Legislator Case Law & Legislation
165/2009 AI generated

165/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 165/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

165/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ερμηνευομένης εν όψει και του άρθρου 27 του Π.Κ., δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να αποσκοπεί σ'αυτή, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 165 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 165/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιλτιάδη Κάϊλα και Κωνσταντίνο Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2405/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7243/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-7-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 30-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

- Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικώς με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο της ουσίας είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, για τη γέννηση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ.

ΑΠ 18/1998). Αντιθέτως η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ..

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται και σε μελλοντικό γεγονός.

Περαιτέρω κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ερμηνευομένης εν όψει και του άρθρου 27 του Π.Κ., δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να αποσκοπεί σ'αυτή, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν η ανωτέρω συμπεριφορά, κατά την κοινή πείρα και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη εξέθεσε στην από 8-3-2002 αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, ότι μετά τον θάνατο του συζύγου της στις 14-4-1995 διέμενε με τον αναιρεσείοντα, που είναι ο νεότερος από τα τρία άρρενα τέκνα της, αρχικά στην ιδιόκτητη οικίας της στον ...... και μετά το γάμο του αναιρεσείοντα στο ......, σε οικία που ανήκε από κοινού στον αναιρεσείοντα και τον αδελφό του Α.

Ότι ο αναιρεσείων με συκοφαντίες και ψεύδη σε βάρος των δύο αδελφών του (Β και Α), που ήταν απόρροια απληστίας του, πέτυχε να απομονώσει την αναιρεσίβλητη μητέρα του από τους αδελφούς του και να της προκαλέσει εχθρικά γιαυτούς αισθήματα. Με τη συμπεριφορά του δε αυτή πέτυχε να της δημιουργήσει ανασφάλεια και φοβίες, μεταβάλλοντας αυτήν σε άβουλο και πλήρως εξαρτώμενο απ' αυτόν άτομο και τελικά να την πείσει ότι ήταν ο μοναδικός προστάτης της και ο πλέον ικανός και έμπιστος να διαχειρίζεται την μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία της και τα εισοδήματά της, που ανέρχονταν σε εκατομμύρια δραχμές και τα οποία όπως της δήλωνε, θα κατέθετε στους τραπεζικούς της λογαριασμούς προκειμένου να εξοφληθούν ο φόρος κληρονομίας του αποβιώσαντος συζύγου της και ο φόρος εισοδήματος της, αλλά και να καλυφθούν τα έξοδα διαβίωσης της και λοιπές ανάγκες της, ενώ το υπόλοιπο θα παρέμενε στους λογαριασμούς της.

Παράλληλα, με δικαιολογία το δυσχερές της μετακίνησης της λόγω του τόπου διαμονής της (......) και της μεγάλης ηλικίας της, της πρότεινε και αυτή αποδέχθηκε, γιατί του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, να μεταφέρει τις ατομικές της καταθέσεις σε νέους κοινούς με αυτόν (αναιρεσείοντα) λογαριασμούς στις ίδιες τράπεζες.

Ότι με τα επιχειρήματα αυτά την έπεισε να εξοφλήσει στις 8-5-1995 τον κοινό με το σύζυγό της ...... λογαριασμό στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 34.390.945 δραχμών και να μεταφέρει το ποσό αυτό στον επίσης κοινό με τον σύζυγο της ...... λογαριασμό της ίδιας τράπεζας και την ίδια ημέρα να ανοίξει νέο λογαριασμό επί προθεσμία (Νο ......) με μοναδική δικαιούχο αυτήν.

Ο τελευταίος δε αυτός λογαριασμός φέρεται ότι εξοφλήθηκε από αυτήν στις 9-5-1996 και με το ποσό της εξόφλησης, που ανερχόταν σε 39.792.962 δραχμές, ανοίχθηκε την ίδια ημέρα νέος προθεσμιακός κοινός λογαριασμός με δικαιούχους αυτήν και τον αναιρεσείοντα. Και ότι στις 12-5-1998 το ποσό των 48.807.692 δραχμών (που αντιστοιχεί σε 143.236,07 ευρώ) της κατάθεσης αυτής ανέλαβε, χωρίς την έγκριση της και εν αγνοία της, ο αναιρεσείων, ο οποίος και το ιδιοποιήθηκε παράνομα με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή (αναιρεσίβλητη) ισόποση ζημία.

Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της, να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων της οφείλει το παραπάνω ποσό με τους νόμιμους τόκους από την όχληση του την 1-11-2000. Με το περιεχόμενο και αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή στηρίζεται στο άρθρο 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 386 Π.Κ. και είναι αρκούντως ορισμένη.

Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή και στην μείζονα πρόταση της παρούσας, περιέχοντα σε αυτή (αγωγή), με επαρκή σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη δικαιολόγηση της εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ και 386 ΠΚ, ως προς την προβαλλόμενη παράνομη ιδιοποίηση από τον αναιρεσείοντα του ποσού των 143.236,07 ευρώ, που προέρχεται στο σύνολο του από έσοδα της αναιρεσίβλητης.

Κατά συνέπεια οι αποδιδόμενες με τον πρώτο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις α)για παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 1 § 1 και 2 εδαφ. α και β. Ν. 56378/1932 "περί καταθέσεως εις κοινό λογαριασμό", όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 Ν. 951/1971 και άρθρ. 2 § 1 Ν.Α της 17-7/13-8-1923" περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιρειών" και β)για παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής ως αόριστης, είναι αβάσιμες. - Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ.

αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως (Ολ.

ΑΠ 3/1997), όχι δε και οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, που αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως γεγονότων ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντα, με τον οποίο επανέφερε τον νομίμως προβληθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό του ότι στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται περί συμβάσεως δωρεάς, που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη υπό τον όρο της παροχής σ'αυτήν (αναιρεσίβλητη) φροντίδων, ικανοποίησης όλων των αναγκών διαβίωσης της καταβολής των φόρων κληρονομίας του συζύγου της και κάθε δαπάνη συντήρησης της ίδιας και της περιουσίας της.

Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, γιατί ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στα άρθρα 914 ΑΚ και 386 ΠΚ αγωγής.

- Όπως προαναφέρθηκε, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού ιδρύει λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. μόνον αν ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επιρροή δεν ασκεί ο αόριστος ή μη νόμιμος ισχυρισμός και γιαυτό η μη απάντηση σαυτόν δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο. Εξ άλλου κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει, εν όλω ή εν μέρει, την αξίωση του, και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι η αξίωση δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκηση της καταχρηστικής (εν όψει ιδίως του ότι οι συνέπειες της αδράνειας του δικαιούχου αντιμετωπίζονται από το δίκαιο με το θεσμό της παραγραφής),εκτός αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις,κάτω από τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει δυσμενείς για τα συμφέροντα του οφειλέτη επιπτώσεις, ώστε για την ανατροπή αυτών να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, συνισταμένη στην παρέλευση πενταετίας μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της, κατά τη διάρκεια της οποίας (πενταετίας) είχε αναλάβει και πραγματοποίησε πάσης φύσεως δαπάνες διαβίωσης της αναιρεσίβλητης, γεγονότα που είχε αποδεχθεί η τελευταία κατά την διάρκεια αυτής της πενταετίας και του είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει δικαίωμα αναζήτησης του προαναφερομένου ποσού κοινού λογαριασμού, από το οποίο μάλιστα δεν προκύπτει να έχουν εκπέσει οι δαπάνες που πραγματοποίησε για τη διαβίωση της και την πληρωμή του φόρου εισοδήματος της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο παραπάνω περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμός, ήταν μη νόμιμος και άρα επουσιώδης, αφού, με βάση από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης δεν υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός τούτου.

Τούτο δε διότι μόνη η επικαλουμένη αδράνεια της αναιρεσίβλητης ως προς την άσκηση του δικαιώματος της, χωρίς να αναφέρονται α) ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά της και μεταβολή της στάσης της ώστε να επιτύχει εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί και β)τα ποσά που δαπανήθηκαν κατ' έτος ή συνολικά κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη διαβίωση αυτής (αναιρεσίβλητης) και την πληρωμή των φόρων εισοδήματος της, δεν κρίνεται ικανή να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση.

Συνεπώς η μη απάντηση του Εφετείου στον επουσιώδη αυτόν ισχυρισμό δεν ιδρύει τον παραπάνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης.

- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη με αριθ. 1906/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην οποία η αναιρεσίβλητη ομολογεί την μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντα συμφωνία για δωρεά των περιουσιακών της στοιχείων σε αυτόν που ανέλαβε να την γηροκομίσει". Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι.

Από τη γενική δε αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω με αριθ. 19061/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επομένως και την περιεχομένη σε αυτήν κατά τον αναιρεσείοντα ομολογία της αναιρεσίβλητης.

- Με τον πέμπτο λόγο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή ότι αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι, ενώ κάνει λόγο για ελλιπή εν μέρει αιτιολογία της εκκαλουμένης με αριθ. 2405/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αντικατάσταση αυτής (ελλείπουσας αιτιολογίας) με την αιτιολογία της προσβαλλομένης, δεν αναφέρει ποια ήταν η ελλιπής εν μέρει αιτιολογία της απόφασης του πρωτοδικείου και από ποια αιτιολογία αντικαταστάθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι σε αναιρετικό έλεγχο υπόκεινται συναφώς μόνο οι παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τέτοια δε παραβίαση δεν αποτελεί απλά και μόνο η μη αναφορά στην απόφαση του Εφετείου, της αιτιολογίας της πρωτόδικης απόφασης που αντικαταστάθηκε από το Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 7243/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ