Supreme Court dismisses State's appeal on procedural grounds regarding tax claims and evidence presentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting the taxpayers' claims. The taxpayers argued that the State failed to prove the existence and priority of its tax claims, while the State contended it had properly presented evidence. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court's reasoning relied solely on procedural defects in the State's presentation rather than a substantive review of the tax claims' validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 182 § 1 and 183 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the lower court's decision rests exclusively on procedural grounds regarding the presentation of evidence, without conducting a substantive examination of the disputed claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1659 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1659/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και ήδη (από 1-1-2017) από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Έδεσσας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων : Α. 1) Θ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Μ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 3) Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Α. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 5) Π. Ο. του Ε., κατοίκου ..., 6) Δ. Ο. του Α., κατοίκου ..., 7) Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., 8) Ε. Ξ. του Λ., κατοίκου ..., 9) Σ. Ξ. του Λ., κατοίκου ..., 10) Α. Π. του Λ., κατοίκου ..., 11) Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., 12) Ζ. Ξ. του Λ., κατοίκου ..., 13) Α.
Ε. του Η., κατοίκου ..., 14) M. B. του F. (Μ. Μ. του Φ.), κατοίκου ..., 15) Ρ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 16) Α. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 17) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 18) Ε. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 19) Γ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 20) V. S. του M. (Β. Σ. του Μ.), κατοίκου ..., 21) A. Z. του S. (Α. Ζ. του Σ.), κατοίκου ..., 22) V. K. του X. (Β. Κ. του Ξ.), κατοίκου ..., 23) G. K. του H. (Γ. Κ.
του Η.), κατοίκου ..., 24) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 25) Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 26) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 27) A. S. του I. (Α. Σ. του Ι.), κατοίκου ..., 28) Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 29) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 30) A. S. του B. (Α. Σ. του Μ.), κατοίκου ..., 31) O. A. του T. (Ο. Α. του Τ.), κατοίκου ..., 32) E. S. του T. (Ε. Σ. του Τ.), κατοίκου ..., 33) Ε. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 34) L.
J. του S. (Λ. Γ. του Σ.), κατοίκου ..., 35) Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 36) Σ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 37) Ε. - Α. Ρ. - Β. του Ε., κατοίκου ..., 38) Χ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 39) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 40) Σ. Ι. του Α., κατοίκου ... και 41) Ν. Γ. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου, πλην των :
α) 14ης M. B. του F. (Μ. Μ. του Φ.), β) 31 O. A. του T. (Ο. Α. του Τ.), γ) 33ης Ε. Γ. του Ι., δ) 37ης Ε. - Α. Ρ. - Β. του Ε. και ε) 38ου Χ. Τ. του Θ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Β. 1) Ε. Δ. του Π., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Π. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 4) Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 5) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 9) Π. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 10) Χ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Μ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 12) Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., 13) Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 14) Β. Ν. του Π., κατοίκου ..., 15) Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 16) Ε. Κ. του Β..., 17) Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 18) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 19) Σ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 20) Μ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 21) Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., 22) Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., 23) Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 24) Ι. Τ. του Β., κατοίκου ..., 25) Κ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., 26) Δ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 27) Δ. Δ. του Λ., κατοίκου ..., 28) Α. Κ. του Τ., κατοίκου ..., 29) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 30) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., και 31) Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπεκιάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-07-2017, 01-09-2014, 05-09-2014, 13-10-2014 ανακοπές και τους από 19-09-2014 πρόσθετους λόγους της πρώτης εξ αυτών ανακοπής, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 429/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-05-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1 και 2 και 576 §§ 1 ως 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί, ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης και, αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή μη της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 1211/2021, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1130/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 119/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο με τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι Μ. Μ. (M. B.), Ο. Α. (O. A.), Ε. Γ., Ε.-Α. Ρ.-Β. και Χ. Τ., οποίοι φέρουν στο αναιρετήριο τους αριθμούς Α-14, Α-31, Α-33, Α-37 και Α-38, αντίστοιχα. Από την ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ. Ν., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι Θ. Ζ. κ.λπ., προκύπτει ότι τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδουν όλοι οι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή και οι ως άνω πέντε απολειπόμενοι. Εφόσον, συνεπώς, αυτοί δεν εμφανίστηκαν στην ανωτέρω δικάσιμο, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 972 § 1 KΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.
Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ` αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου με την έννοια του άρθρο 118 KΠολΔ.
Ειδικότερα, η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και συγκεκριμένα στη διαδικασία της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή. Στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους, κατά το άρθρο 974 KΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 KΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.
Συνεπώς, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.
Για το σκοπό αυτό η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, καθώς και του προνομίου της. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 § 1 KΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή ή ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 KΠολΔ, αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν αποτελεί δικαστική αρχή, ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας τελικά τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα, χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι` αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 KΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (Ολ.Α.Π. 1 και 2/2010, Α.Π. 1349/2011).
Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα (ή δικαστική απόφαση) που είναι εμπρόθεσμα, μέσα στη νόμιμη ως άνω προθεσμία, κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, με τα οποία αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή ή το προνόμιό του και το οποίο αναφέρεται στο αναγγελτήριο, και τα οποία είναι προσιτά σε όλους (Α.Π. 69/2022, ΑΠ 2068/2013, ΑΠ 1087/2013).
Ειδικότερα ως προς την αναγγελία του Δημοσίου, από τις διατάξεις α) του άρθρου 61 § 1 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων), που ορίζει ότι "1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας.
Διά τας μη ληξιπρόθεσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών ..." και β) του άρθρου 55 § 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "1. Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.
Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας", προκύπτει ότι ο διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου, ήδη ο προϊστάμενος Δ.Ο.Υ., σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται από τρίτο, υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο, ήδη στη Δ.Ο.Υ., χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη.
Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (Α.Π. 1087/2013). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, για το ορισμένο της περιγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων, μπορεί δε η περιγραφή της απαίτησης που περιέχεται στην αναγγελία του Δημοσίου να συμπληρωθεί νόμιμα από τον πίνακα ή άλλο δημόσιο έγγραφο που είναι κατατεθειμένο από αυτό ή άλλον στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτό σε όλους, ή με νέο αναγγελτήριο εντός της νόμιμης προθεσμίας (Α.Π. 69/2022, Α.Π. 405/2020, Α.Π. 461/2018, Α.Π. 129/2018, Α.Π. 679/2016, Α.Π. 1353/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ, οι λόγοι της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο, εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατάταξης από την αναγγελία και μέχρι τη σύνταξη του πίνακα. Από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 216 § 1, 585 και 933 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, αρκεί και μόνον η άρνηση αυτή για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Στην περίπτωση αυτή, ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται και οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεστεί κατά τρόπο ορισμένο και να αποδείξει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό και δεν επικαλεστεί και αποδείξει τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης και του προνομίου του, η ανακοπή γίνεται δεκτή (Α.Π. 1585/2022, Α.Π. 602/2022, Α.Π. 1001/2019). Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή επιτρέπεται, ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση με έγγραφα, εφόσον η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση σε βάρος του καθ' ου η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, εφόσον οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (Α.Π. 701/2022, Α.Π. 108/2018, Α.Π. 1907/2011, Α.Π. 1311/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27-5-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 429/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι αναιρεσίβλητοι με τα στοιχεία Α1 έως Α41 Θ.
Ζ. κ.λπ. με την από 21-7-2014 ανακοπή τους και τους από 19-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής, οι αναιρεσίβλητοι με τα στοιχεία Β1 έως Β31 Ε. Δ. κ.λπ. με την από 1-9-2014 ανακοπή τους και οι Μ. Α. (B. A.) κ.λπ. (μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) με την από 5-9-2014 ανακοπή τους, ζήτησαν τη μεταρρύθμιση του .../2014 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Μ.
Ρ., με την αποβολή του καθ' ου οι ανακοπές Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσείοντος) και την κατάταξη αυτών στο ποσό που ελευθερώνεται, ενώ το αναιρεσείον Δημόσιο με την από 13-10-2014 ανακοπή του ζήτησε τη μείωση των προαφαιρούμενων εξόδων κατά το ποσό, που αφαιρέθηκε από το διανεμητέο πλειστηρίασμα για αμοιβές και δαπάνες της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, και την κατάταξή του στο ποσό αυτό.
Οι ανακοπές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 45/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία απορρίφθηκαν οι ανακοπές των Μ. Α. και του Δημοσίου, έγιναν δεκτές οι ανακοπές των αναιρεσίβλητων και μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας με τη μερική αποβολή του Δημοσίου και την κατάταξη αυτών.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις το Δημόσιο και οι Μ. Α. κ.λπ., οι οποίες απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη 429/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Δυνάμει της με αριθμό ....2014 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Μ.
Ρ., εκπλειστηριάσθηκε την 8.1.2014, με επίσπευση της ανώνυμης εταιρείας ... βάσει της υπ' αριθμ. .../2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ως εκτελεστού τίτλου, για ικανοποίηση μέρους της απαίτησης της άνω επισπεύδουσας, ποσού 30.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, η ειδικότερα περιγραφόμενη στη με αριθμό ....2012 έκθεση κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Α.
Κ. ακίνητη περιουσία της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "AGROCOM Α.Ε" ... Κατά το διενεργηθέντα πλειστηριασμό, στις 8.1.2014, ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Μ. Ρ., επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα 853.020 ευρώ ...
ακολούθως δε, επειδή δεν επαρκούσε το, μετά την αφαίρεση των εξόδων, εναπομείναν πλειστηρίασμα εκ 830.536,01 ευρώ προς ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, συντάχθηκε από την ίδια συμβολαιογράφο και επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ο προσβαλλόμενος υπ’ αριθμ. .../25.6.2014 πίνακας κατάταξης. Στον παραπάνω πλειστηρίασμα αναγγέλθηκαν, μεταξύ άλλων:
α) το Ελληνικό Δημόσιο [αναιρεσείον] για συνολική απαίτηση ποσού 22.507.612,11 ευρώ, το οποίο κατατάχθηκε στο σύνολο του πλειστηριάσματος, οριστικά και προνομιακά κατά την τάξη του άρθρου 975 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 33 παρ. 2 Ν. 4141/2013), προς μερική ικανοποίηση της συνολικά αναγγελθείσας απαίτησής του από Φ.Π.Α.
και τις επ' αυτού προσαυξήσεις, β) οι ανακόπτοντες της με αριθμό κατάθεσης 420/2014 ανακοπής ... [Α-1 έως Α-41 αναιρεσίβλητοι] οι οποίοι ζητούσαν να καταταγούν στον πίνακα κατάταξης που επρόκειτο να συνταχθεί για το σύνολο των αναφερόμενων στην αναγγελία απαιτήσεών τους, άλλως, σε περίπτωση διανομής του πλειστηριάσματος, οριστικά και προνομιακά κατά την τάξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, για τις αναφερόμενες στην αναγγελία ειδικότερες για τον καθένα απαιτήσεις, που προέκυψαν από σχέση εξαρτημένης εργασίας με την οφειλέτρια - καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, στις 11.7.2012, οι οποίες (απαιτήσεις) τους επιδικάσθηκαν με τη με αριθμό 61/2012 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρύας Βρύσης, την ύπαρξη, το ύψος και το προνόμιο των οποίων (αναγγελθεισών απαιτήσεων των ανακοπτόντων) δεν αμφισβητεί εξάλλου το καθ' ου η ανακοπή οι οποίες όμως τελικά δεν κατατάχθηκαν στον πίνακα ελλείψει υπολοίπου πλειστηριάσματος και γ) οι ανακόπτοντες της με αριθμό κατάθεσης 485/2014 ανακοπής ... [Β-1 έως Β-31 αναιρεσίβλητοι] οι οποίοι ζητούσαν να καταταγούν στον πίνακα κατάταξης που επρόκειτο να συνταχθεί για το σύνολο των αναφερόμενων στην αναγγελία απαιτήσεων κατά την τάξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι οποίες (εργατικές απαιτήσεις) τους επιδικάσθηκαν ...
Ούτε, όμως, οι άνω απαιτήσεις, την ύπαρξη, το ύψος και το προνόμιο των οποίων δεν αμφισβητεί εξάλλου το καθ' ου η ανακοπή, κατατάχθηκαν στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, λόγω έλλειψης υπολοίπου πλειστηριάσματος. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, οι ανακόπτοντες των ως άνω ανακοπών ... αμφισβήτησαν και αρνήθηκαν την απαίτηση και το προνόμιο αυτής του ως άνω καταταγέντος καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου.
Ωστόσο, το καθ' ου η ανακοπή, με τις προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ουδόλως επικαλέστηκε και προσκόμισε οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξή της, μη ανταποκρινόμενο στο δικονομικό βάρος απόδειξης της αναγγελθείσας απαίτησής του. Σημειώνεται ότι η γενόμενη με τις πρωτόδικες προτάσεις του ως άνω καθ' ου αναφορά στην αναγγελία του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, η οποία και μόνο προσκομίσθηκε, δεν συνιστά σαφή και ορισμένη επίκληση των παραγωγικών γεγονότων της απαίτησής του και του προνομιακού χαρακτήρα αυτής, καθόσον για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελθείσας απαίτησης δεν αρκεί η παραπομπή στην αναγγελία ...
ούτε άλλωστε τούτη (αναγγελία) αρκεί για την απόδειξη της απαίτησης, η οποία εξάλλου θα μπορούσε ευχερώς να προκύψει από τις σχετικά εκδοθείσες από το καθ' ου εκθέσεις ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού Φ.Π.Α. σε βάρος της οφειλέτριας εταιρείας. Πρέπει, επομένως, ο σχετικός λόγος των ως άνω ανακοπών ... να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος, να αποβληθεί από τον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης το ως άνω καθ' ου η ανακοπή και δη κατά ποσό ίσο με τις άνω απαιτήσεις των ανακοπτόντων, στο οποίο, να καταταγούν προς ικανοποίηση της απαίτησής τους, οι ανακόπτοντες των άνω ανακοπών, των οποίων εξάλλου την απαίτηση και προνομιακό χαρακτήρα αυτών, κατά τα άνω αναφερθέντα, δεν αμφισβητεί το καθ' ου." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή το καθ' ου οι ανακοπές-αναιρεσείον Δημόσιο δεν ανταποκρίθηκε, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο βάρος της επίκλησης κατά τρόπο ορισμένο της ύπαρξης, του περιεχομένου, του μεγέθους και του προνομιακού χαρακτήρα των απαιτήσεών του, και απέρριψε την έφεσή του επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 972 § 1, 975, 977 ΚΠολΔ, 55 και 61 § 1 του α.ν. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), αφού μόνη η παραπομπή του καθ' ου-αναιρεσείοντος με τις πρωτόδικες προτάσεις του στην αναγγελία του, χωρίς παράθεση του περιεχομένου της, όπως αυτό συμπληρώνεται από τον συνοδεύοντα αυτήν υποχρεωτικώς κατ' άρθρο 55 § 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
πίνακα χρεών, στον οποίο αναφέρονται το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, η χρονολογία της βεβαίωσής τους και οι τυχόν υπάρχουσες ασφάλειες, δεν συνιστά σαφή και ορισμένη επίκληση των παραγωγικών περιστατικών των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος και του προνομιακού χαρακτήρα τους.
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το Δημόσιο προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση. Με σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου, το αναιρεσείον προβάλλει επίσης πλημμέλεια από τον αρ. 19 με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία, επειδή, παρόλο που αναφέρει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, εν συνεχεία δέχεται με αντιφατικό τρόπο ότι το αναιρεσείον δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος της απόδειξης της ύπαρξης της απαίτησης και του προνομίου της, παρόλο που αυτό (αναιρεσείον) είχε προσκομίσει και επικαλεστεί σχετικώς το 8727/28-2-2018 έγγραφο της Δ.Ο.Υ.
Έδεσσας με τα συνημμένα σε αυτό αντίγραφα καταλογιστικών πράξεων προσδιορισμού και προστίμου Φ.Π.Α., των σχετικών εκθέσεων ελέγχου και των ταμειακών βεβαιώσεων, από τα οποία προέκυπταν τα ανωτέρω στοιχεία. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα το 8727/28-2-2018 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Έδεσσας με τα συνημμένα σε αυτό αντίγραφα καταλογιστικών πράξεων προσδιορισμού και προστίμου Φ.Π.Α., των σχετικών εκθέσεων ελέγχου και των ταμειακών βεβαιώσεων, που προσκόμισε και επικαλέστηκε το αναιρεσείον στη δευτεροβάθμια δίκη, από τα οποία προέκυπτε η ύπαρξη και το προνόμιο των απαιτήσεών του.
Εφόσον, όμως, το Εφετείο δέχτηκε τη βασιμότητα των ανακοπών των αναιρεσίβλητων και απέρριψε την έφεση με επάλληλη αιτιολογία, και συγκεκριμένα με τις παραδοχές ότι το αναιρεσείον α) δεν προέβη με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε σαφή και ορισμένη επίκληση των παραγωγικών γεγονότων των απαιτήσεων και του προνομιακού χαρακτήρα τους, όπως όφειλε, και β) δεν απέδειξε τις απαιτήσεις του αυτές, επειδή η παραπομπή στην αναγγελία του δεν αρκεί προς τούτο, και απορρίφθηκε ο αναιρετικός λόγος, που προσβάλλει την πρώτη από τις ανωτέρω αιτιολογίες, το πόρισμα της οποίας στηρίζεται αποκλειστικά σε διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, και συγκεκριμένα τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να εξαρτάται από τα ανωτέρω έγγραφα των φορολογικών αρχών, η αιτιολογία δε αυτή στηρίζει πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η μη νόμιμη επίκληση εκ μέρους του καθ' ου-αναιρεσείοντος των απαιτήσεών του στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία οι ανακόπτοντες αμφισβήτησαν την ύπαρξη και το προνόμιο αυτών, έχει ως αποτέλεσμα την παραδοχή της ανακοπής, μόνο δε σε περίπτωση νόμιμης επίκλησης θα ακολουθούσε ο έλεγχος της ύπαρξης και του προνομίου των απαιτήσεων του καθ' ου-αναιρεσείοντος, ο εξεταζόμενος λόγος ασκεί επιρροή αποκλειστικά στη δεύτερη αιτιολογία, δηλαδή τη μη απόδειξη των απαιτήσεων και του προνομίου του Δημοσίου, και όχι στην πρώτη, επομένως είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 182 § 1 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της 134423/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 11 Β'/1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Το αναιρεσείον Δημόσιο νομίμως δεν κατέθεσε παράβολο, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 του ν.δ. 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και 19 § 1 του κ.δ. από 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου", και συνεπώς η απόφαση δεν διαλαμβάνει διάταξη περί αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-5-2021 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 429/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ