Legislator Case Law & Legislation
1659/2009 AI generated

1659/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1659/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1659/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση μετά από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) εμβαδού 400 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στον οικισμό ... και συνορεύει όπως στην απόφαση αναφέρεται, κατείχαν με διάνοια κυρίου οι γονείς του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και του εναγομένου, ΒΒ και ΓΓ.

Keywords

AI generated
previous legal status property ownership agricultural succession law attachment of real property restitution of expropriated property precautionary land acquisition
AI generated
50/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1993/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
741/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη-Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
138/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
695/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο-εισηγητή και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1659 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1659/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ταπόγλου, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/1999 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης λόγω αρμοδιότητας, 244/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης και 50/2003 του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1357/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ιωαννίνων. Το Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε την 151/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την διάταξη του άρθρ. 904 εδ.α` ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρ. 974 του ίδιου Κώδικα, από την οποία συνάγεται ότι η νομή είναι περιουσιακό στοιχείο το οποίο προσπορίζει περιουσιακή ωφέλεια στον αποκτώντα αυτήν, προκύπτει ότι ο νομέας του οποίου αφαιρέθηκε η νομή από τρίτο χωρίς νόμιμη αιτία μπορεί να ζητήσει με αγωγή (condictio possesionis), από τον αφαιρέσαντα, την απόδοση της ωφέλειας που συνίσταται στην αυτούσια απόδοση της νομής, δηλαδή του πράγματος επί του οποίου υφίσταται αυτή, ή της αξίας αυτής, εφόσον συντρέχουν οι όροι της διάταξης αυτής (904 ΑΚ), ήτοι αφαίρεση της νομής του ενάγοντος χωρίς νόμιμη αιτία από τον εναγόμενο, ο οποίος έγινε έτσι πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία αυτού, και απώλεια της περί προστασίας της νομής αγωγής π.χ.

λόγω παραγραφής αυτής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 983, 1710 ΑΚ συνάγεται ότι η νομή, ως περιουσιακό δικαίωμα μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα αυτοδικαίως, με την επαγωγή της κληρονομίας. Αν ο κληρονομούμενος είχε απωλέσει, όσο ζούσε, τη νομή με παράνομη αποβολή από τρίτο, δεν κληρονομείται η απωλεσθείσα νομή, αλλά οι κληρονόμοι υπεισέρχονται στις αξιώσεις του αποβληθέντος από τη νομή δικαιοπαρόχου τους, στους οποίους ανήκει και η από τα άρθρα 904 επ.

ανωτέρω αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού (condictio possesionis). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση απόρριψης της αναίρεσης, όταν το αιτιολογικό της απόφασης, δηλαδή η διάταξη του νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα κατωτέρω διαδικαστικά έγγραφα, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 16-3-1995 ένδικη αγωγή τους, εξέθεσαν ότι κατέστησαν συννομείς κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας, του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, από κληρονομία του κατά το έτος 1991 εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος ΑΑ, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, νομέα τούτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου από το έτος 1969 που αποβλήθηκε από τη νομή αυτού το έτος 1990 από τον εναγόμενο, συννομέα του ακινήτου, ο οποίος έτσι κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία.

Με βάση το πραγματικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθούν συννομείς επί του ακινήτου αυτού, ο καθένας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει τη νομή στους ίδιους κατά τα ποσοστά αυτά. Με την 244/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, ως εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού (condictio possesionis), η οποία ασκήθηκε εξ ιδίου δικαίου από τους ενάγοντες, στη συνέχεια δε έγινε δεκτή, ως και κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκαν οι ενάγοντες συννομείς του επίδικου ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή εξ αδιαιρέτου κληρονομιαία ποσοστά εκάστου και διατάχθηκε η απόδοση της συννομής αυτής τούτων σ' αυτούς.

Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση μετά από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) εμβαδού 400 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στον οικισμό ... και συνορεύει όπως στην απόφαση αναφέρεται, κατείχαν με διάνοια κυρίου οι γονείς του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και του εναγομένου, ΒΒ και ΓΓ.

Το έτος 1966 περίπου, ο ΑΑ, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών, και ο εναγόμενος, άρχισαν από κοινού τις εργασίες ανέγερσης στο πιο πάνω οικόπεδο ανώγειας οικοδομής, αποτελούμενη, από ισόγειο κατάστημα εμβαδού 80 τ.μ. περίπου, και πρώτο όροφο 80 τ.μ., αποτελούμενο από τέσσερα δωμάτια. Το έτος 1969, οι ΒΒ και ΓΓ παραχώρησαν, άτυπα, το οικόπεδο, με την ως άνω οικοδομή, στους προαναφερόμενους γιους τους, ΑΑ και Χ, έτσι ώστε ο μεν πρώτος να λάβει στη νομή του τα δύο δωμάτια τον πρώτου ορόφου που βρίσκονται δεξιά (νότια) του κεντρικού διαδρόμου, ο δε δεύτερος τα υπόλοιπα δύο δωμάτια, ενώ και οι δύο θα είχαν στην κοινή τους χρήση, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας την εξωτερική σκάλα ανόδου στον πρώτο όροφο.

Επίσης παραχώρησαν σ' αυτούς και το υπάρχον στο οικόπεδο αυτό ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 60 τ.μ., αποτελούμενο από τέσσερα δωμάτια και τουαλέτα και ειδικότερα τα δύο προς νότο δωμάτια στον ΑΑ και τα άλλα δύο στον Χ, με κοινή χρήση της τουαλέτας, κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου. Για την αποπεράτωση της πιο πάνω ανώγειας οικοδομής ο μεν εναγόμενος έλαβε δάνειο από την Α.Τ.Ε., ο δε δικαιοπάροχος των εναγόντων διέθεσε το ποσό των 100.000 δρχ.

που είχε λάβει ως προίκα από τη σύζυγό του- πρώτη ενάγουσα. Έκτοτε, ήτοι από το έτος 1969, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέλαβε και κατείχε τα πιο πάνω διαιρετά μέρη της οικοδομής, εγκαταστάθηκε στα δύο δωμάτια της ανώγειας οικοδομής, τα οποία είχε επιπλώσει, όπου διέμενε με την σύζυγό του, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούσε τα δύο δωμάτια του ισόγειου κτίσματος τα οποία είχε διαμορφώσει σε κουζίνα και λουτρό.

Επίσης χρησιμοποιούσε τα κοινής χρήσης μέρη τόσο της ανώγειας οικοδομής όσο και του ισόγειου κτίσματος καθώς επίσης και τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Το έτος 1971, για λόγους υγείας, αυτός εγκαταστά0ηκε οικογενειακώς στον ..., πλην όμως επισκέπτονταν κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και τους θερινούς μήνες, την πιο πάνω οικία όπου διέμενε με την οικογένειά του, χωρίς ποτέ ο εναγόμενος να αμφισβητήσει τα δικαιώματά τον αυτά.

Τον Δεκέμβριο τον έτους 1989, ο εναγόμενος για πρώτη κατέλαβε ολόκληρο το ως άνω ακίνητο, χωρίς τη θέληση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και αδελφού του ΑΑ, αποβάλλοντας αυτόν από τη συννομή του επί των επιδίκων. Ο τελευταίος με την από 20-12-1989 αίτηση, κατά του εναγομένου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, ζήτησε την λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής του.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 52/1990 απόφαση τον Ειρηνοδικείου Πρέβεζας που απέρριψε την αίτηση, λόγω έλλειψης κατεπείγοντος. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 99/1990 απόφαση τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία αναγνώρισε προσωρινά τη νομή του αιτούντος στα πιο πάνω διακριτά μέρη αυτού και διέταξε την αποβολή του εναγομένου από αυτά.

Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων εγκαταστάθηκε σ' αυτά, χωρίς να γίνει αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης και αποβλήθηκε, εκ νέου, από τον εναγόμενο το έτος 1990, ο οποίος έκτοτε κατέχει και νέμεται ολόκληρο το επίδικο, τη νομή του οποίου απέκτησε, και που σώζεται στα χέρια του, από την περιουσία του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, χωρίς νόμιμη αιτία, έτσι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε, ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ότι απέκτησε την κυριότητα ολόκληρου του ακινήτου με παράγωγο τρόπο, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, έκανε δεκτό ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, είναι συννομείς των επιδίκων "ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ΑΑ, ήτοι η μεν πρώτη σύζυγος, οι δε λοιποί τέκνα αυτού, α) κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/16 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των λοιπών, των δύο δωματίων του πρώτου ορόφου, που βρίσκεται δεξιά (νοτίως) του κεντρικού διαδρόμου του πρώτου ορόφου της προαναφερόμενης ανώγειας οικοδομής, καθώς και των δύο προς νότο δωματίων του ισόγειου κτίσματος, β) κατά ποσοστό 4/32 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/32 εξ αδιαιρέτου ο καθένας των λοιπών ..." των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών της οικοδομής αυτής, που αναφέρονται στην απόφαση, και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, που έγιναν δεκτά και από το Εφετείο, οι ενάγοντες νομιμοποιούνταν σε άσκηση της εν λόγω αγωγής, μόνο υπό την ιδιότητά αυτών ως κληρονόμους του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους ΑΑ, καθόσον, σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά, ο κληρονομούμενος αυτός δικαιοπάροχός τους είχε απωλέσει, όταν ζούσε, τη νομή του επίδικου ακινήτου με παράνομη αποβολή από τον εναγόμενο, το έτος 1990, και, επομένως, η απωλεσθείσα νομή εκείνου, που απεβίωσε το έτος 1991, επί του επίδικου ακινήτου δεν κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες-κληρονόμους του, αλλά οι τελευταίοι υπεισήλθαν στις αξιώσεις του αποβληθέντος από τη νομή δικαιοπαρόχου τους και ως εκ τούτου νομιμοποιούνταν, υπό την ιδιότητά τους αυτή, δηλαδή ως κληρονόμοι εκείνου, σε άσκηση της από τα άρθρα 904 επ.

ανωτέρω αξίωσης προς απόδοση της νομής του ακινήτου σε εκείνους, κατά τα αναλογούντα στον καθένα από αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά, τα οποία και αξίωσαν με την ένδικη αγωγή. Το Εφετείο, με εσφαλμένη μεν αιτιολογία, η οποία συνάδει σε αγωγή εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού η οποία ασκήθηκε από τους ενάγοντες εξ ιδίου δικαίου, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες είναι συννομείς των επιδίκων "ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δικαιοπαρόχου τους ΑΑ", περαιτέρω όμως, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, έκανε δεκτή την αγωγή, ως εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού η οποία ασκήθηκε από τους ενάγοντες υπό την ιδιότητά τούτων ως κληρονόμους του αποβιώσαντος ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους, με την αναγνώριση αυτών (εναγόντων) ως συννομέων του επιδίκου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ανωτέρω δικαιοπαρόχου αυτών, κατά τα αναλογούντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά καθενός εξ αυτών.

Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε ορθό διατακτικό και πρέπει, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 α Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 983, 1710, 904 ΑΚ και δεύτερος, από το άρθρ. 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, γιατί, αφενός δεν αναφέρεται σ' αυτήν αν οι ενάγοντες κληρονόμησαν τη νομή του επίδικου, αφετέρου γιατί δέχεται, η απόφαση, τους ενάγοντες - κληρονόμους ως συννομείς του επίδικου και τους αποδίδει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' άρθρ. 578 ΚΠολΔ.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α KΠολΔ, προβάλλεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και το Εφετείο παρά το νόμο έλαβαν υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού της νομής (condictio possesionis) χωρίς αυτά να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός, για τον οποίο δεν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, προτάθηκε στο Εφετείο.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 151/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ