165/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated165/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν παρά το γενόμενο ολικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται ολικά ή μερικά αυτήν σαν να ήταν καταψηφιστική.
Full text
Απόφαση 165 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 165/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της καθής η κλήση - αναιρεσίβλητης: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σπαγαδώρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Απριλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 228/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1254/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28 Ιουλίου 2006 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν παρά το γενόμενο ολικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται ολικά ή μερικά αυτήν σαν να ήταν καταψηφιστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 30.4.2003 (αριθ. καταθ. 149/2003) αγωγή της, αφού εκθέτει ότι συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα από τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της που οδηγούσε η ίδια με το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, υπέστη τον αναφερόμενο σοβαρό τραυματισμό, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας, να της καταβάλουν, πλην των άλλων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 90.000 ευρώ.
Κατά τη συζήτηση, όμως, της αγωγής στις 27.1.2004, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αναιρεσίβλητη περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, τόσο με δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα υπ' αριθ. 228/2004 πρακτικά του δικαστηρίου όσο και με τις από 26.1.2004 έγγραφες προτάσεις της που κατατέθηκαν επί της έδρας, κατά τη σχετική σημείωση επ' αυτών της αρμόδιας γραμματέας.
Με την υπ' αριθ. 228/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε ερήμην των δύο πρώτων εναγομένων και με παρούσα την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δέχθηκε εν μέρει το πιο πάνω αγωγικό κονδύλιο και διέλαβε το εξής διατακτικό "Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 7.336,76 ευρώ ..........".
Στη συνέχεια το Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης, την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κονδύλιο, πλην, όμως, στο διατακτικό της απόφασης, όπως και στο σκεπτικό αυτής, διέλαβε τα εξής "Υποχρεώνει τους εναγομένους να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην ενάγουσα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ........".
Έτσι, όμως, το Εφετείο επιδίκασε στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη περισσότερα από όσα ζήτησε, με την έννοια δηλαδή ότι διέλαβε στο διατακτικό της απόφασης καταψηφιστική και όχι αναγνωριστική, όπως θα έπρεπε, διάταξη και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στο Εφετείο την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι κατέληξε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, στην κρίση του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου στο τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα.
Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθενται το ιστορικό της υπόθεσης και τα αναγκαία στοιχεία που λείπουν για την επάρκεια των αιτιολογιών, δεν παρατίθενται διόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που διέλαβε στο διατακτικό της καταψηφιστική και όχι αναγνωριστική διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 252/2005 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη, της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ