Legislator Case Law & Legislation
165/2013 AI generated

165/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 165/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

165/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σε χρόνο μεταγενέστερο της 31-12-2005, ημερομηνία κατά την οποία εξέπνεε η αξίωση του ενάγοντος για τα έτη αυτά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο εξάλλου, όπως επίσης προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, ουδόλως ερεύνησε αντένσταση τυχόν διακοπής της παραγραφής αυτής κατ' άρθρ. 51 ν.δ. 496/1974, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 165 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 165/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ο. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Κατάκη - Καλημέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ" (ΚΑΠΗ), που έδρευε στην Αγ. Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείτο νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μπάτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Λ. Ο., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6606/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 24-2-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τα άρθρ. 48 § 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π.δ.δ. αξιώσεων των υπαλλήλων που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για καθυστερούμενες αποδοχές και πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και είναι δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη. Σύμφωνα με το άρθρ. 51 του αυτού ν.δ. η παραγραφή αυτή διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, στην περίπτωση δε αυτήν η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας αρχής και σε περίπτωση μη απάντησης μετά την πάροδο εξαμήνου από την χρονολογία υποβολής της αίτησης, ενώ τέλος κατ' άρθρ. 52 εδ. γ' του ίδιου ν.δ. η παραγραφή των κατά του ν.π.δ.δ. αξιώσεων λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, η αντένσταση όμως περί διακοπής αυτής κατά το άρθρ. 51 δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα και γι' αυτό πρέπει να την επικαλεσθεί ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή (ΟλΑΠ 11/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξετάζοντας σε δεύτερο βαθμό αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος (και της μη διαδίκου στην αναιρετική αυτή δίκη Λ. Ο.) κατά του αρχικά αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ" (στην θέση του οποίου, που καταργήθηκε με την 33/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αγίας Παρασκευής και 7833/4803/2011 του Γεν.

Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, ΦΕΚ Β' 1347, υπεισήλθε ο παριστάμενος Δήμος Αγίας Παρασκευής, με την αυτοδίκαιη περιέλευση σ' αυτόν της περιουσίας - συνόλου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων - του καταργηθέντος ως άνω ν.π.δ.δ. και την ένταξη του αναιρεσείοντος ενάγοντος στο προσωπικό του σε προσωρινή - προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άρθρ. 241 ν. 3463/ 2006) με αντικείμενο την καταβολή της ειδικής μηνιαίας μισθολογικής παροχής των 176 €, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, εκτός των άλλων, ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για τα έτη 2002 και 2003 είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή του ως άνω άρθρ. 48 § 3 του ν.δ. 496/1974, διότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 14-12-2006, δηλ.

σε χρόνο μεταγενέστερο της 31-12-2005, ημερομηνία κατά την οποία εξέπνεε η αξίωση του ενάγοντος για τα έτη αυτά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο εξάλλου, όπως επίσης προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, ουδόλως ερεύνησε αντένσταση τυχόν διακοπής της παραγραφής αυτής κατ' άρθρ. 51 ν.δ. 496/1974, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την διάταξη του άρθρ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που δεν ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, όπως ο ενάγων αναιρεσείων ανέφερε και στην ένδικη αγωγή του, καθώς και τις πρωτόδικες και κατ' έφεση προτάσεις του, με αίτησή του που καταχωρήθηκε στο πρωτόκολλο του εναγομένου αναιρεσιβλήτου την 22-12-2005 ζήτησε την καταβολή της επίδικης παροχής και κατά συνέπεια διακόπηκε η παραγραφή της απαίτησής του κατά την διάταξη του άρθρ. 51 του ως άνω ν.δ.

που δεν εφαρμόσθηκε, αν και ήταν εφαρμοστέα, πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο ερεύνησε την ως άνω αντένσταση διακοπής της παραγραφής και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων την απέρριψε, τέτοια, όμως, αιτίαση δεν προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η μόνη αιτίαση που θα μπορούσε ν' αποδοθεί στην προσβαλλομένη απόφαση είναι ότι δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτά προταθείσα από τον ενάγοντα αντένσταση διακοπής της παραγραφής, η παράλειψη, όμως, αυτή για μη λήψη υπόψη προταθέντων "πραγμάτων" δεν ιδρύει κάποιον από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που αφορά λόγους αναίρεσης κατ' αποφάσεων Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα για τους λόγους αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων, ως προς τις οποίες ρητά προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης η μη λήψη υπόψη κ.λπ.

προταθέντων "πραγμάτων" (άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006).

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/ 1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει...

επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, την αυτή αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/ 1998).

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση.

Περαιτέρω, με το άρθρο 44 § 1 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου ν.δ. ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ.

είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος..." και στην παράγραφο 3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαβών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών".

Κατά το άρθρο 49 του ίδιου ν.δ. η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που συμπίπτει με το ημερολογιακό, αρχίζει δηλ. την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, άρθρ. 2 § 2 του ως άνω ν.δ.), κατά ο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974, με την παράγραφο 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την έκδοση της οποίας υπαίτια παρέλειψαν τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλαδή που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή, τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ισχύει η οριζόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974 πενταετής παραγραφή. Η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1975, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου ν.δ.

χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων (βλ.

ΟλΑΠ 38/2005, σχετικά με το ζήτημα της συνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 52 εδ. γ' του ν.δ. 496/1974, που προβλέπει την αυτεπάγγελτη λήψη από τα δικαστήρια της ως άνω ισχύουσας υπέρ των ν.π.δ.δ. διετούς παραγραφής). Εξάλλου, με την θέσπιση της διετούς αυτής παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ., αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ.

σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ., δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 9/2009). Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 § 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.

Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσης αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προαναφερόμενα, και η προστασία της περιουσίας των ν.π.δ.δ. (ΟλΑΠ 2/2011, 31/2007, 38/2005).

Και τέλος, δεν αντίκειται στις διατάξεις (α) του άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, το οποίο αφορά την προστασία από το Κράτος των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και τους θεμιτούς περιορισμούς τους με σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, διότι η καθιέρωση της ως άνω βραχυπρόθεσμης παραγραφής έγινε για την προστασία του προαναφερομένου γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και ουδόλως συνιστά, βέβαια, παραβίαση της αρχής της προστασίας του ατόμου και της αναλογικότητας (β) της ΕΣΔΑ, άρθρ. 13 που ορίζει ότι "παν πρόσωπον, του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των", καθόσον η θέσπιση της παραγραφής αυτής ουδόλως αποκλείει, παρεμποδίζει ή περιορίζει την προσφυγή ενώπιον των εθνικών και δη δικαστικών αρχών, με την οποία δεν έχει σχέση, και άρθρ. 14, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία, άλλωστε, ουδεμία έχει σχέση (γ) του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (1) άρθρ. 2 § 3 α' και β' που ορίζει (κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο με το άρθρ. 13 της ΕΣΔΑ) ότι τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγγυώνται ότι (α) κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο Σύμφωνο αυτό παραβιασθούν, θα έχει στην διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους, και (β) η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θ' αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, και να προωθήσουν την δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, καθόσον οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν, ούτε παρεμποδίζουν την δυνατότητα άσκησής της στην αρμόδια δικαστική αρχή για την προστασία των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος, ούτε, βέβαια, την τελευταία ν' αποφανθεί επ' αυτής (2) άρθρ. 14, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος άρθρ. 6 § 1 της ΕΣΔΑ και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο, την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κ.λπ.

και για τους πιο πάνω αναφερομένους λόγους, ειδικότερα δε διότι η διάταξη αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα και ν' αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο κατά τον ίδιο τρόπο, επί ομοίων περιπτώσεων, αλλά δεν απαγορεύει την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, εφόσον μάλιστα η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και (3) άρθρ. 26, το οποίο ορίζει, κατά τρόπο παρόμοιο με το άρθρ. 14 της ΕΣΔΑ, ότι όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου, καθώς και ότι ως προς το ζήτημα αυτό ο νόμος πρέπει ν' απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης, διότι η διετής αυτή παραγραφή (α) θεσπίσθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος (β) ισχύει και εφαρμόζεται αδιακρίτως και χωρίς εξαιρέσεις ως προς όλους τους υπαλλήλους των ν.π.δ.δ.

που έχουν παρόμοιες αξιώσεις και (γ) ουδεμία σχέση έχει με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, ούτε βασίζεται σε αυτά (ΑΠ 1614/2011, 707/2011, κατά την ερμηνεία της ομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρ. 90 § 1 ν. 2362/ 1995 που καθιερώνει επίσης διετή παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου για καθυστερούμενους μισθούς κ.λπ.

με διαφορετική απλώς αφετηρία αυτής, ΑΠ 1504/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 6606/2009 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο αγωγή του αναιρεσείοντος (και της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Λ. Ο.) κατά του (αρχικά) αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ. για την καταβολή της πρόσθετης παροχής του άρθρ. 14 ν. 3016/2002 δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για τα έτη 2002 και 2003 είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρ. 48 § 3 του ν.δ. 496/1974 "εφόσον η από 23-11-2006 αγωγή...

επιδόθηκε στο εναγόμενο την 14-12-2006, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της 31-12-2005, χρόνο κατά τον οποίο εξέπνεε η αξίωση... για το έτος 2002 και για το έτος 2003". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχθέν ειδικότερα ότι η εφαρμοστέα στην κρινομένη υπόθεση διάταξη του άρθρ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που καθιερώνει διετή παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων ν.π.δ.δ.

κατ' αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές κάθε φύσεως κ.λπ., δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρ. 4 § 1 και 25 § 1 του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής (ν.δ. 53/ 1974) και 2 § 3, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κ.λπ. που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ δεν εφάρμοσε, αλλ' απλώς ανέφερε την διάταξη του άρθρ. 90 § 3 ν. 2362/1995, ομοίου, πάντως, κατά βάση περιεχομένου με την διάταξη του άρθρ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Με την διάταξη του άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, δεν καθιερώνεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας κατά τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006, 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/3009).

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα άρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 § 4 και 120 § 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει την δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρ. 80 § 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 13 § 1 του ν. 2738/1999 (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "§1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.

§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρ. 14 § 2 του ν. 3016/2002, η ρύθμιση της § 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρ. 13 του ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" και στην συνέχεια από το ν. 3205/2003, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 και 1 του ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176€ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθρ. 1 § 13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχομένων από την υπηρεσία.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθρ. 24 § 2 του Ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθρ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθρ. 14 ν. 3016/ 2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των παραπάνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το άρθρ. 24 § 2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρ. 12 του ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθρ. 2 § 3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά.

Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, την φύση, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, έστω και αν συνδέεται με σύμβαση εργασίας - ορισμένου ή αορίστου χρόνου - ιδιωτικού δικαίου (αφού με τις ΚΥΑ 2026439/3480/ 0022/1997, ΦΕΚ Β' 462, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 24 ν. 2470/1997, και 2/7093/0022/2004, ΦΕΚ Β' 215, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 21 ν.3205/2003, επεκτάθηκαν, αντίστοιχα, από 1-1-1997 και 1-1-2004 και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι διατάξεις τους για τις τακτικές αποδοχές, τα τακτικά επιδόματα, επιδόματα εορτών και αδείας, διατηρούμενα επιδόματα και παροχές, κίνητρο απόδοσης κ.λπ.) δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής.

Έτσι, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησής τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρ. 8 ν. 2470/1997 και στην συνέχεια ν. 3205/ 2003).

Συνεπώς τα έξοδα κίνησης που χορηγούνται στο προσωπικό των ΟΤΑ, αρχικά με βάση την ΚΥΑ 2040222/ 4110/0022/1998 που κυρώθηκε με το άρθρ. 5 § 3 ν. 2685/1999 ως εφάπαξ ετήσια αποζημίωση (το ποσό της οποίας αναπροσαρμόσθηκε με μεταγενέστερες ΚΥΑ) καταβαλλομένη τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου και από 1-1-2001 στο τέλος κάθε μήνα σύμφωνα με την ΚΥΑ 2/71516/0022/2001 (ΦΕΚ Β' 1704), δεν συμψηφίζονται προς την επίδικη ειδική παροχή των 176 €, η οποία αποσκοπεί στην αύξηση του μισθού των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, διότι αυτά χορηγούνται για σκοπό άλλον από αυτόν της αύξησης των αποδοχών των συγκεκριμένων υπαλλήλων και ειδικότερα για την κάλυψη των ιδιαιτέρων δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται οι υπάλληλοι αυτοί για τις μετακινήσεις τους.

Πρέπει να επισημανθεί εδώ, ότι η ΚΥΑ 2/31607/0022/2002 (ΦΕΚ Β' 768), με την οποία (τροποποιήθηκε η ως άνω ΚΥΑ και) η παροχή αυτή (έξοδα κίνησης) αυξήθηκε από 1-1-2002 σε 2.112 € ετησίως, δηλ. 176€ κατά μήνα, ίσχυσε και εφαρμόσθηκε μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003, αφού στην συνέχεια για τα έξοδα κίνησης για το μεταγενέστερο διάστημα ίσχυσαν και εφαρμόσθηκαν οι ΚΥΑ 2/6771/0022/2004 (ΦΕΚ 225) από 1-1-2004, 2/35576/0022 από 1-1-2005, 2/50025/0022/2006 από 1-7-2006 κ.λπ., με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκαν τα ποσά των εξόδων κίνησης.

Επίσης, μη συμψηφιστέο είναι και το χορηγούμενο στους ίδιους υπαλλήλους "επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ α' βαθμού". Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 § 8 ν. 2470/1997 καθορίσθηκε αρχικά στα αναφερόμενα στην διάταξη αυτή ποσά το ύψος του ως άνω επιδόματος ανάλογα με την κατηγορία απασχόλησης κάθε εργαζομένου, ενώ με την §10 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι το επίδομα αυτό (όπως και άλλα αναφερόμενα στην διάταξη αυτή) καταβάλλεται "με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους.

Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει την μισθοδοτική κατάσταση". Το παραπάνω άρθρο καταργήθηκε από 1-1-2004 με το άρθρ. 28 ν. 3205/2003 και η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 8 § 6 του νόμου αυτού, με την οποία αναπροσαρμόσθηκαν τα χορηγούμενα με το επίδομα αυτά ποσά, διαβαθμιζόμενα, όπως και προηγουμένως, σε τρεις κατηγορίες με κριτήριο την φύση και το αντικείμενο της ειδικής απασχόλησης των εργαζομένων.

Έτσι, το ύψος του επιδόματος της πρώτης κατηγορίας (προσωπικό καθαριότητας εξωτερικών χώρων, αφοδευτηρίων, οδηγοί απορριμματοφόρων αυτοκινήτων, χειριστές σαρώθρων, εργατοτεχνίτες αποχέτευσης, νεκροταφείων και ρίψης ασφάλτου, μηχανοτεχνίτες συνεργείων αυτοκινήτων) ήταν μεγαλύτερο των λοιπών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στους εργαζομένους στην τοπική αυτοδιοίκηση σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές αποτελεί παροχή άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας.

Επομένως, οι παροχές αυτές (επιδόματα) είναι απόλυτα και καταφανώς ετεροειδείς προς την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική παροχή και συνεπώς είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρ. 14 ν. 3016/2002. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6606/2009 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο αγωγή του αναιρεσείοντος (και της μη διαδίκου πλέον Λ.

Ο.) για την καταβολή της ειδικής αυτής παροχής, αφού δέχθηκε καταρχήν τον μισθολογικό χαρακτήρα αυτής και την παραγραφή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, των αξιώσεων του ενάγοντος για τα έτη 2002 και 2003, και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχθέν ειδικότερα ότι: "Περαιτέρω για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι και 16-11-2006 με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι δεν λαμβάνουν επιδόματα πλην αυτού της ειδικής απασχόλησης βάσει του ν. 2470/1997 και του ν. 3205/2003, το οποίο αναπροσαρμόστηκε σε 132, 116 και 84 ευρώ (άρθρ. 6 παρ. 1 του ν. 3205/2003) ανάλογα με την κατηγορία που υπάγεται ο υπάλληλος.

Το ποσόν που από 1-4-1998 καταβάλλεται στους υπαλλήλους όλων των ΟΤΑ πρώτης βαθμίδος με την με αριθ. 204022/4110/ 0022/19-6-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών κατ' εξουσιοδότηση αρχικώς του ν. 3346/1995 και στη συνέχεια της πργ. 3 του άρθρ. 5 του ν. 2685/1999 και το οποίο ανήλθε από 1-1-2002 σε 176 ευρώ, το οποίο προσέλαβε τον χαρακτήρα τακτικής παροχής και προσαυξάνει τις μηνιαίες αποδοχές των υπαλλήλων των ΟΤΑ ανεξαρτήτως βαθμού ή ειδικότητός τους και ανεξαρτήτως από το αν λαμβάνουν έξοδα κίνησης ή όχι.

Το γεγονός ότι το εν λόγω επίδομα των 176 ευρώ δηλαδή, πρέπει να αφαιρεθεί από το διεκδικούμενο και να χορηγηθεί η τυχόν προκύπτουσα διαφορά, ενισχύεται και από το περιεχόμενο της με αριθ. 2/31607/0022/17-6-2002 ΦΕΚ Β' 768/20-6-2002) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.

Με την απόφαση αυτή ορίζεται ότι η έκδοσή της στηρίζεται στην πργ. 2 του άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 και στην πργ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2685/1999 και η εφάπαξ αποζημίωση του προσωπικού των ΟΤΑ πρώτου βαθμού προσδιορίζεται σε ποσόν 2.112 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και εφεξής. Επίσης ορίζεται ότι το ποσόν αυτό θα επιβαρύνει αποκλειστικώς τους οικείους προϋπολογισμούς των ΟΤΑ και η καταβολή της θα γίνεται στο τέλος εκάστου μηνός.

Έτσι σε κάθε υπάλληλο του ΟΤΑ πρώτου βαθμού από 1-1-2002 χορηγήθηκε ανεξαρτήτως από οιοδήποτε κριτήριο και προϋπόθεση, το ποσόν των 176 ευρώ μηνιαίως, ίσο δηλαδή ποσόν με το ανώτατο χορηγούμενο από τις κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ΚΥΑ σε υπαλλήλους του Δημοσίου ή άλλων ΝΠΔΔ που επίσης επιβαρύνει τους προϋπολογισμούς τους.

Με την πιο πάνω ΚΥΑ επομένως, ο καθορισμός του ποσού αυτού έγινε με κριτήριο τον υποχρεωτικό συμψηφισμό της με την επίδικη παροχή και στην περίπτωση που επεκτεινόταν οι ρυθμίσεις μιας συλλογικής συμφωνίας στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, αυτοί τελικώς θα μπορούσαν να λάβουν μόνον την διαφορά μεταξύ της αποκαλουμένης "εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης" και της επίδικης παροχής.

Με την αναπροσαρμογή επομένως της πρώτης στο ποσόν των 176 ευρώ μηνιαίως οι υπάλληλοι αυτοί ελάμβαναν ό,τι θα ελάμβαναν αν είχε γίνει και σε αυτούς η κατά την πργ. 2 του άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 επέκταση, αφού λόγω του συμψηφισμού η διαφορά θα ήταν μηδενική (176 - 176 = 0) και η επέκταση θα ήταν άσκοπη και χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Με την εφάπαξ αυτή αποζημίωση επιτεύχθηκε η εξίσωση κατά το ποσόν των 176 ευρώ των μηνιαίων αποδοχών των υπαλλήλων των πρωτοβαθμίων ΟΤΑ με εκείνες άλλων υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκε με ΚΥΑ η επίδικη παροχή γιατί η τελευταία χορηγείται μόνο σε υπαλλήλους που δεν λαμβάνουν πρόσθετες παροχές και μόνο στα πλαίσια του εξουσιοδοτούντος νόμου, γιατί διαφορετικά η επεκτατική ΚΥΑ θα ήταν ανίσχυρη.

Επίσης η άποψη ότι από τη παροχή του άρθρ. 14 του ν. 3016/2002 θα έπρεπε να αφαιρεθούν οι καταβληθείσες πρόσθετες παροχές ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 14 εκδοθείσες ΚΥΑ όριζαν ότι η επίδικη παροχή συμψηφίζεται με οποιεσδήποτε άλλες παροχές που λαμβάνουν οι δικαιούχοι της.

Συνεπώς η μέσω επίκλησης της αρχής της ισότητος επέκταση εφαρμογής των ΚΥΑ αυτών και σε μη οριζομένους από τις ίδιες υπαλλήλους, θα επέσυρε τον προβλεπόμενο συμψηφισμό με άλλο επίδομα ή αποζημίωση, συμψηφισμός ο οποίος είναι σύννομος, αφού η καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης δεν καταβαλλόταν πλέον για πραγματικές δαπάνες στις οποίες υποβάλλοντο οι υπάλληλοι των ΟΤΑ ούτε και συνδεόταν η καταβολή της με τυχόν πέραν των συνήθων και εκτός του κανονικού τους ωραρίου καθήκοντα.

Σκοπός άλλωστε της επίδικης παροχής ήταν η εξομάλυνση των μισθολογικών διαφορών υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων οι οποίοι δεν ελάμβαναν πρόσθετες παροχές. Ο προαναφερόμενος επίσης συμψηφισμός δεν προσκρούει στον απαιτούμενο από τη διάταξη του νόμου 400 ΑΚ ομοειδή χαρακτήρα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων, γιατί όχι μόνον είναι ομοειδείς οι παροχές, αφού έχουν ως αντικείμενο το επίσημο νόμισμα της χώρας ..., αλλά και γιατί ο συγκεκριμένος συμψηφισμός θα γινόταν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 14 πργ. 3 του ν. 3016/2002 και 24 πργ. 2 του ν. 3205/2003, που ως ειδικές θα κατίσχυαν εκείνων της ισοδύναμης τυπικής ισχύος, διατάξεων του ΑΚ.

Επομένως, η μη καταβολή της επίδικης παροχής στους ενάγοντες δεν συνιστούσε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητος και έκδηλη άνιση μεταχείρισή τους και για το λόγο ότι αυτοί ελάμβαναν πρόσθετη παροχή, ανερχομένη στο ύψος των 176 ευρώ, δεκτική συμψηφισμού με την επίδικη παροχή, αντικειμενικό κριτήριο που ο εξουσιοδοτών νομοθέτης, χωρίς διακρίσεις και για λόγους δημοσίου συμφέροντος, έθεσε ως προϋπόθεση για τη χρήση της χορηγουμένης από τον ίδιον εξουσίας προς έκδοση κανονιστικής ΚΥΑ.

Ενώ αν ακόμη γίνει δεκτό ότι ανίσως δεν επεκτάθηκε και στους υπαλλήλους του εναγομένου η ρύθμιση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, δεν θα εδικαιούντο αυτοί να λάβουν την επίδικη παροχή γιατί από 1-1-2002 δεν υπήρχε καταβλητέα σε αυτούς κατά την έννοια της πργ. 3 του ίδιου άρθρου διαφορά. Ο ισχυρισμός εξάλλου των εναγόντων, ότι η μη καταβολή της επίδικης παροχής συνιστά αδικοπραξία των οργάνων του εναγομένου, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού η μη καταβολή του επίδικου επιδόματος στους ενάγοντες από σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με το εναγόμενο δεν συνιστά αδικοπραξία των οργάνων του τελευταίου, με την έννοια ότι για την καταβολή του επιδόματος αυτού δεν απαιτείται να εκδοθεί πράξη των οργάνων του εναγομένου ...".

Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν δηλ. ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 16-11-2006 η επίδικη παροχή των 176 € πρέπει να συμψηφισθεί προς το επίδομα των "εξόδων κίνησης" και το επίδομα "ειδικής απασχόλησης" που χορηγούνται στον αναιρεσείοντα (αν και όχι με απόλυτη σαφήνεια, ως προς το εάν αναφέρεται μόνο στο επίδομα κίνησης ή και στο επίδομα της ειδικής απασχόλησης), παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 24 § 2 ν. 3205/ 2003, 14 ν. 3016/2002 και 4 § 1 του Συντάγματος, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε την 2040222/4110/0022/19-6-2002 ΚΥΑ, το άρθρ. 5 § 3 ν. 2685/1999 και την 2/31607/0022/17-6-2002 ΚΥΑ, η οποία δεν έχει εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση (αφού αυτή ίσχυσε, όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003, για το οποίο οι συναφείς αξιώσεις του αναιρεσείοντος κρίθηκαν και με την προσβαλλομένη απόφαση παραγεγραμμένες, ενώ κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, από 1-1-2004 μέχρι 16-11-2006, ίσχυσαν και εφαρμόσθηκαν οι προαναφερθείσες μεταγενέστερες ΚΥΑ) και κατά συνέπεια είναι βάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί ενμέρει η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και τις αξιώσεις αυτού για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 16-11-2006, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις (λεπτομερή υπολογισμό των τελικά οφειλομένων στον αναιρεσείοντα ποσών κ.λπ.), στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (κατ' ορθή ερμηνεία του άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12 § 4 ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, όπως αυτά καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρ. 281 § 1 ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6606/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος ως προς τον αναιρεσείοντα Ό. Μ..

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ