Legislator Case Law & Legislation
165/2006 AI generated

165/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 165/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

165/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως η πώληση διαλυθεί με συμφωνία των συμβαλλομένων σ' αυτήν, όπως στην περίπτωση που ο αγοραστής δηλώσει στον πωλητή ότι ματαιώνει τη σύμβαση και εκείνος αποδέχεται τη δήλωσή του, δεν απαιτείται πλέον δήλωση υπαναχωρήσεως του πωλητή από την πώληση, αφού αυτή έχει ήδη καταργηθεί με τη συμφωνία των μερών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 165 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 165/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 3)Μ. συζύγου Ε. Κ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Τρικούκη.

Των αναιρεσίβλητων:1)'Α. Π. του Ι. κατοίκου ..., 2)Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 3)Β. συζύγου Π. Π., το γένος Σ. Γ., κατοίκου ... και 4)Ν. χήρας Ι. Μ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Παπαντωνίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2000 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσίβλητων και με την από 8-12-2000 πρόσθετη παρέμβαση της 4ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:123/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 119/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και 3497/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-4-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 18-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρει και τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ήτοι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' εκείνο αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της παραβίασης ή μη του συγκεκριμένου κανόνα (Ολ. ΑΠ 32/1996). Εξάλλου από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι μόνο η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού Δικαίου ιδρύει τον από αυτήν προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως όχι δε και των κανόνων δικονομικού δικαίου, αφού μόνο η παραβίαση ορισμένων δικονομικού δικαίου.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την άνω διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔικ. πλημμέλεια της παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού Δικαίου αφενός των άρθρ. 513 και 532 ΑΚ, διότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι αρκεί η ύπαρξη συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους προκειμένου να καταστεί η ένδικη πώληση υπό αναβλητική αίρεση, και αφετέρου των άρθρ. 332 και 758 ΚΠολΔικ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, καθό μέρος αφορά την παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 513 και 532 ΑΚ, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, καθό δε μέρος αφορά τις διατάξεις των άρθρ. 332 επ. και 758 ΚΠολΔικ. (σχετικές με την αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη του δεδικσμένου και με την ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας), ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων δικονομικού Δικαίου.

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρ. 532 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι αν στη πώληση υπάρχει ο όρος διατήρησης της κυριότητας του πωληθέντος μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος, θεωρείται σε περίπτωση αμφιβολίας ενυπάρχουν ο όρος ότι η μεταβίβαση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ο όρος ότι ο πωλητής έχει δικαίωμα υπαναχώρησης από την πώληση χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τάξει προθεσμία για την αποπληρωμή του τιμήματος.

Η υπαναχώρηση, που είναι άτυπη, ευχερώς μπορεί να συνέλθει ως εμπεριεχόμενη στη διεκδικητική αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, επάγεται δε την αναδρομική (extunc) διάλυση της πώλησης. Αν η αίρεση ματαιωθεί λόγω μη αποπληρωμής του τιμήματος, ο πωλητής δύναται να ασκήσει τα εκ της κυριότητάς του δικαιώματα, αφού υπαναχωρήσει, κατά τα ανωτέρω, από την πώληση και έτσι να τη διαλύσει αναδρομικώς, διότι διαφορετικά αποκρούεται με την ένσταση του άρθρ. 1095 ΑΚ.

Αν όμως η πώληση διαλυθεί με συμφωνία των συμβαλλομένων σ' αυτήν, όπως στην περίπτωση που ο αγοραστής δηλώσει στον πωλητή ότι ματαιώνει τη σύμβαση και εκείνος αποδέχεται τη δήλωσή του, δεν απαιτείται πλέον δήλωση υπαναχωρήσεως του πωλητή από την πώληση, αφού αυτή έχει ήδη καταργηθεί με τη συμφωνία των μερών.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά της τότε ένδικης αγωγής με την οποία οι τρεις πρώτοι ήδη αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου που αποτελούσε αγροτικό κλήρο, ενώ η τέταρτη από αυτούς, προσθέτως παρεμβαίνουσα στη δίκη υπέρ αυτών, ως άμεσος δικαιοπάροχός τους, προς τους οποίους πούλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το επίδικο της κυριότητάς της, ζητούσε να γίνει δεκτή η πρόσθετος υπέρ των εναγόντων αυτών παρέμβασή της, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες πρόβαλλαν την ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο, ισχυριζόμενοι ότι αυτοί απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου από την δικαιοπάροχο των εναγόντων και προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσα με την μεταγραφή στις 27-9-1989 της υπ' αριθμ. 566/1989 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία επικυρώθηκε η με το από 18-7-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτισθείσα ανώμαλη δικαιοπραξία πώλησης από την προσθέτως παρεμβαίνουσα προς αυτούς του επιδίκου κληροτεμαχίου.

Κατά της ενστάσεως αυτής οι ενάγοντες και η προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσα ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου ότι είναι μεν αληθές ότι με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό η ως άνω παρεμβαίνουσα φέρεται ότι πούλησε ανωμάλως προς τους εναγομένους ήδη αναιρεσείοντες το επίδικο αγροτεμάχιο, πλην όμως την ίδια ημέρα οι με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό συμβαλλόμενοι υπόγραψαν και άλλο έγγραφο, χαρακτηριζόμενο ως ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνωρίσεως χρέους, με το οποίο οι εναγόμενοι αναγνώριζαν ότι το πραγματικό τίμημα της ως άνω ανώμαλης δικαιοπραξίας - πώλησης δεν ήταν 250.000 δρχ., όπως οριζόταν στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό της πώλησης αυτής, αλλά ήταν 3.150.000 δρχ.

και ότι αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν αυτό μέχρι τη συζήτηση της αίτησης επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας και έτσι η πώληση αυτή τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής του τιμήματος, το οποίο όμως δεν πληρώθηκε, διότι οι εναγόμενοι δήλωσαν στην πωλήτρια (προσθέτως παρεμβαίνουσα) ότι ματαίωναν την αγορά του επιδίκου, την δήλωση δε αυτήν αποδέχθηκε η τελευταία και έτσι οι ως άνω συμβαλλομενοι διέλυσαν την πώληση που έγινε με την με αποτέλεσμα να ανατραπεί η ως άνω ανώμαλη δικαιοπραξία.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχετικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγόντων, δέχθηκε ότι η περιεχομένη στο δεύτερο από τα προαναφερθέντα ιδιωτικό συμφωνητικό (της αναγνώρισης χρέους) συμφωνία, κατά την οποία και οι αγοραστές (ήδη εναγόμενοι) ήταν υποχρεωμένοι μέχρι την ημέρα συζήτησης της ;από 24-5-1989 αίτησής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών να παραδώσουν στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πωλήτριας (ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας) το τίμημα των 3.150.000 δρχ., ο οποίος οφείλει να το αποδώσει σ' αυτήν αμέσως μετά την μεταγραφή της απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, που θα επικύρωνε την δικαιοπραξία της πώλησης", εμφανίζει κενά και αμφίβολα σημεία ως προς την έννοια και τα αποτελέσματά της και προσέφυγε προς πλήρωση του κενού και άρση των αμφιβολιών στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών ων άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, δεχόμενο ότι κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, η συνομολογηθείσα μεταξύ τους σύμβαση πώλησης τελούσε, ως προς την μεταβίβαση στους εναγομένους αγοραστές της κυριότητας του αντιδίκου ακινήτου, η οποία θα επερχόταν με την έκδοση και μεταγραφή της επικυρωτικής απόφασης του Ειρηνοδικείου, υπό την αναβλητική αίρεση της πληρωμής του τιμήματος από τούτους (αγοραστές) και περαιτέρω δέχθηκε ότι η αποδοχή εκ μέρους της πωλήτριας ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσας τη δήλωση των αγοραστών (ήδη εναγομένων αναιρεσειόντων) ότι δεν πρόκειται να πληρώσουν το τίμημα επειδή προτίθενται να αγοράσουν άλλο ακίνητο και έτσι ματαιώνουν την αγορά του επιδίκου, ενείχε την έννοια της υπαναχώρησης της τελευταίας από τη σύμβαση της πώλησης μετά την ματαίωση εκ μέρους των αγοραστών της αίρεσης πληρωμής του τιμήματος, υπό την οποία τελούσε η πώληση αυτή.

Δεχόμενο αυτά το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από τους ενάγοντες και τη προσθέτως παρεμβαίνουσα και ειδικώτερα τον άνω ισχυρισμό αυτών περί του ότι η σύμβαση της ανώμαλης πώλησης του επιδίκου από την προσθέτως παρεμβαίνουσα στους εναγομένους τελούσε υπό την αίρεση αποπληρωμής του τιμήματος, η οποία δεν εκπληρώθηκε κατόπιν δηλώσεως των αγοραστών εναγομένων ότι ματαιώνουν την αγορά με αποτέλεσμα να υπαναχωρήσει η πωλήτρια από αυτήν, με το να αποδεχθεί την δήλωση εκείνων για ματαίωση της σύμβασης, που συνιστά βάση αντένστασης και συνεπώς "πράγμα" κατά την έννοια τα άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ.

κατά της ως άνω ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων, αφού όπως προέκυψε, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι οι εναγόμενοι αγοραστές δήλωσαν στην πωλήτρια προσθέτως παρεμβαίνουσα, πριν από την αποπληρωμή του τιμήματος, ότι ματαιώνουν την αγορά του επιδίκου αγροτεμαχίου και η πωλήτρια αποδέχθηκε την δήλωσή τους αυτή, καταργώντας έτσι τη σύμβαση και επομένως δεν χρειαζόταν να ισχυρισθούν και υπαναχώρηση από αυτή, όπως εκ περισσού δέχθηκε το Εφετείο, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ.

α' ΚΠολΔικ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται επίσης αιτίαση από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β', ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ο Κ.

Μ. ή Μ., εκτός από την προσθέτως παρεμβαίνουσα τέταρτη αναιρεσίβλητη, θυγατέρα του, είχε και άλλες δύο θυγατέρες, την Κ. και την Ν., οι οποίες μεταπεβίωσαν εκείνου και συνεπώς το δικαίωμα της παρεμβαίνουσας δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσιβλήτων περιορίζεται αντιστοίχως και β) τον ισχυρισμό των ιδίων ότι από το πωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο απέκτησαν από την τέταρτη αναιρεσίβλητη, οι λοιποί από αυτούς, το επίδικο, και από τις καταθέσεις των μαρτύρων προκύπτει ότι οι ανωτέρω δύο θυγατέρες του Κ.

Μ., μεταπεβίωσαν εκείνου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος για μεν τον πρώτο ισχυρισμό ως αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμόν, τον οποίο και απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι ο ανωτέρω Κ. Μ. κατέλιπε μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμου του την τέταρτη αναιρεσίβλητη (παρεμβαίνουσα) και για τον δεύτερο ισχυρισμό, ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ.

β ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά κανόνα σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., ανελέγκτως αναιρετικώς εκτίμησε περί πραγματικών γεγονότων του Εφετείου. ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔικ. προκύπτει ότι ο από αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι ιδρύεται όταν αναφέρεται ότι τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν τα επικαλέσθηκε ο διάδικος και ακόμα πρέπει αυτά να προσκομίσθηκαν προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο α) το υπ' αριθμ. .../1992 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σερρών Δημ. Παπαδοπούλου από το οποίο αποδεικνύεται ότι η αγορά του διαμερίσματος από τους εναγομένους που απετέλεσε κατά το Εφετείο τον λόγο για τον οποίο αυτοί υπαναχώρησαν από την ανώμαλη δικαιοπραξία της πώλησης σ' αυτούς του επίδικου από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, και β) την υπ' αριθμ. 92/2000 απόφαση του Μον.

Πρωτοδικείου Σερρών για εγγραφή στο επίδικο προσημείωσης υποθήκης, που προσκόμισαν οι εναγόμενοι προς απόδειξη του ότι είχαν λάβει το επίδικο στην νομή τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για μεν το πρώτο έγγραφο διότι ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε, ήτοι εκείνος που αφορά τα παραγωγικά αίτια που τους ώθησαν στη ματαίωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας, δεν είναι ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, για δε το δεύτερο έγγραφο, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ότι το εν λόγω έγγραφο το επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι.

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, προβαίνει δηλαδή σε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, καταλήγοντας σε συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο.

Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου και επομένως δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του εγγράφου, διότι στην περίπτωση αυτή υπάρχει ουσιαστικά εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και μόνο η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών στηρίζει στην περίπτωση αυτή σχετικό λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την άνω διάταξη του άρθρ. 599 αρ. 20 ΚΠολΔικ. αιτίαση της παραμόρφωσης του δεύτερου από τα προαναφερθέντα δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με τίτλο "συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους", καθόσον το Εφετείο, προκειμένου να ερμηνεύσει την δικαιοπρακτική βούληση των σ' αυτό συμβαλλομένων, ήτοι των δύο πρώτων εναγομένων και ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας, αναφέρεται σε ορισμένο απόσπασμα του συμφωνητικού αυτού σύμφωνα με το οποίο οι αγοραστές είναι υποχρεωμένοι να παραδώσουν στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πωλήτριας το ποσό των 3.150.000 δρχ.

ο οποίος οφείλει να το αποδώσει στην πωλήτρια αμέσως μετά τη μεταγραφή της απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών που θα επικύρωνε την συμφωνία της πώλησης, στο οποίο το δικαστήριο εκείνο προσέδωσε το νόημα ότι οι συμβαλλόμενοι εξήρτησαν την πώληση από την αναβλητική αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος μέχρι την επικύρωσή της ως ανώμαλης δικαιοπραξίας, στηριζόμενο στην τελευταία φράση "που θα επικύρωνε τη συμφωνία της πώλησης", η οποία όμως δεν υπήρχε στο απόσπασμα του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά σε άλλο σημείο αυτού, από το οποίο αποσπάσθηκε από το Εφετείο και προστέθηκε στο τέλος αυτής της επίμαχης περικοπής αυτού.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ' όσον εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα παραπάνω μετά από ερμηνεία του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου και όχι μετά από διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση αυτού, αφού δέχθηκε το περιεχόμενό του όπως είχε, αλλά το ερμήνευσε κατά τον τρόπο που αναφέρεται παραπάνω.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορριπτει την από 29/4/2004 αίτηση αναιρέσεως των Δ. Κ. κ.λ.π. κατά της υπ' αριθμ. 3497/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικαζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα ευρώ (1.170).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ