1659/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1659/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 7§1 του εφαρμοστέου, εν προκειμένω, Ν.Δ. 1266/1972, ενόψει ότι η ένδικη σύμβαση εργολαβίας καταρτίστηκε, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, στις 28-5-1985, ήτοι πριν την 1-2-1986 (άρθρο 27§1 Ν. 1418/1984 σε συνδυασμό με τα άρθρα 15§3 Ν. 1561/1985 και 61§1 Π.Δ. 609/1985) ορίζεται ότι: "Η πληρωμή εις τον ανάδοχον του έργου γίνεται τμηματικώς κατά την διάρκειαν της κατασκευής του έργου βάσει πιστοποιήσεως των εκτελεσθεισών εργασιών.
Full text
Απόφαση 1659 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1659/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο.Α.ΔΥ.Κ.) Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στα …, και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δαμηλάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δερβιτσιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 565/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή του και τους από 14 Νοεμβρίου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο από 14-11-2013 πρόσθετος λόγος αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 14-11-2013 πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 565/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε επί των από 7-2-2005 και 28-4-2005 εφέσεων του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 78/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-1994 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Στο άρθρο 7§1 του εφαρμοστέου, εν προκειμένω, Ν.Δ. 1266/1972, ενόψει ότι η ένδικη σύμβαση εργολαβίας καταρτίστηκε, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, στις 28-5-1985, ήτοι πριν την 1-2-1986 (άρθρο 27§1 Ν. 1418/1984 σε συνδυασμό με τα άρθρα 15§3 Ν. 1561/1985 και 61§1 Π.Δ. 609/1985) ορίζεται ότι: "Η πληρωμή εις τον ανάδοχον του έργου γίνεται τμηματικώς κατά την διάρκειαν της κατασκευής του έργου βάσει πιστοποιήσεως των εκτελεσθεισών εργασιών.
Αι πιστοποιήσεις συντάσσονται παρά του αναδόχου του έργου κατά χρονικά διαστήματα καθοριζόμενα εν τη συμβάσει, αι δε βάσει αυτών πληρωμαί ενεργούνται παρά του κυρίου του έργου, μετ' έλεγχον και επισημειωματικήν έγκρισιν της διευθυνούσης Υπηρεσίας, εντός μηνός από της υποβολής των. Εάν η πληρωμή καθυστερήση πέραν του μηνός από της λήξεως της προθεσμίας καθ' ην ώφειλε να πραγματοποιηθή άνευ υπαιτιότητος του αναδόχου του έργου, ούτος δικαιούται τόκου υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών προς εξ τοις εκατόν (6%) ετησίως, από της υποβολής περί τούτου οχλήσεως....".
Περαιτέρω, στο άρθρο 26§1 εδ. α' Ν. 1882/1990 ορίζεται ότι "με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επιτρέπεται να επιβάλλονται κατά οφειλετών, που δεν έχουν εκπληρώσει τις από οποιαδήποτε αιτία οφειλές τους προς το Δημόσιο, περιορισμοί και απαγορεύσεις, που ανάγονται στις κάθε φύσεως συναλλαγές, πράξεις ή ενέργειες αυτών είτε με τους ιδιώτες, είτε με το Δημόσιο, δήμους κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ιδρύματα κάθε κατηγορίας, οργανισμούς, τράπεζες, επιχειρήσεις δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα νομοθεσία".
Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2048300/6844-11/0016/9-8-1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, στο άρθρο 1 της οποίας αναφέρεται ότι "Καθίσταται υποχρεωτική η προσκόμιση αποδεικτικού ενημερότητας για τα από οποιαδήποτε αιτία χρέη προς το Δημόσιο από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο: 1.
Για την είσπραξη χρημάτων ή την εξόφληση τίτλων πληρωμής από δημόσιους υπολόγους, δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ), τελωνεία, δήμους, κοινότητες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις δημόσιας ή κοινής ωφέλειας και γενικά επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία, καθώς και από αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των παραπάνω, εφόσον το ποσό του τίτλου υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την από 28-5-1985 σύμβαση εργολαβίας, που καταρτίστηκε στα Χανιά μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντος, ο πρώτος (εναγόμενος) ανέθεσε απευθείας με την υπ' αριθμ. 5/1985 απόφασή του στο δεύτερο (ενάγοντα) την εκτέλεση του έργου "Συμπληρωματικές εργασίες Δικτύων και Αγροτική Οδοποιία Περιοχής Ι.
Κοινότητας Σκινέ Ν. Χανίων", για το οποίο ίσχυαν οι διατάξεις που έχουν αναφερθεί παραπάνω. Σε εκτέλεση των όρων της εν λόγω συμβάσεως ο ενάγων άρχισε την κατασκευή του και το αποπεράτωσε στις 31-12-1986. Ακολούθως δε το έργο αποπερατωμένο παραλήφθηκε από το εναγόμενο με το από 1-8-1990 πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 3098/12-9-1990 απόφασή του.
Ο ενάγων προηγουμένως με την υπ' αριθμ. 1062/30-3-1988 αναφορά του υπέβαλε την τελική επιμέτρηση (τελικό συνοπτικό επιμετρικό πίνακα) και ζήτησε τη σύσταση επιτροπής για την προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, που εγκρίθηκε από το εναγόμενο στις 31-5-1988. Ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας Υπηρεσίας συνέταξε τον 1° Συγκριτικό Πίνακα στις 10-7-1991, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 4693/11-11-1991 απόφαση και κατά τον μήνα Νοέμβριο του 1993 το 2° Συγκριτικό Πίνακα, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 6388/31-12-1993 απόφαση, με βάση δε τους πίνακες αυτούς ο ενάγων κατάρτισε την 6η την 7η πιστοποίηση για τα ποσά των 21.930.998 και 3.136.918 δραχμών αντίστοιχα, στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.
Η 6η πιστοποίηση πληρώθηκε τμηματικά, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, από 31-3-1992 έως 24-11-1993. Για την είσπραξη δε μέρους του ποσού της εν λόγω πιστοποίησης εκ δραχμών 12.608.966, για το οποίο ο αναλογούν ΦΠΑ εκ 18% ανερχόταν σε 2.269.614 δραχμών, ο ενάγων είχε εκδώσει το υπ' αριθμ. 70/3-8-1992 τιμολόγιο, το οποίο όμως δεν πληρώθηκε κατά τον χρόνο της εκδόσεώς του, αλλά στις 28-1-1993, ενώ έναντι της 7ης πιστοποίησης το εναγόμενο κατέβαλε στον ενάγοντα στις 23-11-1993 το ποσό των 1.697.021 δραχμών.
Από όλα τα παραπάνω, τα οποία άλλωστε ομολογεί το εναγόμενο, προκύπτει ότι ο συγκριτικός πίνακας έπρεπε να είχε συνταχθεί έως τις 1-6-1988. Η μη σύνταξη του δε μέχρι το χρόνο αυτόν, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά τα ως άνω, είχε ως αποτέλεσμα να υποβληθούν με καθυστέρηση οι αναφερθείσες πιστοποιήσεις και να καθυστερήσει η είσπραξη του εργολαβικού ανταλλάγματος και να γίνει τμηματικά η πληρωμή της 6ης πιστοποίησης και ότι από το ποσό της 7ης πιστοποιήσεως οφείλεται ακόμη στον ενάγοντα μετά του Φ.Π.Α.
το ποσό των 1.698.016 δραχμών. Περαιτέρω από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το εκτελεσθέν έργο περιλάμβανε, εκτός από τις συμφωνηθείσες εργασίες (συμβατικές εργασίες) και νέες εργασίες, που κατέστησαν αναγκαία τη διαφοροποίηση του προϋπολογισμού του έργου. Ο ενάγων στις 30-3-1988 υπέβαλε προς το εναγόμενο την τελική συνοπτική επιμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών (τελικό συνοπτικό επιμετρητικό πίνακα) και ζήτησε τη σύσταση επιτροπής για την προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, αλλά παρέλειψε να υποβάλει σχετική αίτηση για την αναγκαιότητα των εκτελεσθεισών νέων εργασιών, την έκταση αυτών σε αριθμητικές μονάδες και τη ζητούμενη τιμή, η οποία υποβλήθηκε στις 28-6-1991 και έλαβε αριθμ.
πρωτοκόλλου 2524/28-6-1991, οπότε και διενεργήθηκαν επιτοπίως οι τελικές επιμετρήσεις του έργου. Εξαιτίας δε της παράλειψης αυτής του ενάγοντος δεν μπορούσε να συνταχθεί κατά το διαμεσολαβήσαν έως στις 28-6-1991 χρονικό διάστημα το πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών και ο συγκριτικός πίνακας. Το εναγόμενο με το υπ' αριθμ. 2734/10-7-1991 έγγραφο του διαβίβασε προς τον ενάγοντα το υποβληθέν σ' αυτό στις 28-6-1991 σχέδιο του συγκριτικού πίνακα, που είχε συντάξει ο ίδιος, προκειμένου να ο υπογράψει και να δικαιολογηθεί η σύμπραξή του για την κατάρτιση του εν λόγω πίνακα και ζήτησε από αυτόν να υποβάλει οριστικοποιημένους τους πίνακες αναθεώρησης, που ήταν απαραίτητοι για την τακτοποίηση του Συγκριτικού Πίνακα.
Ο ενάγων συμμορφώθηκε προς τις υποδείξεις αυτές του εναγόμενου και υπέβαλε τα αιτηθέντα στοιχεία με το από 17-7-1991 έγγραφο του, που περιήλθε στην υπηρεσία του εναγόμενου στις 23-7-1991 και έλαβε αριθμό πρωτ. 2881/23-7-1991 και έτσι κατέστη δυνατή η εμπρόθεσμη σύνταξη του Πρωτοκόλλου Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων - Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) και του Συγκριτικού Πίνακα, που εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 7/1991 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου, η οποία γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 4693/11-11-1991 έγγραφο του. Ενόψει της κατάστασης αυτής ο ενάγων κατάρτισε και υπέβαλε προς το εναγόμενο την 6η πιστοποίηση εργασιών, αλλά αυτή είχε ελλείψεις και το εναγόμενο επέστρεψε αυτήν στον ενάγοντα για τη συμπλήρωσή της και ο τελευταίος επανυπέβαλε αυτήν στο εναγόμενο με το από 30-1-1992 έγγραφο του που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου κατά την περιέλευσή της στην υπηρεσία του εναγομένου 346/31-1-1992.
Για την εξόφληση της πιστοποίησης αυτής το εναγόμενο κατέβαλε στον ενάγοντα στις 31-3-1992 το ποσό των 5.932.202 δραχμών, στις 11-5-1992 το ποσό των 3.389.830 δραχμών, στις 28-1-1993 το ποσό των 3.813.560 δραχμών, στις 14-4-1993 το ποσό των 6.779.661 δραχμών, στις 15-11-1993 το ποσό των 1.694.915 δραχμών και στις 24-11-1993 το ποσό των 320.830 δραχμών. Εν συνεχεία ο ενάγων υπέβαλε προς το εναγόμενο με το από 2-12-1992 έγγραφο του, που έλαβε από την υπηρεσία του εναγόμενου αριθμό πρωτ. 5.606/7-12-1992, σχέδιο του 2ου (τακτοποιητικού) Συγκριτικού Πίνακα και πίνακα ποσοτήτων νέων εργασιών, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 2/1993 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου, η οποία γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα με το υπ' αριθμ. 6388/31-12-1993 έγγραφο του εναγόμενου.
Να σημειωθεί ότι ο ενάγων με το από 16-11-1992 έγγραφό του, που έλαβε από την υπηρεσία του εναγόμενου αριθμό πρωτοκόλλου 5311/20-11-1992, υπέβαλε προς αυτό την 7η (τελική) πιστοποίηση εργασιών. Η πιστοποίηση όμως αυτή είχε επιστραφεί σ' αυτόν (ενάγοντα) με το υπ' αριθμ. 5225/9-12-1992 έγγραφο του εναγόμενου λόγω μη εγκρίσεως του ως άνω Συγκριτικού πίνακα.
Μετά την έγκριση του συγκριτικού πίνακα και πριν γνωστοποιηθεί, στον ενάγοντα η έγκριση αυτού, ο τελευταίος επανυπέβαλε την ως άνω 7η (τελική) πιστοποίηση εργασιών και εισέπραξε μέσα σε δύο μήνες από την επανυποβολή της, ήτοι στις 23-11-1993 το χρηματικό ποσό των 1.697.921 δραχμών και απομένει υπόλοιπο, που ανέρχεται μετά του ΦΠΑ στο ποσό των 1.698.016 δραχμών.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι το εναγόμενο ως προς την έκτη πιστοποίηση δε είχε περιέλθει σε υπερημερία έως στις 31-3-1992, καθόσον η καθυστέρηση της συντάξεως του Πρωτοκόλλου Κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών και του 1ου Συγκριτικού Πίνακα, που είχε ως συνακόλουθο την καθυστέρηση στην υποβολή της πιστοποιήσεως αυτής, που έγινε στις 31-1-1992, οφείλεται αποκλειστικά στην προαναφερθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος καθυστέρησε να υποβάλει την αίτηση του αναφερθέντος πρωτοκόλλου και συγκριτικού πίνακα.
Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι οι ζητούμενες διορθώσεις του σχεδίου του συγκριτικού πίνακα και της άνω πιστοποιήσεως ήταν προσχηματικές προς το σκοπό να καθυστερήσει το εναγόμενο την πληρωμή της πιστοποιήσεως. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν προσεπιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, αλλά αντιθέτως αναιρείται από το γεγονός ότι ο ενάγων προέβη στις ζητηθείσες διορθώσεις και δεν υπέβαλε σχετική ένσταση.
Όσον δε αφορά την 7η πιστοποίηση δεν υφίσταται υπερημερία του εναγόμενου, καθόσον η καθυστέρηση στην πληρωμή της πιστοποιήσεως αυτής οφείλεται στην καθυστερημένη υποβολή από τον ενάγοντα της σχετικής αιτήσεως και του σχεδίου του 2ου Συγκριτικού Πίνακα, η δε άρνηση του εναγόμενου να καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό αυτής 1.698.016 δραχμών οφείλεται στο γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, εξοφλητική απόδειξη ή βεβαίωση του Ι.Κ.Α.
για την πληρωμή των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών για όσους απασχολήθηκαν στο έργο και το απαραίτητο τιμολόγιο. Επίσης το εναγόμενο δεν έχει περιέλθει σε υπερημερία, ως προς το ποσό των 2.269.914 δραχμών, που αντιπροσωπεύει τον Φ.Π.Α. του εκδοθέντος ως άνω υπ' αριθμ. 70/3-8-1992 τιμολογίου για ποσό 12.608.966 δραχμών, το οποίο ο ενάγων απέδωσε κατά το έτος εκδόσεώς του και το οποίο δεν εισέπραξε κατά το χρόνο της εκδόσεώς του, αλλά κατά το επόμενο έτος, καθόσον αυτός, επιδιώκοντας την προκαταβολή του από το εναγόμενο, εξέδωσε το τιμολόγιο αυτό με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να έχει λάβει σχετικές υποσχέσεις από το εναγόμενο, δεδομένου ότι οι υποσχέσεις αυτές ήταν αδύνατο να παρασχεθούν, αφού δεν είχε συνταχθεί και δεν είχε εγκριθεί ο οικείος Συγκριτικός Πίνακας και δεν είχε υποβληθεί η οικεία πιστοποίηση κατά την ως άνω ημερομηνία.
Το εναγόμενο όμως έχει περιέλθει σε υπερημερία, όσον αφορά την 6η πιστοποίηση εργασιών και για το χρονικό διάστημα από 1-4-1992, δηλαδή δύο μήνες μετά την υποβολή προς αυτό στις 31-1-1992 της ως άνω πιστοποιήσεως, έως στις 24-11-1993, οπότε εξοφλήθηκε ολοσχερώς το ποσό αυτό και οφείλει τόκους επί του υφιστάμενου κατά την 1-4-1992 υπολοίπου της, που καταβλήθηκε τμηματικώς έως στις 24-11-1993.
Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας διαμορφώθηκε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ως ακολούθως; 1) από 1-4-1992 έως 17-9-1992 σε 34% (Π.Δ.Τ.Ε. 2121/19- 9-1992 - ΦΕΚ 162Α/3 0-9-1992), 2) από ϊ 8-9-1992 έως 20-10-1992 σε 44% (Π.Δ.Τ. Ε 2124/17-9-1992- ΦΕΚ Α1 30-9-1992, 3) από 21-10-1992 έως 15-6-1993 σε 39% (Π.Δ.Τ.Ε. 2137/20-10-1002 - ΦΕΚ ΑΊ74/29-ΙΟ¬Ι 992), 4) από 16-6-1993 έως 30-9-1993 σε 33% (Π.Δ.Τ.Ε. 2214/15-6- 1993, ΦΕΚ-Α 111/29-6-1993), 5) από 1-10-1993 έως 25-10-1993 σε 36% (Π.Δ.Τ.Ε. 2253/1-10-1993 - ΦΕΚ ΑΊ70/1-10-1993 και 6) από 26-10-1993 έως 15-5-1994 σε 34% (Π.Δ.Τ.Ε. 2255/25-10-1993 - ΦΕΚ Α'191/26-10-1993).
Το υπόλοιπο οφειλής της 6ης πιστοποίησης στις 1-4-1992 ανερχόταν στο ποσό των 15.998.796 δραχμών (21.930.998-932.202) και λαμβανομένων υπόψη και των μεταγενέστερων καταβολών, όπως αυτές προσδιορίζονται παραπάνω, οι οφειλόμενοι τόκοι ανέρχονται: 1) από 1-4-1992 έως 11-5-1992 σε 609.353 δραχμές (15.998.796 Χ 34 Χ 41/36.000), 2) από 12-5-1992 έως 17-9-1992 σε 1.511.009 δραχμές (15.998.796 μείον 3.389.830 = 12.608.966 Χ 34 Χ 129/36.000), 3) από 18-9-1992 έως 20-10-1992 σε 500.225 δραχμές (12.608.966 Χ 44Χ3.3/36.000), 4) από 21-10-1992 έως 28-1-1993 σε 1.344.609 δραχμές (12.608.966 Χ 39 Χ 100/36.000), 5) από 29-1-1993 έως 14-4-1993 σε 714.235 δραχμές (12.608.966 μείον 3.813.560 = 8.795.406 Χ 39 Χ 76/36.000), 6) από 15-4-1993 έως 15-6-1993 σε 133.536 δραχμές (8.795.406 μείον 6.779.661 - 2.015.745 Χ 39 Χ 62/36.000), 7) από 16-6-1993 έως 30-9-1993 σε 195.003 δραχμές (2.015.745 Χ 33 Χ 107/36.000), 8) από 1-10-1993 έως 25-10-1993 σε 49.703 δραχμές (2.015.745 Χ 36 Χ 25/36.000), 9) από 26-10-1993 έως 15-11-1993 σε 39.431 δραχμές (2.015.745 Χ 34 Χ 21/36.000) και 10) από 16-11-1993 έως 24-11-1993, που έγινε η εξόφληση της πιστοποιήσεως σε 2.690 δραχμές (2.015.745 μείον 1.694.915 = 320.830 Χ 34 Χ 9/36.000) και συνολικά σε 5.099.794 δραχμές (609.353 + 1.511.009 + 500.225 + 1.344.609 + 714.235 + 133.536 + 195.003 + 49.703 + 39.431 + 2.690).
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 14.966,38 ευρώ. Για το ποσό αυτό οφείλονται οι νόμιμοι τόκοι από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και δεν οφείλονται τόκοι επί των δεδουλευμένων αυτών τόκων μέχρι την άσκηση της αγωγής (31-12-1994) και αυτό διότι η αγωγή με την οποία ζητούνται τόκοι για δεδουλευμένους τόκους δεν ανατρέχει στο παρελθόν, αλλά ο ανατοκισμός αρχίζει από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, η οποία διακόπτει τον ανατοκισμό, σύμφωνα άλλωστε και με την παραπάνω νομική σκέψη.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών η συνολική οφειλή του εναγόμενου ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 14.966,38 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και ειδικότερα ότι το εναγόμενο είχε περιέλθει σε υπερημερία ως προς την 6η πιστοποίηση και για το χρονικό διάστημα από 1-4-1992 έως 24-11-1993 δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς οι λόγοι των εφέσεων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 296 του Α.Κ. με το να επιδικάσει τόκους για δεδουλευμένους, κατά ως άνω, τόκους για το πριν από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την επίδοσή της χρονικό διάστημα".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε εμμέσως αλλά σαφώς ότι η απαγόρευση στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα να προβαίνουν σε πληρωμές χωρίς την υποβολή από το δικαιούχο των απαιτούμενων δικαιολογητικών δεν αποτελεί γεγονός που αποκλείει την υπερημερία του οφειλέτη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, όσον αφορά την 7η πιστοποίηση εργασιών, το αναιρεσείον δεν είχε περιέλθει σε υπερημερία, ενόψει του ότι η άρνησή του να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό, ύψους 1.698.016 δραχμών οφείλεται στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, εξοφλητική απόδειξη ή βεβαίωση του Ι.Κ.Α.
για την πληρωμή των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών για όσους απασχολήθηκαν στο έργο και το απαραίτητο τιμολόγιο. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι το αναιρεσείον περιήλθε σε υπερημερία κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-1992 μέχρι και τις 24-11-1993 μόνο με την παρέλευση διμήνου από την υποβολή της 6ης πιστοποίησης, αφού για να καταστεί εφικτή η πληρωμή επιβάλλεται ο δανειστής να είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερος.
Όμως, βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι το αναιρεσείον περιήλθε σε υπερημερία όσον αφορά την 6η πιστοποίηση εργασιών και για το χρονικό διάστημα από την 1-4-1992 μέχρι και τις 24-11-1993, οπότε και έλαβε χώρα οριστική εξόφληση του οφειλομένου ποσού, ενόψει του ότι από τις 31-1-1992, οπότε και υποβλήθηκε σ' αυτό (αναιρεσείον) η συγκεκριμένη πιστοποίηση, παρήλθε χρονικό διάστημα δύο μηνών, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει στην απόφασή του άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Σημειώνεται εδώ ότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει αν επικαλέστηκε περιστατικά θεμελιωτικά του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος αποτελεί ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ. Που να έχουν σχέση με το γεγονός ότι δεν κατέστη υπερήμερο από το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερος.
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, για το ορισμένο του λόγο αναίρεσης από τον αριθμό αυτόν (8), στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον τάδε ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του, ότι δεν μπορούσε να καταστεί υπερήμερος σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του σχετικού τιμολογίου από τον αναιρεσίβλητο και ότι δεν ετίθετο ζήτημα υπερημερίας, δεδομένου ότι υπήρξε ρητή συμφωνία με τον τελευταίο για καταβολή του υπολοίπου του οφειλομένου ποσού εντός του έτους 1993.
Με αυτό το περιεχόμενο ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ, προτάθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την προβολή των ισχυρισμών αυτών, με τους οποίους δεν ασχολήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Με το άρθρο 1§1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν.1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.
Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144§1 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569§2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577§2 ΚΠολΔ (Ολομ ΑΠ 33/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Πρόεδρος του Α1 Τμήματος όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης στις 16-12-2013.
Το αναιρεσείον στις 14-11-2013 κατέθεσε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 14-11-2013 δικόγραφο πρόσθετου λόγου αναίρεσης, το οποίο επέδωσε στον αναιρεσίβλητο την ίδια ημέρα της κατάθεσης, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7900 Γ'/14-11-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ.
Χ.. Έτσι η τριακοστή ημέρα από την επομένη της κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου αυτού συμπίπτει με τις 14-12-2013, που είναι Σάββατο, ενώ η επόμενη εργάσιμη ημέρα (Δευτέρα, 16-12-2013) έχει ορισθεί ως δικάσιμος της υπόθεσης, μέχρι της οποίας δεν μεσολαβεί πλήρης η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως ο άνω πρόσθετος λόγος δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος να απορριφθούν. Τέλος, πρέπει το αναιρεσείον να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191§2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τον από 14-11-2013 πρόσθετο λόγο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ