώνεται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παράγωγος δεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Στη σύμβαση αυτή, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ για τους εμπορικούς αντιπροσώπους π. δ/τος. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν 3557/2007 ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή (ΟλΑΠ 16/2013).

Περαιτέρω, με τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 5 του π.δ. 219/1991 ορίζεται ότι "1. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται την ειδικώς συμφωνηθείσα αμοιβή. 2. Ελλείψει σχετικής συμφωνίας μεταξύ των μερών και ειδικών διατάξεων ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αμοιβή που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας της σύμβασης στην οποία μεσολαβεί η συνάπτει για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου σύμφωνα με τις συνήθειες που εφαρμόζονται στον τόπο όπου ασκεί τη δραστηριότητα του και για την αντιπροσώπευση των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.

Ελλείψει παρομοίων συνθηκών ο αντιπρόσωπος δικαιούται εύλογη αμοιβή, αφού ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που έχουν σχέση με την εμπορική πράξη". Από τις διατάξεις αυτές, που, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζονται και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, συνάγεται ότι ο διανομέας δικαιούται να εισπράξει από το αντισυμβαλλόμενο του παραγωγό ή χονδρέμπορο τη συμφωνημένη αμοιβή και, αν δεν υπάρχει σχετικά ειδική συμφωνία ή η υπάρχουσα είναι άκυρη, έχει αξίωση για την είσπραξη εύλογης αμοιβής.

Ως εύλογη νοείται κατά πρώτο λόγο η συνηθισμένη αμοιβή, που καθορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας των συμβάσεων του διανομέα με τους τρίτους πελάτες του, με βάση τις εμπορικές πρακτικές και συνήθειες που επικρατούν στο τόπο όπου αναπτύσσει τη δραστηριότητα του ο διανομέας, δηλαδή η αμοιβή που συνήθως δίνεται στον τόπο αυτό στους διανομείς όμοιων ή παρεμφερών προϊόντων.

Αν δεν υπάρχουν στο συγκεκριμένο τόπο τέτοιες εμπορικές συνήθειες και πρακτικές, τότε η εύλογη αμοιβή προσδιορίζεται με βάση όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική του πράξη. Έτσι ο διανομέας από σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην περίπτωση που αξιώνει από τον αντισυμβαλλόμενο του την καταβολή της συνηθισμένης στον τόπο όπου δραστηριοποιείται αμοιβής, θα πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων, στην αγωγή του την έλλειψη ειδικής συμφωνίας, ως προς την αμοιβή του, ή την ακυρότητα αυτής και τις επικρατούσες σχετικώς στον τόπο της δραστηριότητας του εμπορικές συνήθειες και πρακτικές και στην περίπτωση, που αξιώνει την καταβολή εύλογης αμοιβής με βάση τα σχετιζόμενα με την εμπορική πράξη στοιχεία, την έλλειψη ειδικής ως προς την αμοιβή του συμφωνίας ή την ακυρότητα αυτής, την έλλειψη σχετικώς εμπορικών συνηθειών στον τόπο της δραστηριότητας του και όλα εκείνα τα στοιχεία που σχετίζονται με την εμπορική πράξη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας, δεν μπορεί να θεραπευτεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.

Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της ή αντίθετα έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1650/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10.4.2009 επίμαχης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σ'αυτή, ότι με άτυπη σύμβαση αποκλειστικής διανομής αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε το έτος 1987 μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρίας "Ι. Κ.-Γ. Μ. ΟΕ" και της ανώνυμης εταιρίας "ΔΕΛΤΑ ΣΥΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, ανέλαβε αρχικά η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία και στη συνέχεια από 1.1.2003 ατομικά ο ίδιος την αποκλειστική διανομή όλων των προϊόντων εκείνης (γαλακτοκομικών και χυμών) στις περιοχές της Κορίνθου, Λουτρακίου, Λουτρών Ωραίας Ελένης και περιχώρων, έναντι αμοιβής, η οποία συνίστατο στο ποσοστό 8% επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) αξίας των πωλήσεων και σε ορισμένες πρόσθετες παροχές (bonus), στην περίπτωση επίτευξης ποσοτικών στόχων, και συνολικά στο ποσοστό 9,91% κατά μέσο όρο, που παρέμεινε σταθερό σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους.

Ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής ο ενάγων, για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του έργου της διανομής και με την προοπτική συνέχισής του για πολλά έτη, προχώρησε σε επενδύσεις μεγάλου κόστους και διαμόρφωσε υποδομή για την προώθηση των προϊόντων της εναγομένης, με επιτυχή αποτελέσματα, αφού δημιούργησε μεγάλη πελατεία στις παραπάνω περιοχές και αύξησε προοδευτικά τον κύκλο (τζίρο) των πωλήσεων.

Ότι η προαναφερόμενη σύμβαση περιείχε πολλούς καταχρηστικούς και περιοριστικούς του ανταγωνισμού όρους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν, α) ο καθορισμός εκ μέρους της εναγομένης της τιμής μεταπώλησης των προϊόντων της, β) η κατανομή των αγορών, αφού ο ενάγων μπορούσε να μεταπωλεί τα προϊόντα μόνο στις παραχωρηθείσες περιοχές, ενώ της απαγορευόταν να πραγματοποιεί, ακόμη και παθητικές πωλήσεις, σε όμορες περιοχές, γ) η επιβολή από την εναγομένη μη εύλογων όρων συναλλαγών με καθορισμό της αμοιβής του ενάγοντος σε χαμηλά επίπεδα, με συνέπεια ο τελευταίος να αδυνατεί να καλύπτει το υψηλό κόστος διανομής των προϊόντων, το οποίο ανερχόταν σε ποσοστό 12.16%, καινά αποκομίζει ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος και δ) η επιβολή ρητρών μη ανταγωνισμού και αποκλειστικής προμήθειας.

Ότι στις 24.1.2009 η εναγομένη αιφνιδίως, χωρίς σπουδαίο λόγο και χωρίς την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας, προέβη καταχρηστικά και εναντίον των χρηστών στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, επικαλούμενη αναληθώς και καταχρηστικώς παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ενώ η πραγματική αιτία ήταν η επίμονη άρνηση της εναγομένης να αυξήσει το περιθώριο κέρδους του ενάγοντος και η επιθυμία της να αναθέσει την αποκλειστική διανομή στην εταιρία του πρώην συνεταίρου του Γ.

Μ.. Ότι ο όρος της σύμβασης, με τον οποίο προβλεπόταν, ως αμοιβή του, ποσοστό 9,91% στον πραγματοποιούμενο τζίρο από την πώληση των προϊόντων της εναγομένης, ήταν άκυρος, διότι, όχι μόνο δεν της εξασφάλιζε ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος, αλλά επιπλέον το ποσοστό αυτό υπολειπόταν κατά πολύ του κόστους διανομής των προϊόντων της εναγομένης (12,16%), ακόμη δε, διότι ο πιο πάνω όρος συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση εκ μέρους της υπερέχουσας οικονομικά εναγομένης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης αυτού (ενάγοντος) από εκείνη.

Ότι η εύλογη αμοιβή που έπρεπε να λαμβάνει για τις υπηρεσίες διανομής που παρείχε στην εναγομένη, ώστε να έχει ένα εύλογο επιχειρηματικό κέρδος της τάξεως του 6-8%, ενόψει του ετήσιου τζίρου (3.100.000 €) και των σημαντικών κερδών της εναγομένης, του μεγέθους της επένδυσης που πραγματοποίησε ο ίδιος και του κόστους διανομής, ανέρχεται σε ποσοστό 18%, άλλως σε ποσοστό 16,5% επί του συνολικού τζίρου από τη μεταπώληση των προϊόντων εκείνης.

Ότι η διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της πιο πάνω εύλογης αμοιβής της, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως και 31.12.2008, ανέρχεται, με βάση τον υπολογισμό της εύλογης αμοιβής της σε ποσοστό 18%, στο ποσό των 1.277.514,60 ευρώ, άλλως, με βάση τον υπολογισμό της εύλογης αμοιβής της σε ποσοστό 16,5%, στο ποσό των 1.040.403,63 ευρώ.

Ότι, επικουρικά, υπέστη ζημία, η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αμοιβής και του κόστους διανομής, που ανέρχεται, για το χρονικό διάστημα των ετών 2004-2008, στο ποσό των 353.340,64 ευρώ. Ότι αν η εναγομένη δεν προέβαινε στην πιο πάνω άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία, δεν μετήρχετο το πιο πάνω καταχρηστικό και περιοριστικό του ανταγωνισμού σύστημα και δεν εκμεταλλευόταν τη σχέση οικονομικής εξάρτησης, η σύμβαση τους θα συνεχιζόταν, με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, για πέντε ακόμη έτη και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 25.1.2009 έως 24.1.2014, κατά το οποίο θα κέρδιζε, με βάση το εύλογο περιθώριο κέρδους 18% , άλλως 16,5% , το συνολικό ποσό των 816.526,70, άλλως το ποσό των 582.341,20 ευρώ.

Ότι επιπλέον, μετά τη λήξη της επίμαχης σύμβασης με υπαιτιότητα της εναγομένης, δικαιούται να εισπράξει, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των 569.066,34 ευρώ, άλλως το ποσό των 521.164,40 ευρώ, με βάση τη μέση καταβλητέα εύλογη αμοιβή των τελευταίων πέντε ετών, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 18% , άλλως 16,5%, άλλως το ποσό των 313.563,42 ευρώ, με βάση τη μέση καταβληθείσα αμοιβή των ίδιων ετών, διότι εισέφερε στο δίκτυο της εναγομένης τους αναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή πελάτες, τους οποίους διατήρησε η τελευταία.

Ότι, τέλος, εξαιτίας της καταχρηστικής και περιοριστικής του ανταγωνισμού συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της προσβολής της προσωπικότητας του και ειδικότερα της φήμης, της αξιοπιστίας και της παρεμπόδισης της επαγγελματικής ανάπτυξης του στην αγορά, για την αποκατάσταση της οποίας έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 400.000 ευρώ.

Στη συνέχεια ζήτησε ο ενάγων, αφού περιόρισε το αίτημα της αγωγής της, τα εξής: Α). 1) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, μετά από δήλωση του ίδιου για συμψηφισμό της αξίωσης του με ανταπαίτηση της εναγομένης ποσού 351.963 ευρώ, το ποσό των 50.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το υπόλοιπο των 871.551,60 ευρώ ευρώ, άλλως των 638.440,63 ευρώ, από το συνολικό ποσό των 1.277.514,60, άλλως των 1.040.403,63 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της υπολογιζόμενης σε ποσοστό 18%, άλλως 16,5%, εύλογης αμοιβής, την οποία δικαιούται να εισπράξει, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178, 174, 288 ΑΚ και 5 παρ. 2 του π.δ. 219/1991, λόγω ακυρότητας της σχετικής με την αμοιβή της ρήτρας, ενόψει αντίθεσης αυτής στα χρηστά ήθη και στο νόμο, επικουρικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, επειδή δεν έγινε με δίκαιη κρίση ο μονομερής καθορισμός της αμοιβής της από την εναγομένη, επικουρικότερα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, λόγω αντίθεσης της ρήτρας καθορισμού της αμοιβής του στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνακόλουθης ακυρότητας αυτής, ακόμη επικουρικότερα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2α του ν.703/1977 και 174 ΑΚ, λόγω καθορισμού της αμοιβής της με καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνακόλουθα ακυρότητας της ρήτρας αυτής, και τέλος, με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, λόγω αντίθεσης προς τη διάταξη αυτή της πιο πάνω ρήτρας καθορισμού της αμοιβής της. 2) Επικουρικά, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 353.340,64 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της εισπραχθείσας αμοιβής της και του κόστους διανομής των προϊόντων, κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ και επικουρικά με βάση ης διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, το ποσό των 50.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το υπόλοιπο των 766.526,70 ευρώ, άλλως των 532.341,20 ευρώ, από το συνολικό ποσό των 816.526,70, άλλως των 582.341,20 ευρώ, που αντιπροσωπεύει τα διαφυγόντα κέρδη του των επόμενων πέντε ετών από την καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της ένδικης σύμβασης, τα οποία δικαιούται, α) λόγω της αδικοπρακτικής ευθύνης της τελευταίας, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 1 του ν. 146/1914, ενόψει άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της επίμαχης σύμβασης, που έγινε με το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού για την υφαρπαγή της πελατείας που ο ίδιος δημιούργησε και την εκτόπιση του από την αγορά, επικουρικά με βάση ης διατάξεις των άρθρων 914, 281 και 288 ΑΚ, ενόψει του παράνομου και καταχρησηκού χαρακτήρα της καταγγελίας, επικουρικότερα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ και ακόμη επικουρικότερα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ενόψει της καταχρησηκής εκμετάλλευσης εκ μέρους της εναγομένης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης με την αιφνίδια και αδικαιολόγητη καταγγελία και της διακοπής της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης του με την ίδια και β) λόγω της ενδοσυμβατικής ευθύνης της, ενόψει της αντίθεσης της καταγγελίας στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και της συνακόλουθης ακυρότητας της και της περιέλευσης της εναγομένης σε υπερημερία (343 ΑΚ).

Γ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των 50.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί on του οφείλει για την ίδια αιτία το υπόλοιπο των 519.066,34 ευρώ (με βάση ποσοστό 18%), άλλως το ποσό των 471.644,14 ευρώ (16,5%), άλλως το ποσό των 263.563,42 ευρώ (με βάση ης καταβληθείσες αμοιβές) από το συνολικό ποσό των 569.066,34, 521.164,40 και 313.563,42 ευρώ αντίστοιχα, με βάση ης διατάξεις 9 παρ.1 του π.δ. 219/1991 και 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007.

Δ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τοποσό των 50.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει για την ίδια αιτία, το ποσό των 350.000 ευρώ, ως χρημαηκή ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με βάση ης διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 2α του ν. 703/1977, 57, 59, 281, 914, 919 και 932 ΑΚ.

Το Εφετείο έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την αγωγή αυτή, 1) ως προς το κεφάλαιο με στοιχ. ΑΙ, που αναφέρεται στις αξιώσεις του ενάγοντος για επιδίκαση εύλογης αμοιβής, η οποία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της υπολογιζόμενης σε ποσοστό 18%, άλλως 16,5%, εύλογης προμήθειας του, ως διανομέα, απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, και 2) ως προς το κεφάλαιο με στοιχ.

Α2, που αναφέρεται στην αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση του ποσού των 353.340,64 ευρώ, ως διαφοράς μεταξύ της εισπραχθείσας αμοιβής του και του κόστους διανομής των προϊόντων, νόμιμη κατά την κύρια βάση (297, 298, 919 ΑΚ) και μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω της επιβοηθητικής φύσης από ουσιαστική πλευρά της αξίωσης αυτής.

Ειδικότερα, αναφορικά με το κεφάλαιο με στοιχ. ΑΙ, δέχθηκε τα εξής: " Ο ενάγων δεν προσδιόριζε και δεν εξειδίκευε στην ιστορική βάση της αγωγής του με πληρότητα : α) Τη συνηθισμένη αμοιβή που καταβαλλόταν στην περιοχή του Νομού Κορινθίας, όπου ασκούσε ο ενάγων την εμπορική του δραστηριότητα , κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος της επίδικης σύμβασης, από την εναγόμενη για τη διανομή των προϊόντων της (γαλακτοκομικών και χυμών) από άλλους διανομείς.

Επιπλέον, δεν αναγραφόταν η συνηθισμένη αμοιβή που καταβαλλόταν στην περιοχή κατά την ίδια κρίσιμη περίοδο από άλλες ανταγωνιστικές εταιρείες για τη διανομή παρόμοιων προϊόντων, στην περίπτωση δέ έλλειψης τέτοιων στοιχείων, τα αναγκαία εκείνα στοιχεία που είχαν σχέση με την επίδικη σύμβαση και αποτελούν κρίσιμα κριτήρια για τον καθορισμό της εύλογης αμοιβής, β) Δεν ανέφερε τα αναγκαία περιστατικά που συγκροτούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης αφενός και της ζημίας αφετέρου, προϋπόθεση για τη θεμελίωση κάθε αξίωσης αποζημίωσης, ενδοσυμβατικής ή εξωσυμβατικής.

γ) Σε περίπτωση έλλειψης της επίμαχης συνηθισμένης αμοιβής, δεν ανέγραφε τα αναγκαία στοιχεία που σχετίζονται με την επίδικη σύμβαση διανομής και αποτελούν τα κρίσιμα κριτήρια για τον καθορισμό της ζητούμενης εύλογης αμοιβής. Ειδικότερα, δεν αναγράφονταν στην αγωγή: αα. Οι επενδύσεις, που πραγματοποιήθηκαν από τον ενάγοντα στο πλαίσιο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης για τη δημιουργία υλικοτεχνικής υποδομής (κτίρια, γραφεία, φορτηγά, ψυγεία, μηχανογραφικό σύστημα κλπ.), από το έτος 2003 (χρόνος έναρξης της συνεργασίας των διαδίκων) και εφεξής, ββ.

Τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης του, ήτοι ο αριθμός των απαιτούμενων υπαλλήλων για τη διακίνηση των προϊόντων της εναγομένης, το αντικείμενο της εργασίας τους, το ύψος της μηνιαίας αμοιβής τους, αναφορά των δαπανών κίνησης των φορτηγών καθημερινά και των' εξόδων συντήρησης τους, κατάσταση των πάγιων εξόδων ανά μήνα (ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, τηλέφωνο κλπ.) και των δαπανών για αναλώσιμα κλπ.

γγ. εξειδικευμένα τα έξοδα που δεν αναγνωρίζονται φορολογικά με αναφορά στο είδος κάθε τέλους και φόρου και το αναλογούν ποσό για κάθε επιμέρους φόρο και τέλος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά απέρριψε ως αόριστη την επίμαχη αγωγή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα εκτιθέμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της κατά την έκταση αυτή.

Η αοριστία αυτή δεν αποτρέπεται και με την εκδοχή ότι περιέχονται με πληρότητα στην αγωγή τα περιστατικά που συγκροτούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης αφενός και της ζημίας αφετέρου, αφού επαρκώς επιστηρίζεται στις υπόλοιπες επισημαινόμενες ελλείψεις. Εξάλλου, αναφορικά με την ιστορούμενη βάση από το άρθρο 5 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 για τη θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για εύλογη αμοιβή της, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και με την εκδοχή που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι η σχετική αξίωση της στηρίζεται στη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του π.δ. 219/1991, σύμφωνα με την οποία, ελλείψει συνηθισμένης αμοιβής στον τόπο δραστηριότητας του διανομέα, ο τελευταίος δικαιούται αμοιβή, που καθορίζεται με βάση τα σχετιζόμενα με την εμπορική πράξη στοιχεία, η αοριστία της αγωγής εξακολουθεί να υφίσταται, αφού, όπως έχει προαναφερθεί, η στηριζόμενη στη διάταξη αυτή αξίωση του διανομέα, προϋποθέτει, εκτός των άλλων, την έλλειψη σχετικώς εμπορικών συνηθειών στον τόπο της δραστηριότητας του, στοιχείο όμως για το οποίο δεν γίνεται καμιά αναφορά στην αγωγή.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΙΊολΔ, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 298, 178, 288, 371, 914, 919 ΑΚ, 2α του ν. 703/1977, του αριθμού 14, με το να κηρύξει απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή του κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα εκτιθέμενα σ' αυτήν στοιχεία, και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου κώδικα, διότι, κατά το αναιρετήριο, δεν έλαβε υπόψη το στηριζόμενο στο άρθρο 5 παρ.2 εδ.

τελευταίο του π. δ. 219/1991 αγωγικό ισχυρισμό για τη θεμελίωση της πιο πάνω αξίωσης του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 συνάγεται ότι από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 στοιχ.α του τελευταίου άρθρου αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ' της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημίωσης του κοινού δικαίου την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος .

Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξίωσης του εμπορικού αντιπροσώπου απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία.

Επομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο αποκλειστικός διανομέας, δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα.

Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα που ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περίπτωση σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ. 3 κα 4 του π.δ. 219/1991.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζητούμενο με την αγωγή του ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης.

Επομένως, δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή τα καθαρά κέρδη. Όμως, τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια και η επίκληση των κονδυλίων αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε την επίμαχη αγωγή, ως προς το κεφάλαιο με στοιχ. Β, που αναφέρεται στην αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση των διαφυγόντων κερδών του κατά την πενταετία από την καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της ένδικης σύμβασης, συνολικού ποσού 816.526,70, άλλως 582.341,20 ευρώ, λόγω αδικοπρακτικής και ενδοσυμβατικής ευθύνης της τελευταίας, απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την αξίωση διαφυγόντων κερδών του πρώτου εξαμήνου, και μη νόμιμη, ως προς την αξίωση του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος, δεχόμενο τα εξής: "Ο προσδιορισμός του ύψους των φερόμενων ως διαφυγόντων κερδών, που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα του εξαμήνου από την καταγγελία, καθίστατο αδύνατος, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ύψος αυτών δεν μπορεί να εξευρεθεί με τη διαίρεση του συνολικά ζητούμενου ποσού με τον αριθμό των μηνών του όλου χρονικού διαστήματος (μέσος όρος), καθόσον είναι ενδεχόμενο στο χρονικό αυτό διάστημα (του εξαμήνου από την καταγγελία) να αντιστοιχούσαν διαφυγόντα κέρδη υψηλότερα του αναλογούντος μέσου όρου, ενώ δεν προσδιορίζονταν συγκεκριμένα περιστατικά ούτε αναφέρονταν ειδικές περιστάσεις και τυχόν ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, που θα καθιστούσαν πιθανό το φερόμενο ως απωλεσθέν κέρδος με βάση την αμοιβή του 18% άλλως του 16,5%, δηλαδή κατά το εν λόγω εξάμηνο, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αφενός μεν θα πραγματοποιούσε τον ίδιο τζίρο με αυτόν του τελευταίου προς της καταγγελίας έτους, αφετέρου θα είχε επιτύχει την αύξηση του ποσοστού της αμοιβής του από το 9,91% στο 18%, άλλως στο 16,5% ...Κατά το μέρος που αφορά το χρονικό διάστημα πέραν του εξαμήνου της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, ήτοι από 25.7.2009 μέχρι 24.1.2014, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αναφορικά με την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης (αρθρ. 9 § Ι π.δ.219/1991), διότι η επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ήταν αόριστου χρόνου, με επακόλουθο η σχετική αξίωση του προς ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας για τα διαφυγόντα κέρδη, λόγω επικαλούμενης υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης προμηθεύτριας, να είναι νόμιμη μόνο για τις κάθε φύσης προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε, όχι για όσο χρόνο επιθυμούσε, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η νόμιμη προθεσμία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί κατά τις σχετικέ;

διατάξεις του π.δ.219/1991, η οποία στην προκείμενη περίπτωση ήταν εξάμηνη. Επιπρόσθετα, η ανωτέρω αξίωση για το ίδιο χρονικό διάστημα, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις νομικές βάσεις της αδικοπραξίας (κύρια και επικουρικές) είναι επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη, για τους εξής λόγους: Μολονότι ο διανομέας, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής από τον εντολέα, δικαιούται να ζητήσει και περαιτέρω αποζημίωση για την προκληθείσα θετική και αποθετική περιουσιακή ζημία του, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ωστόσο, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση αυτή, ως αόριστης διαρκείας, λύεται ελεύθερα, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της εξάμηνης προθεσμίας, χωρίς η παράβαση της σχετικής διάταξης να συνιστά αδικοπραξία, η αποθετική ζημία του ενάγοντος διανομέα δεν μπορούσε να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας από την εξακολούθηση-λειτουργία της συμβάσεως και πέραν του εξαμήνου, αφού η καταγγελία, έστω και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού κλπ., δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου επιφέρει οπωσδήποτε, σε κάθε περίπτωση, τη λύση της σύμβασης, με επακόλουθο η σχετική αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο του εξαμήνου, να εδράζεται, πλέον, επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Συγκεκριμένα, ερείδεται επί της επικαλούμενης από τον ενάγοντα απλής προσδοκίας συνέχισης της αόριστου χρόνου σύμβασης αποκλειστικής διανομής επί πέντε ακόμη έτη, η οποία, ωστόσο, δεν δικαιολογείται, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η εναγόμενη δεν είχε ούτε νομική ούτε και συμβατική υποχρέωση για την περαιτέρω συνέχιση της για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αλλά είχε δικαίωμα να καταγγείλει και, συνακόλουθα, να λύσει την ένδικη σύμβαση ελεύθερα και οποτεδήποτε, χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη, πέραν της εξάμηνης, προθεσμίας".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών του πέραν του εξαμήνου χρονικού διαστήματος από την καταγγελία της επίμαχης σύμβασης, ύστερα από ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 297, 298, 361, 330, 914, 919 ΑΚ, 1 του ν. 146/1914, 2α του ν. 703/1977, 4 παρ. 2, 8 παρ. 4, 9 παρ.1γ του π.δ. 219/1991, στις οποίες, με βάση το ιστορικό της αγωγής, επιχειρείται η στήριξη της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, κατά διαδοχική σειρά, λόγω άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της επίμαχης σύμβασης, που έγινε με το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού για την υφαρπαγή της πελατείας που ο ενάγων δημιούργησε και την εκτόπιση του από την αγορά, λόγω του παράνομου και καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, λόγω συνδρομής των όρων του άρθρου 919 ΑΚ και λόγω παραβίασης της διάταξης του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ενόψει της καταχρηστικής εκμετάλλευσης εκ μέρους της εναγομένης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης με την αιφνίδια και αδικαιολόγητη καταγγελία και τη διακοπή της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης του με την ίδια, αλλά και της ενδοσυμβατικής ευθύνης αυτής λόγω της αντίθεσης της καταγγελίας στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και της συνακόλουθης ακυρότητας της και της περιέλευσης της εναγομένης σε υπερημερία (343 ΑΚ).

Η πιο πάνω αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη είτε από τη σύμβαση είτε από αδικοπραξία, που έχει ως αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο την καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της επίμαχης σύμβασης κατά τρόπο καταχρηστικό και εντελώς αδικαιολόγητο, περιορίζεται, όπως έχει προαναφερθεί, μόνο στο χρονικό διάστημα ενός εξαμήνου από την καταγγελία.

Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ουσιώδεις για το ζήτημα αυτό αγωγικούς ισχυρισμούς. Εξάλλου, ορθά έκρινε το Εφετείο, απαράδεκτη για λόγους νομικής αοριστίας την αγωγή, ως προς την αξίωση της ενάγουσας για τα διαφυγόντα κέρδη του εξάμηνου χρονικού διαστήματος από την καταγγελία της σύμβασης, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτή πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είναι ικανά αυτά και μόνο να επισύρουν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ Για να οδηγηθεί στην αμέσως παραπάνω κρίση του το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ουσιώδεις σχετικώς αγωγικούς ισχυρισμούς, δηλαδή και εκείνους που αναφέρονται στον προσδιορισμό της εύλογης αμοιβής του ενάγοντος σε ποσοστό 18% και επικουρικά σε 16,5% επί του συνολικού τζίρου.

Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, ως προς το πιο πάνω υπό στοιχείο Β κεφάλαιο της αγωγής του για διαφυγόντα κέρδη, υπέπεσε στην πλημμέλεια, α) του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και έκρινε μη νόμιμη την αξίωση του διαφυγόντων κερδών του πέραν του εξαμήνου από την καταγγελία της επίμαχης σύμβασης χρονικού διαστήματος, β) στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, διότι δεν έλαβε υπόψη τον προσδιοριστικό του πιο πάνω διαφυγόντος κέρδους της, με βάση το άρθρο 298 ΑΚ, αγωγικό ισχυρισμό, γ) του αριθμού 1, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και απέρριψε ως αόριστη την εν λόγω αξίωση διαφυγόντων κερδών για το εξάμηνο χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από αυτά που οι εν λόγω διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ απαιτούν (η επιπρόσθετη επίκληση στην περίπτωση αυτή προβολής νομικής αοριστίας και του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 14 δεν προσιδιάζει στο επίμαχο ζήτημα) και δ) στην πλημμέλεια του αριθμού 8 , διότι δεν έλαβε υπόψη, ως προς την τελευταία αυτή αξίωση διαφυγόντων κερδών του εξαμήνου, τα εκτιθέμενα στην αγωγή της στοιχεία που δικαιολογούν την αύξηση του ποσοστού της αμοιβής από 9,91% σε 18%, άλλως σε 16,5%.

Από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του πιο πάνω π.δ. 219/1991 συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ενός είδους εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεστεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο ή διανομέα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 16/2013).

Το ύψος της αποζημίωσης αυτής, δεν μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του στοιχ. β' της παρ. 1 του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, να υπερβεί το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο διανομέας κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της σύμβασης ή αν αυτή διήρκεσε λιγότερο χρόνο το μέσο όρο του χρόνου αυτού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ.1 εδ. α και 3 του ίδιου π.δ., με τις οποίες ορίζεται ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4, στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων, ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες κλπ., ότι η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 δεν οφείλεται:

α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, συνάγεται ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα, με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία).

Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πιότης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του Α.Κ.

γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε, ως προς το κεφάλαιο Γ', που αναφέρεται στην αξίωση αποζημίωσης πελατείας, μη νόμιμη την αγωγή, σε σχέση με τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής με βάση ποσοστό εύλογης αμοιβής, κυρίως 18% και επικουρικά 16,5%, και νόμιμη την ίδια αξίωση, προσδιοριζόμενη επικουρικότερα, με βάση τις πράγματι καταβληθείσες στον ενάγοντα διανομέα αμοιβές, στο ποσό των 313.563,42 ευρώ, και ως προς το κεφάλαιο Δ', που αναφέρεται στην αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, νόμιμη καταρχήν την αγωγή, με την εξαίρεση της στήριξης της αξίωσης αυτής στις διατάξεις του άρθρου 2α του ν. 703/1977, που καταργήθηκε αρχικά με το ν. 2837/2000, επαναδιατυπώθηκε με το αρθρ. 1 του ν. 3373/2005 και καταργήθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009.

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τις εν λόγω κριθείσες νόμιμες αξιώσεις, καθώς και εκείνη με στοιχ. Α2, που, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε επίσης νόμιμη, ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα εξής: "Δυνάμει άτυπης σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας αόριστου χρόνου, ανατέθηκε στον ενάγοντα, αρχικά υπό το εταιρικό σχήμα της εταιρείας "Ι.

Κ. - Γ.Μ. Ο.Ε." και στη συνέχεια από έτος 1.1.2003 στον ίδιο, από την εταιρία με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Γ ΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη εταιρία (με έδρα το …) η αποκλειστική διανομή όλων των προϊόντων της (γαλακτομικών και χυμών) στην περιοχή Κορίνθου. Σε πρώτο στάδιο, ο ενάγων είχε αναπτύξει συνεργασία με την ως άνω δικαιοπάροχο της εναγομένης "ΔΕΛΤΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε" από το έτος 1987, υπό την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι.Κ. - Γ.Μ.

Ο.Ε.", η οποία ήταν η αποκλειστική διανομέας όλων των προϊόντων της σε ολόκληρο τον νομό Κορινθίας, μέχρι την λύση της ενλόγω Ο.Ε. (31.12.2002). Σε δεύτερο στάδιο (μετά τη λύση της ίδιας Ο.Ε..), ο Νομός Κορινθίας διαμοιράστηκε μεταξύ των εταίρων και ο ενάγων, με σχετική συμφωνία της εναγομένης, ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της στις περιοχές Κορίνθου-Λουτρακίου, Λουτρών Ωραίας Ελένης και περιχώρων (τα χωριά από Εξαμίλια έως Χιλιομόδι), ενώ ο άλλος εταίρος ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της εναγομένης για τις περιοχές Βόχα, Κιάτου, Ξυλόκαστρου και Δερβενίου καθώς και τμήμα της Εθνικής οδού Κορίνθου-Πατρών.

Οι δύο ως άνω εμπορικές έννομες σχέσεις, που παρήχθησαν μετά την Ι .1.2003 μεταξύ της εναγομένης με κάθε ομόρρυθμο εταίρο ατομικά, δεν αποτελούσαν συνέχεια της προηγουμένης, η οποία συνέδεε την εταιρία ΔΕΛΤΑ και τη λυθείσα ομόρρυθμη εταιρία, όπως ο ενάγων ισχυρίζεται (υπό την έννοια της μεταβίβασης της σύμβασης, αρθρ. 455 επ.

και 471 επ., σε συνδυασμό με αρθρ. 361 ΑΚ), αλλά δύο νέες έννομες σχέσεις εμπορικής συνεργασίας, καθόσον δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε εκχώρηση και αναδοχή, κατόπιν συναίνεσης της "ΔΕΛΤΑ", δηλαδή μεταβίβαση της αρχικής έννομης σχέσης με την ενεργητική και παθητική της μορφή στους δύο πρώην εταίρους... Για τη δραστηριότητα του αυτή (ενάγοντος) η συμφωνημένη αμοιβή του συνίστατο σε ποσοστό 8% επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) αξίας των προϊόντων και προς τούτο εκδίδονταν από την εναγόμενη και τα σχετικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής επ' ονόματι του, πληρωτέα με πίστωση 15 ημερών καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ο δε ενάγων εξέδιδε και παρέδιδε στην αντίδικο του, χάριν καταβολής, αντίστοιχες τραπεζικές επιταγές.

Ως προς την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων της εναγομένης που αυτή καθόριζε, ο ενάγων δεσμευόταν, πλην, όμως, είχε το δικαίωμα να δίδει - πέραν όσων όριζε η αντισυμβαλλόμενη του - περαιτέρω ή πρόσθετη πίστωση ή έκπτωση στους πελάτες της περιοχής του, με επιβάρυνση του ιδίου. Επιπλέον, αν ο ενάγων επιτύγχανε τους προβλεπόμενους από σχετικές ετήσιες εγκυκλίους της εναγομένης τριμηνιαίους στόχους πωλήσεων, λάμβανε ποσοστό 3% επί του καθαρού τζίρου, που του αποδιδόταν στο τέλος του τριμήνου.

Με τις υπεραγορές (super markets, αλυσίδες καταστημάτων) η εναγόμενη κατάρτιζε απευθείας κύριες συμβάσεις με αυτές (ως προς τις εκπτώσεις, τον χρόνο πληρωμής τους κλπ.), για τις συναλλαγές που διενεργούσε ο ενάγων, ο οποίος λάμβανε ως αμοιβή ποσοστό 8% επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) αξίας των πωλούμενων προϊόντων, χωρίς ωστόσο να δικαιούται πρόσθετη αμοιβή (πριμ).

Στις ενλόγω υπεραγορές η εναγόμενη παρείχε εκπτώσεις, ανάλογα με τον ετήσιο τζίρο των προϊόντων της. Ως προς ορισμένες υπεραγορές ("ΚΑΣΙΜΗΣ Α.Ε", "ΠΕΝΤΕ Α.Ε", "ΚΑΡΦΟΥΡ - ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε", "DIA HELLAS Α.Ε", *Ά/Β ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε" και"Σ.ΠΑ.Κ Α.Ε") ο ενάγων διακινούσε απλώς τα προϊόντα της εναγομένης, χωρίς να τοποθετεί δικά του κεφάλαια , με επακόλουθο να παραδίδει στην αντισυμβαλλόμενη του τα σχετικά παραστατικά στοιχεία και όλες τις αντίστοιχες εισπράξεις του (σε μετρητά ή αξιόγραφα) από την πώληση των προϊόντων της.

Εν συνεχεία, ο ενάγων εκτελούσε μέσω του απασχολούμενου προσωπικού του το καθημερινό δρομολόγιο του με πέντε οχήματα, τα οποία διέθετε, προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου μεταπωλούσε τα επίμαχα προϊόντα στην πραγματική τους αξία, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια - δελτία αποστολής προς τους πελάτες (είτε επί πιστώσει είτε τοις μετρητοίς), με εξαίρεση τις υπεραγορές, όπου εξέδιδε πάντα επί πιστώσει τιμολόγια πώλησης για λογαριασμό της εναγομένης.

Από την επίμαχη σύμβαση ο ενάγων είχε ακόμη τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ήτοι όφειλε: α) Να φέρει στα φορτηγά του τα χρώματα και σήματα της εναγομένης, β) να διακινεί τα εμπορεύματα αποκλειστικά και μόνο εντός της παραχωρηθείσας εδαφικής περιοχής του, γ) να τηρεί καθήκον εχεμύθειας, δ) να μην συνεργάζεται με ανταγωνιστές της εναγομένης ή να διακινεί δικά τους εμπορεύματα, ε) να διαθέτει τις οριζόμενες - δυνάμει σχετικών εγκυκλίων της εναγόμενης - ποσότητες εμπορευμάτων, στόχος, που αν επιτυγχανόταν, επέφερε με πρόσθετη αμοιβή (πριμ), στ) να έχει τοποθετημένο στο φορτηγό του φορητό υπολογιστή, στον οποίο είχε καταχωρηθεί ηλεκτρονικά το πελατολόγιο του, στο οποίο είχε άμεση πρόσβαση η εναγόμενη, ζ) να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές, με επιθεώρηση εκ μέρους του των σημείων πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους, την καλή εμφάνιση τους.

Ήτοι, όφειλε εν γένει να προωθεί τα συμφέροντα της. Επιπρόσθετα, σε περίπτωση λήξης της ημερομηνίας ανάλωσης των προϊόντων ή μη διάθεσης τους από τον ενάγοντα , αυτά επιστρέφονταν στην εναγόμενη, εκτός αν από υπαιτιότητα του είχαν καταστραφεί, φθαρεί ή δεν είχαν συντηρηθεί σωστά ή ήταν ακατάλληλα προς χρήση...Η συμφωνημένη αμοιβή του ενάγοντος καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης (από 1.1.2003 μέχρι 25.1.2009) ήταν εύλογη, δοθέντος ότι αυτός ουδέποτε προέβαλε αντιρρήσεις εγγράφως στην εναγόμενη, συνεχίζοντας την επαγγελματική του συνεργασία με αυτήν, ως προς το ύψος του ποσοστού της, το οποίο κατά μέσο όρο ανερχόταν σε 10,8 (με τις πρόσθετες αμοιβές) επί του τιμολογίου προ ΦΠΑ, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι συνολικές προμήθειες του ανήλθαν στο ποσό των 2.161.925 Ε και ειδικότερα, α) στο ποσό των 333.805 Ε για το έτος 2003 (με ετήσιο τζίρο 3,076.937 Ε), β) στο ποσό των 376.825 € το έτος 2004 (με ετήσιο τζίρο 3.279.931 Ε), γ) στο ποσό των 385.011 € το έτος 2005 (με ετήσιο τζίρο 3.378.954 Ε), δ) στο ποσό των 369.493 € το έτος 2006 (με ετήσιο τζίρο 3.461.836€, ε) στο ποσό των 378.612 € το έτος 2007 (με ετήσιο τζίρο 3.518.855€ στο ποσό των 378.612€ το έτος 2007, στ) στο ποσό των 317.279 € το έτος 2008 (με ετήσιο τζίρο 3.351.540 Ευρώ), σύμφωνα με τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σχετικό πίνακα με τις προμήθειες του ενάγοντος κατά τα ως άνω έτη, όπως έχει εξαχθεί από τα επίσημα βιβλία της εναγόμενης).

Το καθαρό περιθώριο κέρδους του ενάγοντος ως διανομέα της εναγομένης ανερχόταν σε ποσοστό 2-3%, το οποίο ήταν εύλογο, καθόσον το κόστος διανομής ανερχόταν περίπου στο ποσοστό του 8%, ενώ ο τζίρος του ήταν κατά μέσο όρο ανοδικός, με επακόλουθο η επιχειρηματική του δραστηριότητα να είναι επικερδής. Από το αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη προέβη σε εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της στον τομέα της γαλακτοβιομηχανίας επιβάλλοντας μονομερώς το ποσοστό της αμοιβής του ενάγοντος, ύψους - κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς 9,91% , αποσκοπώντας κατά τον τρόπο αυτόν στη μεγιστοποίηση των κερδών της εις βάρος του.

Τούτο προκύπτει από το ότι ο ενάγων μετά τη λύση της ομόρρυθμης εταιρίας "Ι. Κ. - Γ.Μ. OΕ" με δική του πρωτοβουλία επέτυχε, αφενός να συνεργασθεί εκ νέου με την εναγόμενη, αφετέρου με τους ίδιους συμβατικούς όρους, έχοντας γνώση του ποσοστού της αμοιβής του, αλλά και του κόστους της διανομής του καθώς επίσης και των λοιπών οικονομικών όρων, αφού δραστηριοποιούνταν στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων από το έτος 1987 (με το σχήμα του ομόρρυθμου εταίρου της ως άνω εταιρείας).

Επιπρόσθετα, δεν αποδείχθηκε ότι η επίμαχη σύμβαση ήταν για τον ενάγοντα ζημιογόνος κατά τη διάρκεια της, δοθέντος ότι το συνολικό κόστος διανομής της, ύψους 1.921.157,76 (ήτοι, μέσος όρος 12,16 επί του συνολικού τζίρου του ενάγοντος, ύψους 15.807.398,48 €), υπερέβαινε τη συνολική καθαρή αμοιβή του, ύψους 1.219.404€. Τούτο επιρρωνύεται από το ότι θα συνιστούσε αντίφαση, αφενός μία εμπορική συνεργασία αόριστου χρόνου να καθίσταται ζημιογόνος για έναν συμβαλλόμενο, αφετέρου ο εν λόγω ζημιωθείς συμβαλλόμενος να εμμένει στη συνέχιση της σύμβασης, ενώ μπορεί να την καταγγείλει κατά πάντα χρόνο για σπουδαίο λόγο και να αποδεσμευθεί.

Κατόπιν αυτών, η πρώτη επικουρική αγωγική αξίωση περί αποζημίωσης, ύψους 353.340,64 ευρώ, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ακολούθως, η εναγόμενη με την από 22.1.2009 εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στον ενάγοντα την 24.1.2009, κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους άτυπη συνεργασία αποκλειστικής διανομής αόριστου χρόνου, χωρίς να τηρήσει καμία προθεσμία.

Η εναγόμενη επικαλούνταν στην εν λόγω καταγγελία της υπαίτια εκ μέρους του ενάγοντος παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και ειδικότερα των συμβατικών οικονομικών όρων. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, επειδή ο ενάγων κατέστη υπερήμερος παραβιάζοντας, κατ' επανάληψη, την υποχρέωση του να παραδίδει σ' αυτήν επιταγές 15 ημερών προς εξόφληση των πιστωμένων πωληθέντων προϊόντων της, δοθέντος ότι της παρέδιδε επιταγές 40 και πλέον ημερών, με επακόλουθο το χρεωστικό του υπόλοιπο να ανέλθει κατά τον χρόνο της καταγγελίας στο ποσό των 704.350,05 ε (με την εξαίρεση του χρεωστικού υπολοίπου των super markets ως προς τα οποία ίσχυε άλλο καθεστώς).

Η καθυστέρηση παράδοσης επιταγών πέραν των 15 ημερών εκ μέρους του ενάγοντος προς την αντίδικο του είχε επισημανθεί από το θέρος του έτους 2008, οπότε οι διάδικοι επιχείρησαν τη διευθέτηση του εν λόγω προβλήματος, με διαδοχικές συναντήσεις τους τον Οκτώβριο του 2008, οι οποίες, ωστόσο, απέβησαν άκαρπες. Επιπλέον, προέκυψε ότι ο ενάγων καθυστερούσε την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του στην εναγόμενη, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, επειδή εκείνη τη χρονική περίοδο είχε επενδύσει κεφάλαια σε μια νέα επιχειρηματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα στον τομέα των κατασκευαστικών έργων.

Η θέση αυτή ενισχύεται από το ότι εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 14/2009 και 528/2009 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αντίστοιχα, κατόπιν σχετικών αιτήσεων της εναγόμενης εναντίον του ενάγοντα για απαιτήσεις της, ύψους 115.000 € και 230.000 € αντίστοιχα, οι οποίες απέρρεαν από ακάλυπτες τραπεζικές επιταγές, που είχε εκδώσει ο ενάγων εις διαταγή της αντιδίκου του με ημερομηνίες έκδοσης από το Δεκέμβριο του 2008 και εφεξής.

Οι επίμαχες τραπεζικές επιταγές, όταν είχαν εμφανισθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να υποβάλει σχετικές εγκλήσεις εις βάρος του αντιδίκου της στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και Κορίνθου, αντίστοιχα, για τις αξιόποινες πράξεις της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και της απάτης.

Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η επίδικη καταγγελία έλαβε χώρα αδικαιολόγητα από την εναγόμενη, χωρίς να τηρηθεί ορισμένη προθεσμία, με σκοπό την απόσπαση από αυτήν της πελατείας του (360 λιανοπωλητών, με την εξαίρεση των supermarkets) και την εκτόπιση του από την αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.

Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δημιούργησε την πεποίθηση στον ενάγοντα ότι δεν θα έλυε εκτάκτως τη σύμβαση, αλλά ότι θα συνέχιζε τη συνεργασία και το όποιο χρέος θα εξοφλούνταν με τα έσοδα από την επόμενη χρήση. Ενόψει αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας της επίδικης καταγγελίας κρίνεται ως αβάσιμος.

Αντίθετα, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε τη λήξη της και αναγόταν σε υπαιτιότητα του ενάγοντος κατά τα προεκτεθέντα, με επακόλουθο τη μη αναγκαιότητα τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 § 4 του ΠΔ 219/1991 προθεσμίας τακτικής καταγγελίας.

Συνεπεία των ανωτέρω, η αγωγική αξίωση περί αποζημίωσης πελατείας του ενάγοντος κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγόμενης, με νομικό έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 9 § 3 περ. α', σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 § § 4 και 8 του ΠΔ 219/1991. Περαιτέρω, ο όρος περί αμοιβής του ενάγοντος καθώς και όλοι οι όροι που ρύθμιζαν την επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή ο καθορισμός της ανώτατης τιμής μεταπώλησης από την εναγόμενη, η κατανομή των αγορών, η απαγόρευση των παθητικών πωλήσεων σε άλλες περιοχές από αυτήν στην οποία δραστηριοποιούνταν ο ενάγων, η υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας των γαλακτοκομικών προϊόντων από την εναγόμενη και η απαγόρευση διακίνησης ανταγωνιστικών προϊόντων, δεν επιβλήθηκαν στον ενάγοντα μονομερώς από την εναγομένη ούτε εξαιτίας καταχρηστικής εκμετάλλευσης από την τελευταία της οικονομικής εξάρτησης του από αυτήν, δοθέντος ότι ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων και συνακόλουθης συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών.

Εξάλλου, ο καθορισμός από την εναγόμενη ανώτατης τιμής μεταπώλησης των προϊόντων της δεν αποτελεί περιορισμό του ανταγωνισμού, ενώ δεν προέκυψε ότι ο καθορισμός αυτός υποκρύπτει εναρμονισμένη πρακτική κατά του θεμιτού ανταγωνισμού. Ο ενάγων κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας του με την εναγόμενη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία σχετικά με τους όρους αυτούς, ούτε επιπλέον ζήτησε την τροποποίηση ή κατάργηση τους, αλλά ούτε υπέστη οποιαδήποτε ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με τους όρους αυτούς.

Σε κάθε περίπτωση, οι όροι αυτοί εντάσσονταν στο πλαίσιο της διαμόρφωσης και οργάνωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης ως προμηθεύτριας εταιρείας και στόχευαν στην επίτευξη της οικονομικής της πολιτικής και στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της. Επιπρόσθετα, η πιο πάνω καταγγελία της σύμβασης έγινε για σπουδαίο λόγο και αποτελούσε μία αντικειμενικά προβλέψιμη από τον ενάγοντα συναλλακτική δυνατότητα της εναγομένης, η οποία, με βάση τη δεδομένη - κατά τα προεκτεθέντα -αντισυμβατική συμπεριφορά του, έγινε προς το εμπορικό της συμφέρον και ως εκ τούτου δεν ήταν καταχρηστική, ήτοι δεν υπερέβη τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος της.

Επιπλέον, η εν λόγω καταγγελία της σύμβασης δεν αποτελεί πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού δεν έγινε με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αντίθετες στα χρηστά ήθη, με σκοπό την εκμετάλλευση του μόχθου και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων διανομέας, αλλά και με σκοπό ανταγωνισμού. Κατόπιν αυτών, η αγωγική αξίωση περί χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος λόγω ηθικής του βλάβης είναι απορριπτέα, α) ως προς την κύρια νομική βάση της (αρθρ. 1 του Ν. 146/1914 και 932 ΑΚ), β) ως προς τις επικουρικές (αρθρ. 281, 914 και 932 ΑΚ, ή 919, 932 ΑΚ, ή 1 0 1 § 1 της ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με αρθρ. 1 του Ν. 703/1977, 914 και 932 ΑΚ), αφού, αφενός οι επίμαχοι συμβατικοί όροι δεν είναι παράνομοι, αφετέρου ουδεμία - από την εφαρμογή τους - ζημία προκλήθηκε στον ενάγοντα, συνδεόμενη αιτιωδώς με την εφαρμογή των ως άνω όρων και τη συμπεριφορά της εναγόμενης.

Επιπλέον, η ίδια αξίωση είναι απορριπτέα και ως προς τη νομική της βάση που εδράζεται στην προσβολή της προσωπικότητα του ενάγοντος (αρθρ. 57, 59 ΑΚ), δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα του ενάγοντος βλάπτοντας την ατομική επιχείρηση του, την υπόληψη και τη φήμη του" Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, ενόψει και της προπαρατεθείσας νομικής σκέψης, ορθά απέρριψε ως μη νόμιμη την επίμαχη αξίωση αποζημίωσης πελατείας, σε σχέση με τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτού με βάση ποσοστό εύλογης αμοιβής (κυρίως 18% και επικουρικά 16,5%), ύστερα από ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991.

Ακόμη σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3α του εν λόγω π.δ. και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπολογιζόμενη επικουρικά, με βάση την πράγματι καταβληθείσα στην ενάγουσα αμοιβή, αξίωση αποζημίωσης πελατείας, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης για καταγγελία της επίμαχης σύμβασης, λόγω υπαιτιότητας του ενάγοντος, η οποία δικαιολογούσε καταγγελία κατά πάντα χρόνο, αφού διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, τόσο ως προς τη φύση και το χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης, όσο και ως προς την υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος, που δικαιολογούσε κατά πάντα χρόνο καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης.

Εξάλλου, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο τις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5 και 8 παρ. 1 του πδ.219/1991 και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την υπό στοιχ. Α2 αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση του ποσού των 353.340,64 ευρώ, ως διαφοράς μεταξύ της εισπραχθείσας αμοιβής του και του κόστους διανομής των προϊόντων με επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η κρίση του Εφετείου, ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα, ότι η συμφωνημένη αμοιβή του ενάγοντος καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης (από 1.1.2003 μέχρι 25.1.2009) ήταν εύλογη, για την οποία αντλεί επιχείρημα από το γεγονός ότι αυτός ουδέποτε προέβαλε αντιρρήσεις εγγράφως στην εναγόμενη, δεν ενέχει και παραδοχή ότι απαιτείται η σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή η πιο πάνω διαμαρτυρία να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο.

Περαιτέρω, ως προς την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 57, 59, 281, 914, 919 και 932 ΑΚ και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την εν λόγω αξίωση, με επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες. Για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο, ως προς τις προαναφερόμενες αξιώσεις, έλαβε υπόψη, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις 602 και 603/2009 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κορίνθου (ρητώς μνημονεύονται).

Συνακόλουθα είναι αβάσιμοι οι δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αναφορικά με το κεφάλαιο Α2, για επιδίκαση του ποσού των 353.340,64 ευρώ, ως διαφοράς μεταξύ της εισπραχθείσας αμοιβής του και του κόστους διανομής των προϊόντων, τις διατάξεις των άρθρων 919 σε συνδυασμό προς διατάξεις των άρθρων 5 και 8 παρ. 1 του π'.δ. 219/1991, αναφορικά με το κεφάλαιο Γ' για επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 και 3α του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 281 και 288 ΑΚ, και αναφορικά με το κεφάλαιο Δ' για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 146/1914, 57, 59, 281, 914, 919 και 932 ΑΚ και διότι διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α και γ, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Περαιτέρω η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την ενάγοντα ισχυρισμό, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει, ως αντένσταση, για έκπτωση της εναγομένης από το δικαίωμα καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, λόγω μη άσκησης του, σύμφωνα με τις επιταγές των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, μέσα σε εύλογο χρόνο από τη γνώση του σπουδαίου λόγου, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, ο ισχυρισμός αυτός έχει αξιολογηθεί, είναι απαράδεκτη, διότι τα σχετικώς εκτιθέμενα περιστατικά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της προαναφερόμενης από το άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991 ένστασης της εναγομένης και όχι αντένσταση.

Ακόμη, η προβαλλόμενη με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, σε σχέση με το κεφάλαιο για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2α του ν.703/1977, αναφορικά με την απαγόρευση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, την οποία αρνήθηκε να εφαρμόσει, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητάς της, είναι αλυσιτελής, ενόψει του ότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχεται επάλληλα αιτιολογία για έλλειψη τέτοιας εκμετάλλευσης του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, που στηρίζει αυτοτελώς το σχετικό απορριπτικό διατακτικό.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε σιωπηρά ότι δεν παράγεται δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση από την τελεσίδικη απόφαση 559/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη πανελληνίως απαγόρευε τις παθητικές πωλήσεις και καθόριζε περιοριστικές του ανταγωνισμού τιμές μεταπώλησης.

Η αναιρετική αυτή αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου με τέτοιο δεδικασμένο. Η προβαλλόμενη στη συνέχεια επικουρικά αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό περί δεδικασμένου είναι απαράδεκτος, διότι το εν λόγω επικαλούμενο δεδικασμένο δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της ένδικης υπόθεσης και συνακόλουθα δεν καλύπτονται οι διαγραφόμενες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέσεις.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων ευρώ (300€), που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το περί τούτου αίτημά τους (αρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2012 αίτηση αναίρεσης και τους από 6-11-2013 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθ.6166/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων ευρώ (300€), που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην ενιαία δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ