Legislator Case Law & Legislation
1659/2008 AI generated

1659/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1659/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1659/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 441/2007). Εκ τούτων παρέπεται ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι επιτρεπτή είτε με βάση πρωτότυπο έγγραφο υπό την εκτεθείσα έννοια (ήτοι υπογεγραμμένο από αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο), είτε με βάση αντίγραφο επικυρωμένο από δημόσια αρχή ή δικηγόρο.

Keywords

AI generated
bank resolution financial crisis bankruptcy claim changed financial circumstances finance house resignation of the government
AI generated
1658/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1352/2011
Από τις διατάξεις των άρθρ.
280/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
83/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1612/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2001 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2442/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7054/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/3/2005 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1659 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1659/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη.

Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ" που εδρεύει στη Λευκωσία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σταθόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4142/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5303/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 15-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο αυτού προς τον δικηγόρο που τον εκπροσωπεί στην παρούσα δίκη, προσκομίζει όμως η αναιρεσίβλητη εταιρία την υπ' αριθμ. ..... έκθεση του δικαστικού επιμελητού Πειραιώς ....., από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος εκλήθη με επιμέλεια της δευτέρας για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15-1-2007, οπότε η συζήτηση ανεβλήθη για την ανωτέρω αναφερομένη δικάσιμο (25-2-2008). Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να είναι και ο αναιρεσείων δικονομικώς παρών.

Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεων με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας.

Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 441/2007). Εκ τούτων παρέπεται ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι επιτρεπτή είτε με βάση πρωτότυπο έγγραφο υπό την εκτεθείσα έννοια (ήτοι υπογεγραμμένο από αρμόδιο τραπεζικό υπάλληλο), είτε με βάση αντίγραφο επικυρωμένο από δημόσια αρχή ή δικηγόρο.

Ενόψει τούτων είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση δε του περιεχομένου του μόνον η δευτέρα εξ αυτών, και υποστηρίζεται ότι η αίτηση για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη επειδή τα συναπτόμενα σ' αυτήν έγγραφα δεν έφεραν την υπογραφή αρμοδίου υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης τράπεζας αλλά δικηγόρου, που είχε νόμιμα επικυρώσει αυτά ως αντίγραφα.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του, η εκ του αριθμ. 14 (παρ. α' την επίκληση των αριθμ. 1 και 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έπρεπε να κριθεί απορριπτέα ως απαράδεκτη επειδή "το απόσπασμα εκ του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, το οποίον προσήχθη είναι ακατάληπτο, δεδομένου ότι δεν έχει συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα, αλλά στην αγγλική και δεν έχει προσκομισθεί σε νόμίμη μετάφραση προκειμένου να ληφθεί υπόψη". Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού μ' αυτόν δεν πλήττεται και η επικαλούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία το ως άνω έγγραφο (απόσπασμα στην αγγλική γλώσσα) δεν ήταν ουσιώδες για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αφού η τελευταία θα μπορούσε να εκδοθεί και χωρίς αυτό.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ανακοπής του αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε και ότι οι αιτιάσεις περί του ακαταλήπτου λόγω της μη σύνταξης στην ελληνική αλλά στην αγγλική γλώσσα και της μη προσκόμισης νόμιμης μετάφρασής του εκ της αγγλικής αφορούσαν αποκλειστικά το απόσπασμα εκ του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης της καθής....... Επομένως ορθά με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη ως απαράδεκτος πρόσθετος λόγος της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο οι ίδιες αιτιάσεις αποδίδονται σε απόσπασμα άλλου λογαριασμού....... και για την αιτία αυτή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, εγκείμενη στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της, όπως συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αοριστίας της οφειλομένης στο ότι ο αναιρεσείων δεν προσδιόρισε τον ισχυρισμό, στην απόδειξη του οποίου κατέτεινε η κατ' αυτόν δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ούτε την επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1822/2005).

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί ου αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ.

Α.Π. 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1254/2004). Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αποδίδοντας σ' αυτή μομφή εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, που δίκασε, δεν έλαβε υπόψη του τους εκεί αναφερόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς περί αποκρύψεως εκ προθέσεως εκ μέρους του Διευθυντού της αναιρεσίβλητης Α της οικονομικής συνεργασίας των εταιριών των αδελφών Β1-Β2, υπέρ των οποίων και εγγυήθηκε ο αναιρεσείων και εν γένει παραπλανήσεως του τελευταίου, από τον πρώτο αναφορικά με τη πραγματική οικονομική κατάσταση αυτών (αδελφών Β1-Β2).

Όπως, όμως, προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους αυτούς τους ισχυρισμούς και τους απέρριψε.

Συνεπώς, οι ταυτόσημοι πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις οικείες παραδοχές τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση κατ' αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ανακοπή κατά Διαταγής Πληρωμής, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της .....

σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, η καθής η ανακοπή "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Λ.Τ.Δ." χορήγησε πίστωση στην εδρεύουσα στο Ελληνικό Αττικής εταιρεία με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ν.Μ. CTGREECE Ε.Π.Ε." μέχρι του ποσού 909,757,89 ευρώ (310.000.000 δρχ.). Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκαν εγγράφως, ως εγγυητές - αυτοφειλέτες, αφενός ο Β1, νόμιμος εκπρόσωπος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και αφετέρου ο ανακόπτων. 'Ηδη από τις αρχές του έτους 2000 και μετά, ο ανακόπτων, ο οποίος δραστηριοποιούνταν από δεκαετιών στο χώρο των μηχανολογικών εργασιών επί πλοίων, διατηρώντας σχετική επιχείρησης στον Πειραιά, είχε αναλάβει να επισκευάσει δύο πλοία (Ε/Γ - Ο/Γ "....."), που ανήκαν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με την, ως άνω, πιστούχο εταιρία, του οποίου νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν οι αδελφοί Β1 και Β2.

Ειδικότερα, για την επισκευή και τον επανεξοπλισμό του πλοίου "....." υπογράφηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και της εταιρείας "NEW MARATHON TOURS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" το από 12-4-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας, το οποίο στη συνέχεια ανανεώθηκε για επιπλέον εργασίες. Από την παραπάνω συνεργασία του ανακόπτοντος με τις εταιρείες των αδελφών Β1-Β2 και έως τον Οκτώβριο 2000, είχε προκύψει σε βάρος των τελευταίων χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 180.000.000 δρχ.

περίπου. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ίδιου έτους οι αδελφοί Β1-Β2 ανακοίνωσαν στον ανακόπτοντα, ότι αντιμετώπιζαν μια παροδική έλλειψη ρευστότητας, ότι είχαν ζητήσει δάνειο ύψους 600.000.000 δρχ. από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ότι η χορήγησή του είχε εγκριθεί και ότι η εκταμίευση μπορούσε να γίνει αμέσως, αν ο ίδιος δεχόταν να εγγυηθεί τις δανειακές συμβάσεις, με κύριο όφελός του να λάβει αμέσως όσα χρήματα του όφειλαν.

Ο ανακόπτων αποφάσισε να προβεί στη σύναψη των εγγυήσεων. Βασιζόμενος στις πληροφορίες που οι ίδιοι οι οφειλέτες του τού είχαν παράσχει περί της φερεγγυότητας και της οικονομικής ευρωστίας του ομίλου των επιχειρήσεών τους, παρουσιάζοντας αυτόν ως διαθέτοντα μεγάλο αριθμό συγγενών εταιρειών, ξενοδοχεία, πλοία κ.λ.π.

Μάλιστα ο Β1 του ενεχείρησε πολυσέλιδο φυλλάδιο (ενημερωτικό δελτίο), που παρουσίαζε παραστατικά όλο τον όμιλο, τις επιχειρήσεις, τους λογαριασμούς και τις προοπτικές του, το οποίο είχε εκδοθεί ενόψει της εισαγωγής του στο Χρηματιστήριο Κύπρου. 'Ετσι, στις 18-12-2000 στο υποκατάστημα της καθής στο Κολωνάκι, όπου ο ανακόπτων μετέβη για πρώτη φορά, υπογράφηκαν η .....

πρόσθετη πράξη αύξησης πίστωσης για το ποσό των 280.000.000 δρχ. (821.716,80 ευρώ) υπέρ της εταιρείας "NEW MARATHON TOURS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση των συμβάσεων αυτών εγγυήθηκε ο ανακόπτων με τις από 18-12-2000 συμβάσεις παροχής εγγυήσεως. Ειδικότερα, ο τελευταίος, όντας έμπειρος επιχειρηματίας και συνοδευόμενος από τον οικονομικό σύμβουλο του Γ, υπέγραψε τις εγγυητικές συμβάσεις, έχοντας λάβει γνώση των κύριων συμβάσεων χορήγησης πιστώσεων παροχής εγγυήσεως (βλ.

όρους 1 και 2 αυτών), γνωρίζοντας έτσι το ύψος αυτών. Εγγυώμενος, άλλωστε, ο ανακόπτων για πίστωση πολλαπλάσια των οφειλομένων σε αυτόν, ήταν φανερό ότι αποδεχόταν ότι οι οφειλέτες του θα χρησιμοποιούσαν το μεγαλύτερο ποσό των δανειακών κεφαλαίων για τις ανάγκες τους, ακόμα και για την εξόφληση των χρεών τους.

Λίγες ημέρες πριν την, ως άνω, υπογραφή των εγγυητικών συμβάσεων, ο ανακόπτων είχε εγχειρίσει στους αδελφούς Β1-Β2 τους τίτλους ακινήτου του στα ....., προκειμένου να γίνουν οι προεργασίες για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επ' αυτού, ενέργεια η οποία απαραιτήτως συμπλήρωνε την παροχή της εγγύησης. Στις 20-12-2000 προσήλθε αυτοπροσώπως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, συναίνεσε στην εγγραφή α' και β' προσημειώσεων για ποσά 500.000.000 δρχ.

εκάστη, στη συνέχεια δε εκδόθηκαν οι 6022/2000 και 6023/2000 σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου εκείνου. Είναι, λοιπόν, σαφές, ότι ο ανακόπτων είχε ήδη αποφασίσει να συμπράξει ως εγγυητής πριν μεταβεί για πρώτη φορά στο υποκατάστημα της καθής προς υπογραφή της σύμβασης. Περαιτέρω και από το ίδιο υλικό δεν αποδεικνύεται, ότι, κατά τη συνάντηση της 18-12-2000, ο διευθυντής της καθής Α παρέστησε στον ανακόπτοντα ψευδή γεγονότα για τη φερεγγυότητα της πιστούχου εταιρείας ή απέκρυψε άλλα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την, ως άνω, απόφασή του.

Ειδικότερα, καμία ιδιαίτερη συνομιλία δεν είχαν για την οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Εξάλλου, την εποχή εκείνη δεν είχαν ανακύψει δυσμενή στοιχεία σε βάρος του ομίλου που εντασσόταν αυτή, αλλά αντίθετα οι πληροφορίες που λάμβανε η Τράπεζα, ενόψει της εισδοχής τούτου στο ΧΑΚ, ήταν θετικές.

Ακόμα, και εάν εκφράστηκαν επαινετικά σχόλια από τον διευθυντή της τράπεζας για τους πελάτες της σε πρόσωπο αποφασισμένο να παράσχει προσωπική και εμπράγματη ασφάλεια γι' αυτούς, τούτο βρίσκεται μέσα στα όρια της συναλλακτικής ζωής και δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι συνιστά παραπλάνηση. Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, τα όργανα της τράπεζας δεν είχαν δικαίωμα να προσβάλλουν τα συμφέροντα των πελατών τους επεμβαίνοντας στην υπό ίδρυση σχέση μεταξύ πρωτοφειλέτιδας - εγγυητή και οδηγώντας την σε ματαίωση με την ανακοίνωση τυχόν δυσμενών στοιχείων άλλων συγγενών εταιρειών, ενόψει και του ότι δεν επιβαλλόταν να πράξουν κάτι τέτοιο και να αποκαλύψουν αυτά.

Τέλος η αύξηση της χρηματοδότησης μιας εταιρείας για να καλυφθούν οι ήδη υφιστάμενες οφειλές της και να αποκτήσει κεφάλαιο κίνησης για να διευκολυνθεί στις επαγγελματικές της δραστηριότητες, με ταυτόχρονη παράταση αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών, αποτελεί συνήθη τραπεζική πρακτική, αποφασίζεται με χρηματοπιστωτικά κριτήρια και δεν έλαβε χώρα για πρώτη φορά στη συγκεκριμένη περίπτωση με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση του ανακόπτοντος.

Αποδεικνύεται στην συνέχεια, ότι το μεγαλύτερο μέρος του ποσού της ένδικης πίστωσης και συγκεκριμένα 293.000.000 δρχ. περίπου, εκταμιεύτηκαν και παραδόθηκαν στην ίδια την πιστούχο (και όχι σε άλλες εταιρείες) κατά την ημέρα της υπογραφής της σύμβασης και όχι σε προγενέστερο χρόνο, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα δύο εντάλματα πληρωμής ποσών 87.000.000 δρχ., και 206.706.859 δρχ.

το καθένα, αντίστοιχα. Ο ανακόπτων ανέμενε να λάβει τα χρήματα που τού οφείλονταν για τις επισκευές των πλοίων, όμως, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία χρησιμοποίησε την πίστωση σε άλλες πληρωμές και οι προσδοκίες του διαψεύστηκαν. Η καθής δεν θα μπορούσε να κατευθύνει τις αποφάσεις της πιστούχου εταιρείας, όσον αφορά τη διάθεση των δανειακών κεφαλαίων και, ως εκ τούτου, δεν φέρει ευθύνη για τον τρόπο που διατέθηκαν αυτές.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, οι ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, ότι παρασύρθηκε στη δήλωση της βούλησής του να εγγυηθεί υπέρ της εταιρείας "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ν.Μ. CYGREECE ΕΠΕ" κατόπιν απατηλής συμπεριφοράς οργάνων της καθής και ιδιαίτερα του, ως άνω, διευθυντή αυτής, δεν αποδείχθηκαν.

Το γεγονός ότι στη χρονική πορεία των πραγμάτων η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και πτώχευσε, ότι οι αδελφοί Β1-Β2 δεν ανταπεξήλθαν στις συμβατικές υποχρεώσεις τους απέναντι στον ανακόπτοντα και ότι οι προσδοκίες του τελευταίου διαψεύστηκαν, ήταν κίνδυνοι που βάρυναν αποκλειστικά τον ίδιο, ο οποίος γνώριζε ότι, εγγυώμενος στην επίδικη σύμβαση αναλάμβανε ένα εν δυνάμει χρέος των πρωτοφειλετών, ανεξάρτητα της πιθανής ή όχι μελλοντικής αδυναμίας τους να το καλύψουν.

Οι κίνδυνοι αυτοί, όμως, και η τελική εξέλιξη των πραγμάτων δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ακύρωση της επίδικης σύμβασης λόγω απάτης". 'Ετσι, με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Εφετείο απέρριψε τον συναφή λόγο εφέσεως. Με τη κρίση του δε αυτή διέλαβε σαφείς, πλήρεις, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο της επικαλούμενης δήθεν απάτης του προαναφερόμενου Δ/ντή στην υπογραφή της επίδικης σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, για το υπόλοιπο της οποίας και εκδόθηκε η περί ης πρόκειται διαταγή πληρωμής.

Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, με αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, και η αίτηση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5303/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ