165/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated165/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ό ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ χωρίς τη σωματική στο ακίνητο επενέργεια μπορεί να υπάρχει όχι πράξη άσκησης νομής, αλλά μόνο προπαρασκευή της τελευταίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 165 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 165/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Του αναιρεσίβλητου: Μ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία Γκιζάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 227/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/2/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 4/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολο της από 27-2-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αρ. 227/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, κάποιος αποκτά κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ'αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η πώλησή του (άρθρο 513 ΑΚ), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ακίνητο για μία δεκαετία, ενώ με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, όπου απαιτείται προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας.
Άσκηση δε νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι πράξεις φυσικής εξουσίασης του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξη του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεων του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξη του στο σχέδιο πόλεως και, εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομιάς και η μεταγραφή της, η καταβολή του φόρου κληρονομιάς κ.ά.
χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ό ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ χωρίς τη σωματική στο ακίνητο επενέργεια μπορεί να υπάρχει όχι πράξη άσκησης νομής, αλλά μόνο προπαρασκευή της τελευταίας.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του με αριθμό …/2003 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Φαρμακίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης (στον τόμο … και με αυξ.
αριθ. …), μεταβιβάστηκε στο ενάγοντα η κυριότητα, νομή και κατοχή ενός οικοπέδου εμβαδού 115,00 τ.μ., μετά της επ' αυτού πεπαλαιωμένης ισόγειας οικίας που βρίσκεται στην περιοχή-ενορία του Ιερού …(στο …) της νήσου Σύμης και συνορεύει Βόρεια με δημόσιο δρόμο, Νότια με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικά με ιδιοκτησία Α.
Π. και Δυτικά με δημόσιο δρόμο. Το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα από τη θεία του Ε. Τ., στην οποία είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά, κατά το έτος 1950, της μητέρα της Α. συζ. Μ. Τ., το γένος Μ. και Ε. Ζ. Στην τελευταία είχε περιέλθει ως προίκα, δυνάμει του από 20 Δεκεμβρίου 1913 εγγράφου προικοκαταλογου, ο οποίος φέρει επικύρωση από τον Αρχιερατικό Επίτροπο κατά τα τότε κρατούντα στη Σύμη και έχει καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο με αριθμό 122/ Δεκέμβριος 1913.
Στον εν λόγω προικοκατάλογο το ακίνητο περιγράφεται ως "...Μία οικία εις την ενορία ..., ανώγιον και κατώγιον, με μαγειρείον και αυλήν...". Η Ά. Τ. απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος έφυγε από τη Σύμη το έτος 1926 και εγκαταστάθηκε στο .... Άφησε τα κλειδιά της οικίας της στη Μ. Σ., για να τη φροντίζει, αφού είχε αφήσει εκεί την οικοσκευή της και άλλα έπιπλα, επικοινωνούσε δι' αλληλογραφίας μαζί της και επισκεπτόταν το ακίνητο σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Περί το έτος 1935 παραχώρησε την οικία σε κάποιον Ζ. που έφευγε για την Αμερική, για να αποθηκεύσει τα ξυλουργικά του εργαλεία. Η διώροφη οικία που υπήρχε στο ακίνητο καταστράφηκε από βομβαρδισμούς τα έτη 1940-1945 κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είχε δε χαρακτηριστεί επικίνδυνη σύμφωνα με τη συνταχθείσα από 1-3-1966 έκθεση του Μ.
Κ., Πολιτικού Μηχανικού της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων Δωδεκανήσου, που κοινοποιήθηκε στην τότε κυρία του ακινήτου Ά. Τ.. Η τελευταία δε είχε κληθεί δυνάμει του από 9.11.1955 εγγράφου της εκδικαστικής επιτροπής του άρθρου 1 του Ν.3295/1955, προκειμένου να υποστηρίξει αξίωση αποζημίωσης, λόγω της καταστροφής της οικίας από τους βομβαρδισμούς.
Με άτυπη δωρεά μεταβίβασε στην κόρη της Ε. Τ., το έτος 1950, τη νομή του ακινήτου και η τελευταία το επισκεπτόταν συχνά κυρίως τα καλοκαίρια, μερικές φορές μαζί και με την αδελφή της Σ. Ξ., επέβλεπε και συντηρούσε το ακίνητο, τοποθέτησε ξύλα στα παράθυρα και υποστυλώματα στους εξωτερικούς τοίχους για να μην καταρρεύσουν, ανέθεσε την εμβαδομέτρηση του το έτος 1997,σε τοπογράφο-μηχανικό, προκειμένου να καταθέσει το τοπογραφικό διάγραμμα μαζί με τη δήλωση της ως κυρίας του ακινήτου στο Κτηματολόγιο.
Όπως προκύπτει δε από τις προσκομιζόμενες δήλωση φόρου και περιουσίας έτους 1982, δηλώσεις στοιχείων ακινήτων 1995, 1997 και αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων ακινήτων οικονομικού έτους 2004, η Ε. Τ. δήλωνε το εν λόγω ακίνητο στην Εφορία ως κυρία αυτού. Δυνάμει δε του από 14-8-1981 ιδιωτικού συμφωνητικού είχε παραχωρήσει στον Λ.
Κ. το σπίτι της απέναντι από τον Άγιο Δημήτρη έως ότου το χρειαστεί. Το έτος 2003 δυνάμει του προαναφερομένου δωρητηρίου συμβολαίου μεταβίβασε αυτό στον ενάγοντα ανεψιό της. Στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο προσαρτήθηκε το με αριθμό πρωτοκόλλου .../14/05/2003 κτηματογραφικό απόσπασμα, που εκδόθηκε κατόπιν της από 14/05/2003 αίτησης της Ε.
Τ., στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο με αριθμό ΚΑΕΚ .... Η τελευταία δήλωσε στο Ελληνικό Κτηματολόγιο στις 6-7-1997 το εν λόγω ακίνητο και κατέθεσε και το από Ιούλιο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα συνταχθέν κατ' εντολή της από τον Κ. Χ., τοπογράφο-μηχανικό, στο οποίο περιγράφεται το οικόπεδο με αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-1), εμβαδά 119,75 τ.μ.
και εμβαδό καλυμμένου ισογείου 22,99 τμ. και όρια βόρεια με δημοτικό δρόμο, νότια με Κ. Μ., Ανατολικά με Π. Α. και Δυτικά με δημοτικό δρόμο, ευρισκόμενο απέναντι από IN. Αγίου Δημητρίου. Για το ίδιο ακίνητο συντάχθηκε κατ' εντολήν του ενάγοντος και το από Σεπτέμβριο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Λ., στο οποίο το οικόπεδο περιγράφεται με τα γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Α, με επιφάνεια 115 τ.μ. και εμβαδό ισογ. κτισμ. 92 τμ και ορόφου 44,30 τ.μ. με τα ίδια όρια. Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, με παράγωγο τρόπο με τη μεταβίβαση αυτού λόγω δωρεάς από την δικαιοπάροχο του Ε.
Τ., η οποία είχε γίνει κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1950 που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με άτυπη δωρεά, από την επίσης κυρία αυτού μητέρα της Ά. Τ. και εφεξής νεμόταν το ακίνητο ως κυρία, ασκώντας σ' αυτό αδιατάρακτα τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές υλικές πράξεις (συντήρηση, εποπτεία), ήτοι πλέον των είκοσι ετών και ως κυρία παρέδωσε τη νομή αυτού στον ενάγοντα, η οποία νομή προσμετράται στη δική του και έτσι έγινε αυτός κύριος και με πρωτότυπο τρόπο.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το έτος 2000 κατέλαβε το ένδικο ακίνητο και όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτ..../28.6.2006 κτηματογραφικό απόσπασμα, στις 17.11.2000 υπέβαλε δήλωση κυριότητας αυτού στο Κτηματολόγιο, προσκομίζοντας ως τίτλο κτήσης το με αριθμό .../9.5.1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ρόδου Βασιλείας Παπαβασιλείου Χρύση, μετά της διορθωτικής πράξης με αριθμό …/9-11-2000 της συμβολαιογράφου Σύμης Ευτυχίας Μαυρουδή και έλαβε ΚΑΕΚ ..., ίδιο δηλαδή με εκείνο της Ε.
Τ., της οποίας η δήλωση προηγήθηκε. Από τα προσκομιζόμενα διαγράμματα των προαναφερομένων τοπογράφων μηχανικών και εκείνων του Κτηματολογίου, στα οποία η θέση, το εμβαδόν, τα όρια και το περίγραμμα του ακινήτου συμπίπτουν, αναμφίβολα προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο, για το οποίο έχουν καταθέσει δηλώσεις στο Κτηματολόγιο η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ε.
Τ. και ο εναγόμενος, είναι το περιγραφόμενο στο μεταβιβαστικό τίτλο του ενάγοντος, του οποίου ο τελευταίος έχει γίνει κύριος και με έκτακτη χρησικτησία όπως προεκτέθηκε και το οποίο ο εναγόμενος κατέλαβε και δήλωσε στο Κτηματολόγιο ως δικό του. Μόνη η διαφοροποίηση του εμβαδού της ερειπωμένης οικίας στα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έγγραφα (τοπογραφικά διαγράμματα, κτηματολογικά αποσπάσματα, μεταβιβαστικό συμβόλαιο και στο δικόγραφο της αγωγής), δεν ασκεί ουσιαστική επιρροή στην ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, αφού η οικία ως συστατικό αυτού κατά την έννοια των άρθρων 953, 954 ΑΚ, ανήκει σ'αυτό (ακίνητο).
Δικαιολογείται δε η διαφορά του εμβαδού, από την εκάστοτε εμβαδομέτρηση της επιφανείας της οικίας, καθόσον στο από Ιούλιο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα μετρήθηκε το εναπομείναν καλυμμένο τμήμα του ακινήτου σε 22,99 τμ και αυτό αναγράφηκε στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο, στις περιουσιακές δηλώσεις και στην αίτηση στο Κτηματολόγιο, ενώ στο από Σεπτέμβριο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα μετρήθηκε η επιφάνεια της όλης οικίας ως ισογείου 92 τμ και ορόφου 44,30 τμ.
και αυτό αναγράφηκε στην αγωγή. Οι περιεχόμενοι στις πρωτοδίκως από τον εναγόμενο και δικαζόμενο ως ωσεί παρόντα εφεσίβλητο (άρθρο 524 ΚΠολΔ) κατατεθείσες προτάσεις και την προσθήκη-αντίκρουση αρνητικοί ισχυρισμοί του, σχετικά με την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο και την ταυτότητα του ακινήτου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με βάση της παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική ακινήτου ως κατ'ουσίαν βάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της [με παράγωγο τρόπο (δωρεά) και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήση της κυριότητας)], εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (του Αστικού Κώδικα) και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και έτσι αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα οποία θεμελιώνουν το δικαίωμα της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου (ειδικότερα τις εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου) και την προσβολή του από τον εναγόμενο με την κατάληψη του κατά το έτος 2000.
Γι'αυτό ο από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως. "Πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (Ολομ.ΑΠ 22/2005, Ολομ.
ΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την, έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση (με την οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η από 1-11-2006 ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή της από 20-5-2010 έφεσης του τελευταίου κατά της υπ'αριθμ.58/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου), υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο ως εκκαλούντα στη δευτεροβάθμια δίκη και είχαν ουσιώδη -_, επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επισκόπηση του δικογράφου της ως άνω έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης σαφώς προβάλλεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι το ίδιο με αυτό που διεκδικεί και ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος κατά παράγωγο τρόπο (δωρεά) αλλιώς κατά πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) και το κατέχει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία αν υπάρχει ταύτιση μεταξύ του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου και αυτού που κατέχει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με την αναφορά άλλοτε της συνολικής έκτασης του επιδίκου ακινήτου οικοπέδου (115 τετ.μέτρων) και άλλοτε με τη ξεχωριστή εμβαδομέτρηση της πεπαλαιωμένης οικίας και της λοιπής γύρωθεν αυτής έκτασης του ιδίου οικοπέδου και ότι συνεπεία τούτων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε, σύμφωνα και με τον περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων τέταρτο λόγο της εφέσεως, σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.
Συνεπώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που παραδεκτώς προτάθηκαν ενώπιον του από τον τότε εκκαλούντα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2012 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.227/2011 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ